Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Στέφανου Μ. Στεφάνου
Την ημέρα του πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου 1974, ήμουν στην Αμμόχωστο στο ξενοδοχείο Grecian όπου εργαζόμουν. Κάθε μέρα πήγαινα με ταξί στη δουλειά από το χωριό μου το Έξω Μετόχι. Με το πραξικόπημα σταμάτησε η κυκλοφορία και εγώ είχα εγκλωβιστεί στο ξενοδοχείο όπου και παρέμεινα μέχρι τις 20 Ιουλίου.
Το πρωί της 20ης Ιουλίου με ξύπνησαν οι σειρήνες γύρω στις 6. Άνοιξα το ραδιόφωνο και άκουσα ότι η Τουρκία ξεκίνησε την εισβολή και ο εκφωνητής μας καλούσε όλους τους εφέδρους να καταταγούμε στις κατά τόπους στρατιωτικές μονάδες μας. Η στρατιωτική μου μονάδα ήταν η 381 Τάγμα Πεζικού εδρεύουσα στην Κυθραία.
Χωρίς μέσο για να πάω να καταταγώ στη μονάδα μου αποφάσισα να πάω στην πρώτη Ανωτέρα Τακτική Διοίκηση Αμμοχώστου που έδρευε στην πόλη. Πηγαίνοντας εκεί μας είπαν να βρούμε μέσο να πάμε στις μονάδες μας. Εκεί στους πολλούς παρευρισκόμενους υπήρχε ένας φορτηγατζής που θα πήγαινε Λευκωσία και μας είπε όσοι θέλουμε να επιβιβαστούμε στη καρότσα του φορτηγού και να πάμε μαζί του. Αφού δεν υπήρχε άλλο μέσο μπήκαμε γύρω στα 10-15 άτομα και ξεκινήσαμε για Λευκωσία.
Ακολούθως ενώ προχωρούσαμε προς Λευκωσία στον κύριο δρόμο Αμμοχώστου – Λευκωσίας στο ύψος του χωριού Πραστειού Αμμοχώστου προσέξαμε ένα πολεμικό αεροπλάνο ερχόμενο από Λευκωσία προς Αμμόχωστο κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου. Τότε φωνάξαμε στον οδηγό για την παρουσία του αεροπλάνου και αυτός σταμάτησε και πηδήξαμε όλοι κάτω από το φορτηγό, άλλοι δεξιά και άλλοι αριστερά του δρόμου. Το αεροπλάνο πέρασε από πάνω μας χωρίς να φαίνεται ότι μας έχει προσέξει και χάθηκε στον ορίζοντα προς Αμμόχωστο. Αφότου πέρασαν λίγα λεπτά μπήκαμε πάλι στο φορτηγό για να συνεχίσουμε την πορεία μας.
Δεν προλάβαμε να προχωρήσουμε δύο χιλιόμετρα και είδαμε ξανά το ίδιο αεροπλάνο να επιστρέφει πάνω από τον αυτοκινητόδρομο. Ξανά εμείς κάνουμε σήμα στον οδηγό του φορτηγού να σταματήσει και πάλι πηδήξαμε από την καρότσα δεξιά και αριστερά. Εγώ συγκεκριμένα πήδηξα στη δεξιά πλευρά του δρόμου και σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρα από το φορτηγό. Πέφτοντας κάτω είχα το κεφάλι μου λίγο σηκωμένο βλέποντας το αεροπλάνο να κατευθύνεται προς το μέρος μας και κάνοντας μια βύθιση πολυβόλησε το φορτηγό κάνοντας το να βγάζει καπνούς.
Εδώ να σημειώσω ότι το αεροπλάνο το βλέπαμε από μακρινή απόσταση διότι βρισκόμασταν στη Μεσαορία, μία επίπεδη πεδιάδα με μεγάλη ορατότητα. Μετά το γεγονός αυτό δεν ξαναμπήκαμε στο φορτηγό και συνεχίσαμε πεζοί να πάμε στο επόμενο χωριό που ήταν το χωριό Πυργά, τρία χιλιόμετρα μακριά από το περιστατικό που μας συνέβη. Αφού φτάσαμε στο χωριό, μας υποδέχτηκαν οι χωριανοί και αφού τους είπαμε το περιστατικό που μας έτυχε ζητήσαμε να πάμε Λευκωσία. Να προσθέσω ότι οι χωριανοί μας πρόσφεραν ψωμί, χαλούμι, καρπούζι και νερό και μας ευχήθηκαν καλό δρόμο. Κάποιος από τους χωριανούς, κάτοχος ενός σαλούν αυτοκινήτου, μας είπε ότι θα πάει Λευκωσία.
Τότε εγώ και ακόμη δύο άτομα μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας. Φτάνοντας στο χωριό μου, το Έξω Μετόχι, που βρισκόταν στον κύριο δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου κατέβηκα και πήγα στο σπίτι μου, να αλλάξω ρούχα, να βάλω τα στρατιωτικά μου και να πάω να καταταγώ στη μονάδα μου.
Τόσο μεγάλη ήταν η θέληση μου να καταταγώ που είχαν έρθει στο νου μου οι στιγμές του 1940 που έτρεχαν οι Έλληνες να καταταγούν στο μέτωπο για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Επίσης, αφότου είχα ντυθεί και θα με πήγαινε ο πατέρας μου στο στρατόπεδο, η μητέρα μου, μου έφερε ένα κομμάτι ψωμί και χαλούμι για να πάρω μαζί μου. Αρχικά της είπα ότι δεν τα θέλω και τότε μου είπε ο πατέρας μου να τα πάρω γιατί εκεί που θα πάω δεν ξέρω αν θα έχει φαγητό και μόνο τότε το σκέφτηκα ξανά και τα πήρα.
Αργότερα φθάσαμε στον χώρο που ήταν η συγκεκριμένη μονάδα και στο χωριό Νέο Χωριό Κυθραίας με αποχαιρέτησε ο πατέρας μου και έφυγε. Εκεί στο χώρο έγινε η καταγραφή με τα στοιχεία μας. Έδωσαν στον καθένα από εμάς ένα τουφέκιο και μία τελαμόνα με 50 σφαίρες και μας είπαν να τις προσέχουμε και να μην τις ρίχνουμε στο γάμο του Καραγκιόζη. Συνταχθήκαμε σε λόχο με διοικητή τον λοχαγό Ανδρέα Παστελόπουλο. Ο λοχαγός ζήτησε δύο στρατιώτες γνώστες της περιοχής, ο ένας να είναι ο οδηγός του και ο άλλος ο υπασπιστής του. Τότε του είπα ότι γνωρίζω αρκετά καλά την περιοχή διότι είμαι από το γειτονικό χωριό Έξω Μετόχι. Έτσι λοιπόν μου ζήτησε να είμαι ο υπασπιστής του και ανέθεσε σε κάποιον άλλον στρατιώτη να είναι ο οδηγός του Land Rover του.
Μετά μας είπε την αποστολή η οποία θα ήταν να καταλάβουμε το τουρκοκυπριακό χωριό Κουρού Μοναστήρι, ανατολικά του χωριού μου, με σκοπό να κόψουμε και να απομονώσουμε τη διαφυγή δύο άλλων τούρκικων χωριών, την Επιχό και το Μπέικιογιου. Αργότερα με ρώτησε πώς θα πάμε εκεί και του είπα από το Νέο Χωριό που είμαστε θα πάμε προς το Τραχώνι. Ο σύντομος δρόμος ήταν από Τραχώνι – Έξω Μετόχι αλλά του είχα πει ότι στα αριστερά του δρόμου και σε απόσταση ένα με δύο χιλιόμετρα είναι το χωριό Επιχό που αν οι Τούρκοι είχαν ένα πολυβόλο και βλέποντας μας με στρατιωτικά οχήματα θα μας χτυπούσαν με μεγάλες απώλειες.
Τότε με ρώτησε τι να κάνουμε και του είπα ότι για ασφάλεια να πηγαίναμε από Τραχώνι προς Παλαίκυθρο και να παρακάμψουμε αυτό το ενδεχόμενο. Στη συνέχεια θα συνεχίζαμε από Παλαίκυθρο προς Έξω Μετόχι, πράγμα που κάναμε και φθάσαμε στο σημείο όπου θα ξεκινούσαμε την επίθεση. Το σημείο αυτό ήταν ένα χιλιόμετρο πριν το χωριό Αγκαστίνα. Μετά κατεβήκαμε κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας – Αμμοχώστου και αφού ακροβολιστήκαμε, πήραμε τις οδηγίες του λοχαγού. Σημειώνω ότι ο δρόμος ήταν υπερυψωμένος στο ενάμισι μέτρο, κάτι το οποίο μας παρείχε κάλυψη. Δυστυχώς, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Κουρού Μοναστήρι μας είχαν αντιληφθεί και μας έβαλαν με όπλα και με όλμους.
Αυτό μας καθήλωσε λόγω του ότι το έδαφος ήταν επίπεδο και δεν μπορούσαμε να ξεκινήσουμε γιατί δεν είχαμε κάλυψη. Ο λόχαγος ζήτησε ενίσχυση οπλισμού και αργά το απόγευμα μας έφεραν ένα Land Rover με ένα πενηντάρι πολυβόλο. Ξεκινήσαμε την επίθεση με τον λοχαγό να λέει στη μία ομάδα να προχωρά και στην άλλη να καλύπτει πυρ και κίνηση.
Κάτι που δεν θα ξεχάσω είναι καθ’ όλη τη διάρκεια της επίθεσης ο λοχαγός μας δεν έπεσε ούτε μια φορά κάτω αλλά προχωρούσε όρθιος και μας έδινε οδηγίες.
Με αυτό τον τρόπο φτάσαμε σε απόσταση βολής από το χωριό. Σ’ αυτό το σημείο να τονίσω ότι οι υπερασπιστές του εν λόγω χωριού το είχαν εγκαταλείψει και δεν βρήκαμε σοβαρή αντίσταση για να έχουμε απώλειες και τραυματισμούς. Πλησιάζοντας στα 20-30 μέτρα για να μπούμε στο χωριό δεν σας κρύβω ότι φοβήθηκα ότι αν υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές θα είχαμε εκτεθεί σε θανάσιμο κίνδυνο. Η κατάληψη του χωριού είχε γίνει αργά το απόγευμα γύρω στις 19:00.
Ένα άλλο περιστατικό που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν όταν μπήκα στο πρώτο σπίτι μαζί με ένα άλλο στρατιώτη άκουσα βογκητά κάτω από ένα κρεβάτι και τότε βγήκε από κάτω ένας ηλικιωμένος Τούρκος. Γονάτισε μπροστά μου πιάνοντας με από τα παντζάκια και κλαίγοντας με παρακαλούσε να μην τον σκοτώσω, πράγμα που δεν είχα σκοπό να κάνω. Επίσης, από το διπλανό κρεβάτι βγήκε μια γυναίκα πιο νεαρή, υπολογίζοντας ότι μπορεί να ήταν κόρη του. Τους πήραμε, τους βγάλαμε έξω από το σπίτι και τους παραδώσαμε στη διοίκηση. Τέλος, να αναφέρω ότι πριν μπούμε μέσα στο χωριό, ο λοχαγός μας είπε να μην πάρουμε ούτε νερό ούτε τρόφιμά διότι μπορεί να ήταν παγίδα.
Γύρω στις 20:00 και αφού καταλάβαμε όλο το χωριό, ενωθήκαμε με τις άλλες δυνάμεις του τάγματός μας που είχαν καταλάβει κι αυτοί τα δύο τουρκικά χωριά που προανάφερα, την Επιχό και το Μπέικιουγιου. Έπειτα ο διοικητής του τάγματος μας είπε να ακροβολιστούμε περιμετρικά του χωριού σε μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλον για λόγους προστασίας μας από τυχόν επιδρομική επιχείρηση από τον εχθρό, πράγμα που κάναμε. Ξαπλώσαμε στο έδαφος με μαξιλάρι το κράνος.
Η διαταγή ήταν στις 21/8 η ώρα 4:00 το πρωί να ξεκινούσαμε για κατάληψη του τουρκοκυπριακού χωριού Τζιάος που ήταν το προπύργιο και αρχηγείο της περιοχής. Πράγματι στις 4:00 το πρωί ξεκινήσαμε ολόκληρο το τάγμα, φάλαγγα κατ’ άνδρας για να φτάσουμε στο σημείο εκκίνησης της επίθεσης. Στις 5:30 φθάσαμε σ’ ένα σημείο γύρω στο ένα χιλιόμετρο από το εν λόγω χωριό, ακροβολιστήκαμε σ’ ένα πλάτος περίπου 300-400 μέτρα. Εκεί μας αντιλήφθηκαν οι Τούρκοι και άρχισαν να μας ρίχνουν με όλα τα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους.
Η περιοχή ήταν μια απέραντη πεδιάδα που δεν μας παρείχε καμία κάλυψη με αποτέλεσμα μείναμε καθηλωμένοι μέχρι αργά το απόγευμα. Μας χτυπούσαν από πολυβολεία που είχαν σε μικρά υψώματα και από τις στέγες των σπιτιών. Ο διοικητής επειδή δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε ζήτησε να μας στείλουν από την έδρα του τάγματος δύο κανόνια ΠΑΟ 106 για να μπορέσουμε να χτυπήσουμε τις θέσεις τους.
Αργά το απόγευμα ο λοχαγός μου είπε να πάρω τον οδηγό και να πάμε στην Άσσια να φέρουμε είδη φαρμακείου για πρώτες βοήθειες. Ήταν Κυριακή γύρω στις 19:00 το απόγευμα όταν είχαμε ξεκινήσει. Στο δρόμο για τον προορισμό μας αντιληφθήκαμε ότι υπήρχε ένα roadblock με βαρέλια και τρεις άνδρες να το επανδρώνουν. Σε απόσταση 100 μέτρα πριν το roadblock στέκονταν δύο άτομα στην αριστερή πλευρά του δρόμου οπλισμένα. Στην περιοχή δεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι και τότε είπα στον οδηγό να σταματήσουμε να τους χαιρετήσουμε.
Μόλις είχαμε σταματήσει για να τους χαιρετήσουμε αυτοί ξάπλωσαν κάτω και ο ένας από αυτούς με πυροβόλησε με το κυνηγετικό όπλο που κρατούσε. Τα σκάγια χτύπησαν στην καμπίνα του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα κάποια από αυτά να με τραυματίσουν στο μέτωπο και στον αριστερό ώμο. Το αίμα έτρεχε από τον αριστερό μου ώμο και το μέτωπο μου, που ακόμη μέχρι και σήμερα έχω σκάγια μέσα στο κεφάλι μου.
Όταν άκουσαν τον πυροβολισμό οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στο roadblock έβαλαν τις φωνές και τους φώναξαν: “Τι κάνετε ρε; Σταματήστε! Είναι δικοί μας οι στρατιώτες”, και ευτυχώς δεν μας έριξαν και δεύτερη τουφεκιά. Να σημειώσω ότι το Land Rover μας, είχε τα διακριτικά της Εθνικής Φρουράς με σημαία ελληνική. Στην πορεία έτρεξαν αυτοί που βρίσκονταν στο οδόφραγμα, με παρέλαβαν και με πήγαν στο χωριό Άσσια.
Εκεί υπήρχε μια νοσοκόμα που περιποιήθηκε τα τραύματα μου, που ευτυχώς δεν ήταν σοβαρά, και μου έβαλε επίδεσμο. Στο χωριό με κράτησαν μια νύχτα για να συνέλθω. Ο οδηγός επέστρεψε πίσω στη μονάδα και πηγαίνοντας στον λοχαγό αυτός τον ρώτησε γιατί άργησε και του εξήγησε τι έγινε.
Την επόμενη μέρα –23 Ιουλίου– αφού ήρθαν τα δύο κανόνια που ζήτησε ο διοικητής το τάγμα επιτέθηκε και μπήκε στο Τζιάος. Αφότου καταστρέψαμε τα πολυβολεία του εχθρού με τα κανόνια που μας έφεραν, πραγματοποιήθηκε μαζική επίθεση και καταλάβαμε το χωριό. Βέβαια εγώ δεν είχα λάβει μέρος στην τελική επίθεση για κατάληψη του χωριού επειδή ήμουν τραυματίας. Το χωριό δεν κατελήφθη πλήρως γιατί στις 4.00 το απόγευμα επήλθε συμφωνία καταπαύσεως του πυρός, πράγμα που εμείς τηρήσαμε, ενώ τα στρατεύματα εισβολής δεν τήρησαν, καταλαμβάνοντας μεγάλες περιοχές κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας.
Ξέχασα να αναφέρω ότι αυτοί που μας πυροβόλησαν και οι άλλοι που ήταν στο roadblock ήταν στρατεύσιμοι έφεδροι που αντί να καταταγούν στις μονάδες τους έκαναν τους μάγκες στα χωριά τους και τις περιοχές τους.
Την Τρίτη 23 Ιουλίου βρήκα ευκαιρία και πήγα στο Τζιάος και συναντήθηκα με τη μονάδα μου και παρέμεινα εκεί μέχρι τις 14 Αυγούστου. Η κατάληψη του εν λόγω χωριού επιτεύχθηκε κατά τα 2/3. Μένοντας στο καταληφθέν χωριό δεν σας κρύβω ότι επικρατούσε μία ανήσυχη ηρεμία με αποκορύφωμα την 13η Αυγούστου που παρακολουθούσαμε το ναυάγιο των συνομιλιών της Γενεύης.
Η Τουρκία θα ξεκινούσε μια δεύτερη επίθεση για κατάληψη μεγαλύτερης έκτασης εδαφών.
Το πρωί της 14ης Αυγούστου ήμουν σκοπός 4:00-6:00. Γύρω στις 5:30 τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τα ραντάρ της Εθνικής Φρουράς στην Καντάρα. Έβλεπα τις βόμβες Ναπάλ που έσκαγαν στον αέρα και μια πύρινη φλόγα έλουζε το βουνό. Η ώρα περνούσε και ήμασταν στις θέσεις μας. Κατά τις 12:30 το μεσημέρι ήρθε ο δόκιμος αξιωματικός και μας είπε να χτυπήσουμε τις απέναντι θέσεις του εχθρού, πράγμα που κάναμε.
Δεν πέρασαν παρά μόνο πέντε λεπτά και μια δεύτερη διαταγή “Παύσατε Πύρ και Οπισθοχώρηση” ήρθε με τον οπλισμό μας στο σημείο που υπήρχαν δύο φορτηγά για να φύγουμε. Φτάνοντας στο σημείο που ήταν τα φορτηγά δεν μπορέσαμε να φορτώσουμε τίποτα και άρχισε ένας καταιγισμός πυρός από τα πολυβόλα τεσσάρων με πέντε τουρκικών αρμάτων μάχης που έσπασαν τη γραμμή μάχης της Μιας Μηλιάς και προέλαυναν προς Αμμόχωστο. Εμείς δεν πήραμε είδηση, ούτε ενημερωθήκαμε για την επικρατούσα κατάσταση για την πρώτη γραμμή άμυνας μας.
Οι σφαίρες έπεφταν βροχή, τα φορτηγά μας ήταν σταθμευμένα κάτω από μεγάλες ελιές όπου κόβονταν τα κλαδιά από τις ελιές όπως κόβεις ένα χορτάρι με μαχαίρι. Μια από τις ριπές έπεσε δεξιά μου στα δύο πόδια και ανασήκωσε το χώμα όπως όταν βλέπεις ταινίες στο σινεμά. Ξαπλώσαμε κάτω έρποντας και γίναμε ένα με το χώμα. Το κροτάλισμα των πολυβόλων από τα τουρκικά άρματα ήταν τέτοιο που δεν ξεχώριζαν οι ριπές παρά ένας βόμβος, ένας πανικός. Γύρισα και είδα τον συγχωριανό μου τον Αντρέα Πατσιήκκου και ήταν ολόασπρος όπως τον γύψο (από τον φόβο του). Ίσως να ήμουν και εγώ το ίδιο αλλά δεν το ήξερα. Του είπα «ρε Αντρέα εννα μας πιάουν» και δεν μου απάντησε τίποτα.
Να σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια της εκεχειρίας που βρισκόμαστε στο χωριό Τζιάος ακούγαμε τον τουρκοκυπριακό ραδιοσταθμό Μπαϊράκ ο οποίος έκανε πρόγραμμα στα ελληνικά και σχεδόν κάθε μέρα έλεγε ότι η Ελληνοκύπριοι που κατέλαβαν το Τζιάος και έκαναν καταστροφές θα πληρώσουν ακριβό τίμημα ακόμη και με την ζωή τους. Όταν έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς θυμήθηκα τα λόγια του Μπαϊράκ και είπα από μέσα μου ότι αν μας πιάσουν θα μας σκοτώσουν γι’ αυτό ήμουν αποφασισμένος να κάνω ότι μπορώ για να ξεφύγω και πήγαινα έρπειν και το μόνο που έλεγα από μέσα μου Παναγία μου σώσε μας!
Ήταν το μόνο πράγμα που έλεγα από μέσα μου, δεν θυμόμουν ούτε τη μάνα μου, ούτε τον πατέρα μου. Πηγαίναμε έρποντας απόσταση περίπου 400 μέτρα επειδή δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε. Οι σφαίρες σφυρούσαν από πάνω μας δαιμονισμένα. Έρποντας όμως, απόσταση δεν μπορούσαμε να καλύψουμε, γι’ αυτό σηκωνόμασταν και ξαναπέφταμε. Δεν υπήρχε το παραμικρό υψωματάκι για να βρούμε κάλυψη.
Πέρα από τα πολυβόλα μας έριχναν και καπνογόνα βλήματα και βλήματα εκρηκτικά. Ενώ απομακρυνόμασταν από τα άρματα σε απόσταση περίπου ένα χιλιόμετρο ήμασταν στο σημείο εκείνο τέσσερα άτομα. Πρώτος εγώ και ακολουθούσαν οι άλλοι τρεις. Σε απόσταση έξι με δέκα μέτρα ο ένας από τον άλλον περίπου, μας έριξαν βλήμα από κανόνι του άρματος το οποίο έπεσε στα πόδια του τελευταίου. Δεν εξερράγη, έκανε τούμπα σε ύψος τριών με τεσσάρων μέτρων και άρχισε να κυλάει όπως μια μπουκάλα μπύρας.
Με το που χτύπησε στο έδαφος το βλήμα πέσαμε όλοι κάτω και το βλήμα ήρθε και σταμάτησε δίπλα από το αριστερό μου χέρι χωρίς να εκραγεί, τότε σηκωθήκαμε πάνω και συνεχίσαμε. Όπως μας είπαν αργότερα, τα αντιαρματικά βλήματα για να εκραγούν χρειάζεται να βρουν αντίσταση την ώρα της πρόσκρουσης.
Το 1985 ενώ βρισκόμουν στο μαγαζί μαζί με τη σύζυγό μου, μπαίνει ένας άντρας μέσα και βλέποντας με, με αγκαλιάζει και με φιλά. Ακολούθως με ρώτησε τι κάνω και αν είμαι καλά. Η γυναίκα μου αναρωτήθηκε για το τι συμβαίνει και τότε ο Κώστας από την Τύμπου, ηλεκτρολόγος των σπιτιών τότε, της είπε ότι ήταν αυτός που μου είχε φωνάξει να πέσω κάτω. Η σύζυγος μου του είπε ότι ήξερε την ιστορία αυτή.
Να αναφέρω όταν τα άρματα εμφανίστηκαν στο σημείο που άρχισαν να μας βάλουν δεν ακολουθούνταν από πεζικό κάτι το οποίο θα έκανε πολύ δύσκολη τη διαφυγή μας. Τα αντιαρματικά που μας έφεραν την 20η Ιουλίου για να καταλάβουμε το Τζιάος μας τα πήραν για να ενισχύσουν την πρώτη γραμμή άμυνας στη Μια Μηλιά και δεν είχαμε όπλα να χτυπήσουμε τα άρματα.
Κάτι που δεν ανέφερα προηγουμένως, είναι όταν ο διοικητής μας είπε να βάλουμε η ώρα 12:30 περίπου εναντίον των θέσεων στο μη κατεχόμενο μέρος του τουρκικού χωριού ήταν για να τους αναγκάσουμε να οπισθοχωρήσουν για να μην τους έχουμε να μας χτυπούν πισώπλατα κατά την αποχώρηση μας. Αυτό όμως το αντιληφθήκαμε αργότερα. Η όλη αποχώρηση μας γινόταν από τις 12:30 μέχρι τις 13:30 το μεσημέρι με θερμοκρασίες 40 βαθμούς κελσίου αλλά ήμασταν νέοι και δεν νιώθαμε τίποτα.
Στη διαδρομή μας, είχαμε βρει ένα πηγάδι από το οποίο οι βοσκοί τραβούσαν νερό για τα ζώα τους. Ήμασταν τέσσερα άτομα, βγάλαμε ένα κουβά (σίκλα) νερό, ήπιαν οι υπόλοιποι και τους ζήτησα να μου αφήσουν και μένα. Όταν μου έδωσαν τον κουβά (σίκλα) είχε μέσα πέντε πόντους νερό αλλά ήταν γεμάτο με ζωύφια (βορτακοντίματα). Δεν σκέφτηκα τίποτα, ήπια να ξεδιψάσω και το υπόλοιπο το έριξα στο πρόσωπό μου. Βάλαμε στόχο να μπούμε στο χωριό Μαραθόβουνο και πλησιάζοντας στα σπίτια του χωριού οι Τούρκοι χτυπούσαν με τα κανόνια των αρμάτων μάχης τα πρώτα σπίτια του χωριού τα οποία ανατινάζονταν και έτσι αλλάξαμε προορισμό.
Επόμενο χωριό νομίζω ήταν η Μουσουλίτα. Είχαμε δει ένα λεωφορείο ερχόμενο από το χωριό Βιτσάδα, ήταν χρώμα κόκκινο, σταμάτησε και μπήκαμε μέσα. Κάθισα δίπλα από τον οδηγό, μπροστά είχε ένα καθρέφτη, κοίταξα πάνω, είδα το πρόσωπό μου και δεν με αναγνώρισα. Από την εξάντληση, τα χείλη μου ήταν κάτασπρα και τα δόντια μου μαύρα από τα καπνογόνα. Το λεωφορείο ήταν η σωτηρία μας από τη κόλαση του πυρός και κατευθυνθήκαμε προς τις ελεύθερες περιοχές.
*Ο Στέφανος Στεφάνου του Μιχαήλ ήταν 20 χρονών το 1974, κατάγεται από το Έξω Μετόχι και υπηρέτησε ως έφεδρος στρατιώτης του 381 Τ.Π.