Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠενήντα και πλέον χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η Κύπρος συνεχίζει να βιώνει τις συνέπειες μιας εθνικής τραγωδίας που παραμένει ανοιχτή ιστορικά, πολιτικά και ανθρώπινα. Οι νεκροί, οι αγνοούμενοι, οι εκτοπισμένοι, οι εγκλωβισμένοι, οι αιχμάλωτοι πολέμου, οι κατεχόμενες πόλεις και εκκλησίες, οι βεβηλωμένοι τάφοι και η συνεχιζόμενη κατοχή αποτελούν όχι μόνο ιστορικά γεγονότα αλλά ζώσα πραγματικότητα.
Κι όμως, παρά το μέγεθος της τραγωδίας, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διαθέτει μέχρι σήμερα ένα ενιαίο, θεσμικό Εθνικό Κέντρο Μνήμης, αφιερωμένο στα θύματα της εισβολής και της κατοχής. Υπάρχουν, βεβαίως, σημαντικές επιμέρους πρωτοβουλίες, όμως αυτές παραμένουν διάσπαρτες, χωρίς έναν ενιαίο θεσμικό χώρο όπου να συγκεντρώνεται, να διασώζεται και να προβάλλεται συνολικά η συλλογική μνήμη του κυπριακού λαού. Η απουσία ενός Εθνικού Κέντρου Μνήμης και ο κατακερματισμός των υπόλοιπων χώρων που αφορούν την τραγωδία του 1974, δεν είναι μόνο συμβολικό κενό, αλλά ιστορική και εθνική παράλειψη.
Διεθνώς, πολλά κράτη που βίωσαν τραγωδίες ανάλογης βαρύτητας ανέπτυξαν ισχυρούς θεσμούς μνήμης. Το Yad Vashem στο Ισραήλ δεν είναι απλώς μουσείο του Ολοκαυτώματος, είναι παγκόσμιο κέντρο μνήμης, έρευνας, τεκμηρίωσης και παιδείας, χώρος συλλογικής συνείδησης. Το Μουσείο του Απαρτχάιντ στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτίου Αφρικής, το Μνημείο της Γενοκτονίας στο Κιγκάλι αφιερωμένο στη γενοκτονία των Τούτσι στη Ρουάντα το 1994 καθώς και το Μουσείο της Αρμένικης Γενοκτονίας στο Τσιτσερνακαμπέρντ του Γερεβάν, υπηρετούν με τον ίδιο τρόπο όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και τη δημοκρατία, την ιστορική αλήθεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τα Κέντρα Μνήμης αυτά διασώζουν μαρτυρίες, αρχεία, προσωπικά αντικείμενα, φωτογραφίες και ονόματα θυμάτων, εκπαιδεύοντας νέες γενιές ώστε η ιστορία να μη λησμονηθεί και να μην επαναληφθεί.
Η Κύπρος έχει χρέος να δημιουργήσει το δικό της Εθνικό Κέντρο Μνήμης. Έναν χώρο που θα υπερβαίνει τη λογική ενός συμβατικού μουσείου και θα λειτουργεί ως εθνικό αρχείο συνείδησης.
Το Εθνικό Κέντρο Μνήμης θα μπορούσε να περιλαμβάνει Μουσειακό και Εκθεσιακό Χώρο, Αίθουσα Ονομάτων και Μνήμης για τους πεσόντες και αγνοουμένους, και Ερευνητικό Ινστιτούτο αφιερωμένο στην ιστορική τεκμηρίωση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο.
Στο Κέντρο αυτό θα πρέπει να στεγάζονται τα ονόματα όλων των πεσόντων και αγνοουμένων, μαρτυρίες προσφύγων και επιζώντων, φωτογραφικά και ιστορικά αρχεία, τεκμήρια καταστροφής πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές και φοιτητές.
Ιδιαίτερη, ίσως και πρωτεύουσα, θέση στο Κέντρο αυτό θα έπρεπε να κατέχει ένα φιλόδοξο Ψηφιακό Αρχείο της Κατεχόμενης Κύπρου. Κάθε χωριό και πόλη της κατεχόμενης Κύπρου θα μπορούσε να αποκτήσει τη δική του «ζωντανή μνήμη» μέσα από αρχεία, χάρτες, προφορικές μαρτυρίες και οικογενειακές ιστορίες. Μια μορφή ψηφιακής διάσωσης που καθίσταται όλο και πιο επείγουσα καθώς οι αυτόπτες μάρτυρες της εισβολής φεύγουν. Οι νέες γενιές πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνο τι χάθηκε, αλλά και τι υπήρξε, και ένα τέτοιο ζωντανό ψηφιακό αρχείο θα μπορούσε να γίνει το πιο πρωτότυπο και διαρκές συστατικό ολόκληρου του εγχειρήματος.
Ως προς τη χωροθέτηση ενός τέτοιου Κέντρου, η απάντηση θα μπορούσε να βρίσκεται ήδη μπροστά μας. Ο Τύμβος της Μακεδονίτισσας, ο υφιστάμενος χώρος ταφής πεσόντων της εισβολής του 1974, συνιστά ήδη τόπο εθνικής μνήμης, με ιδιαίτερο συμβολικό και ιστορικό φορτίο. Η ανάπλαση και επέκταση του μνημειακού αυτού χώρου, ώστε να ενσωματώσει το προτεινόμενο Εθνικό Κέντρο Μνήμης, θα απέφευγε την ανάγκη δημιουργίας ενός εντελώς νέου, αποσπασματικού χώρου και θα οικοδομούσε πάνω σε έναν τόπο που ήδη φέρει βαθιά συμβολική αξία για τον κυπριακό λαό, χωρίς να θίγει τον τελετουργικό του χαρακτήρα ως χώρου ταφής και προσκυνήματος.
Η επέκταση του Τύμβου με τα προαναφερθέντα στοιχεία του Κέντρου θα μετέτρεπε έναν υφιστάμενο τόπο ταφής σε ζωντανό εθνικό θεσμό μνήμης, συνδέοντας οργανικά τη φυσική παρουσία των πεσόντων με τη συλλογική ιστορική αφήγηση που το Κέντρο καλείται να υπηρετήσει. Η επιλογή αυτή θα προσέδιδε στο εγχείρημα επιπλέον βάρος αυθεντικότητας, αφού ο επισκέπτης δεν θα περιηγείτο απλώς σε μια έκθεση, αλλά σε έναν χώρο όπου η μνήμη είναι κυριολεκτικά θαμμένη στο έδαφος.
Ένα τέτοιο κέντρο δεν θα υπηρετεί μόνο τη συλλογική συνείδηση, αλλά και την ίδια την ιστορική αλήθεια με πρακτικούς όρους: συστηματικά τεκμηριωμένες μαρτυρίες και αρχεία ενισχύουν τη θέση της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς, όπου η τεκμηρίωση δεν είναι απλώς συμβολική αλλά αποδεικτική. Οι λαοί που διατηρούν οργανωμένη τη μνήμη τους ενισχύουν συγχρόνως τη νομική και διπλωματική τους θέση.
Η δημιουργία ενός Εθνικού Κέντρου Μνήμης για την τραγωδία του 1974 θα είχε επίσης διεθνή σημασία. Θα αποτελούσε σημείο αναφοράς για ξένους ηγέτες, διπλωμάτες, ερευνητές και επισκέπτες που συχνά γνωρίζουν ελάχιστα για την κυπριακή υπόθεση. Η διεθνοποίηση της ιστορικής αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με πολιτικά ψηφίσματα, αλλά και με ισχυρούς θεσμούς μνήμης.
Πενήντα χρόνια μετά, η Κύπρος δεν χρειάζεται απλώς επετειακές εκδηλώσεις και μνημόσυνα. Χρειάζεται έναν μόνιμο εθνικό θεσμό που θα εκπαιδεύει τις επόμενες γενιές και θα υπενθυμίζει διαρκώς στη διεθνή κοινότητα ότι η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους συνεχίζεται. Η ιστορία ενός λαού δεν επιβιώνει μόνο στα βιβλία. Επιβιώνει στους θεσμούς που δημιουργεί για να προστατεύσει την αλήθεια του.
*Δικηγόρος