Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Επί σκηνής βρίσκεται ένα κασελάκι, καλυμμένο με σημαίες, ελληνική και κυπριακή. Κάτω από αυτό ένα μπαούλο. Δίπλα μία καρέκλα. Μπροστά, μία εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, με τις φωτογραφίες των πεσόντων και των αγνοουμένων του 70 ΤΜΧ και ένα κάδρο, με τους ήρωες του Μηχανικού της ΕΛΔΥΚ. Η σκηνή φωτίζεται αμυδρά από φαναράκια, σαν κι αυτά που τοποθετούνται στα μνήματα. «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά», άλλωστε. Κεντρική μορφή στη σκηνή μία γυναίκα, σαν βγαλμένη από αρχαία τραγωδία. Μαζί της ένας κιθαρίστας. Η γυναίκα είναι η μεσόφωνος Μυρτώ Γεωργιάδου· ο κιθαρίστας ο Γιώργος Μουρτζάκης. Ένα «Ανεπίδοτο Γράμμα» αποτελεί το πλαίσιο. Το κασελάκι παραπέμπει στα κασελάκια με τα λείψανα των αγνοουμένων, το μπαούλο στην προσφυγοποίηση.

Η Μ. Γεωργιάδου είναι κόρη του δεκανέα του 70 ΤΜΧ Βασίλειου Γεωργιάδη, του οποίου τα ίχνη χάθηκαν στις 6/8/1974, όταν η ίδια ήταν εννέα μηνών. Τα οστά του εντοπίστηκαν το 2006 σε ομαδικό τάφο. Στις 6/8/2021 τελέστηκε η νεκρώσιμος ακολουθία των λειψάνων. Η κόρη, 48 ετών πια, κήδεψε τον 30χρονο πατέρα της. Οι μνήμες και τα συναισθήματα μετουσιώθηκαν σε μουσικοποιητική παράσταση, θεμελιωμένη στο «Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα», του Κώστα Μόντη. Η πρεμιέρα έγινε στο Ηράκλειο, στις 22/7/2024, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης για τον μισό αιώνα από την Τουρκική Εισβολή. Στις 27/7/2026 παρουσιάστηκε στη Λευκωσία (Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’). «Η ιδέα για την παράσταση γεννήθηκε μετά την κηδεία των λειψάνων του πατέρα. Ένιωθα πως έπρεπε, αξιοποιώντας και τις σπουδές μου, να συνεισφέρω στη μνήμη. Τα συναισθήματα αναζητούσαν διέξοδο», τονίζει η Μ. Γεωργιάδου.

Όταν χάθηκε ο πατέρας

Η Μυρτώ Γεωργιάδου γεννήθηκε στις 28/10/1973. Οι γονείς γνωρίστηκαν στην Αθήνα, όπου σπούδαζαν, ο Κύπριος Βασίλειος Γεωργιάδης πολιτικός μηχανικός, και η Κρητικιά Φωτεινή Δοξαστάκη Αγγλική Φιλολογία. Μετά τον γάμο το ζεύγος εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. Έως το 1974, η Φωτεινή Δοξαστάκη-Γεωργιάδου, δίδαξε Αγγλικά σε Λάπηθο και Λευκωσία. Στη Λευκωσία βρήκε την οικογένεια η Τουρκική Εισβολή, στις 20/7/1974. Παρά τους ενδοιασμούς της Φωτεινής -που από τις 15 Ιουλίου φοβόταν για τις εξελίξεις- ο Β. Γεωργιάδης έσπευσε αυθημερόν να καταταγεί, ως έφεδρος δεκανέας, στο 70 ΤΜΧ. Προηγουμένως, φρόντισε για την ασφάλεια συζύγου και κόρης. Στις 2 Αυγούστου επισκέφτηκε, με άδεια, Φωτεινή, Μυρτώ και γονείς στη Λεμεσό, όπου βρίσκονταν όλοι μαζί πια. Προσπαθώντας να τους καθησυχάσει, εξέφρασε την πεποίθηση (ή ελπίδα) πως σύντομα οι διπλωματικές διαβουλεύσεις θα κατέληγαν σε ειρήνευση και θα επέστρεφε κοντά τους. «Μας είπε, επίσης, πως το 70 ΤΜΧ έστρωνε ναρκοπέδια σε προωθημένες θέσεις της Εθνικής Φρουράς. Σφαίρες πολλές δεν είχαν, οι νάρκες ήταν ο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης των εισβολέων», λέει η Φ. Γεωργιάδου.

Στις 5 Αυγούστου, λόχος του 70 ΤΜΧ έλαβε εντολή ναρκοθέτησης της περιοχής Λαπήθου και Καραβά, παρεμποδίζοντας την τουρκική προέλαση. Μέχρι το βράδυ, είχε ναρκοθετηθεί η Λάπηθος. Οι σκαπανείς διατάχθηκαν να διανυκτερεύσουν στη Λάπηθο, ολοκληρώνοντας την αποστολή την επομένη. Χαράματα 6ης Αυγούστου χιλιάδες Τούρκοι εξαπέλυσαν λυσσαλέα επίθεση κατά μήκος του μετώπου Καραβά-Λαπήθου. Οι ναρκοθέτες του 70 ΤΜΧ εγκλωβίστηκαν, εγκαταλελειμμένοι από τον διοικητή τους, σε μια κόλαση πυρός καλούμενοι, πια –μαζί με ευάριθμους άνδρες ταγμάτων Πεζικού και της ΕΛΔΥΚ– να πολεμήσουν, αν και δεν ήταν αυτός ο ρόλος τους. Γράφει, ο πρωτ. Ανδρέας Βορκάς, συμπολεμιστής των ηρώων στο 70 ΤΜΧ: «βάδισαν περήφανοι Έλληνες τον ανήφορο της τιμής∙ πάμφωτοι από το φως της Μεταμόρφωσης στο φως να μεθύσουν!»

Καθώς, μετά το τέλος του πολέμου, οι πληροφορίες από επίσημες πηγές ήταν ελλιπείς και θολές, οι συγγενείς του Β. Γεωργιάδη διατήρησαν για πολύ την ελπίδα της επιστροφής. Έως το 1977, Φωτεινή και Μυρτώ διέμεναν στη Λεμεσό, με τους γονείς του συζύγου και πατέρα. Έπειτα η Φωτεινή αποφάσισε την επιστροφή στην Κρήτη.

Οι επισκέψεις στην Κύπρο ήταν συχνές και η σύνδεση της Μυρτώς με την οικογένεια του πατέρα και τον τόπο ισχυρή. Ισχυρότερος ήταν, όμως, ο δεσμός με τη μητέρα. Από τη μητέρα και τους συγγενείς γνώρισε, από νήπιο, την πατρική ιστορία, αποκτώντας συναίσθηση της κληρονομιάς της. Άλλωστε, οι φωτογραφίες μαρτυρούσαν και την ομοιότητα. Την πονούσε η απουσία, περισσότερο, όμως, την πλήγωνε η αμνησία της (επίσημης) Ελλάδας, αναφορικά με τους πολεμιστές του 1974. Λόγω και της επιχείρησης «ΝΙΚΗ», που ξεκίνησε από τη Σούδα, και τις μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών τους, γνώρισε παραγνώριση και συνέπειες, σε επίπεδο πέραν του προσωπικού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η οικογενειακή πληγή βιωνόταν ως μέρος ενός συλλογικού τραύματος.

Πλήγωνε, επίσης, τη Μ. Γεωργιάδου η πολυετής ατελέσφορη επικοινωνία της μητέρας με την κυπριακή πολιτεία, με βασικό αίτημα τις ακριβείς πληροφορίες. Ορμώμενη από αυτά τα αισθήματα καθώς και τη στάση των ξένων, απαγγέλλει επί σκηνής: «Μητέρα, τώρα πια γίναμε εμπόριο,

κι έρχονται απ’ όλο τον κόσμο υπουργοί

κι αρχηγοί κομμάτων, κι απεσταλμένοι εφημερίδων,

να δουν τους προσφυγικούς καταυλισμούς μας και ‘να φροντίσουν’,

ν’ ακούσουν για τους ‘αγνοουμένους’ μας και ‘να φροντίσουν’.

Έρχεται, μητέρα, ο Γενικός Γραμματεύς της Διεθνούς Οργανώσεως,

και μας παροτρύνει να κρατηθούμε και να μη φοβόμαστε,

γιατί η υπόθεσή μας είναι υπόθεση ολοκλήρου του κόσμου.

Κι εκ των υστέρων αποδείχτηκε

πως δεν ήταν υπόθεση ολοκλήρου του κόσμου

κι εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε “ολόκληρος κόσμος”» (Μόντης).

        Η Μ. Γεωργιάδου επισημαίνει πως οι μαρτυρίες των συμπολεμιστών έπρεπε να αξιοποιηθούν και να διαβιβαστούν στους συγγενείς νωρίς, ώστε να λυτρωθούν από την αβεβαιότητα. Διαβάζοντας το βιβλίο της Μαρίας Καρεφυλλίδου-Ιωάννου, «Αναζητώντας τα ίχνη», εντόπισε πλήθος ομοιοτήτων με τον αγώνα, για την αναζήτηση των ιχνών του πατέρα. Εξιστορεί με αγανάκτηση τη γραφειοκρατία, την αναλγησία ορισμένων και τις αθέλητες ή σκόπιμες παραπλανήσεις. Στον αντίποδα, η ευγνωμοσύνη για τη θέρμη, με την οποίαν την αγκάλιασε ο «Παγκύπριος Σύνδεσμος Εφέδρων Μηχανικού». Οι αφηγήσεις συμπολεμιστών του πατέρα συνέβαλαν στην ανασύνθεση της εικόνας του, καθιστώντας την πληρέστερη. Ο Βασίλειος Γεωργιάδης, ο γιος, ο σύζυγος, ο πατέρας, ήταν, μαρτυρημένα, ήρωας. Ήταν ένας από εκείνους, που αντιστάθηκαν στους εισβολείς, παρά την προδοσία που παρεισέφρησε.

        Αξιομνημόνευτα, εδώ, τα λόγια της Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου: «Έθεσα στη ζωή μου ως στόχο την εξακρίβωση των συνθηκών εξαφάνισης του αδελφού μου. Στερούμενη πληροφόρησης από τους αρμοδίους, θα είχα καταλήξει σε μια απέλπιδα αναζήτηση, αν δε είχα την υποστήριξη παλαιών πολεμιστών και την άνωθεν βοήθεια. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι η ουσία του θέματος έγκειται στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ‘αγνοουμένων’ και των συγγενών τους. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα είναι τόσο ισχυρά, που απειλούν να καταβαραθρώσουν το σύστημα αξιών στο οποίο έχει οικοδομηθεί ο σύγχρονος κόσμος». Στο ίδιο πνεύμα, η Φ. Γεωργιάδου λέει: «Οι μεγάλες Δυνάμεις έχουν κάνει το διεθνές δίκαιο κουρελόχαρτο, έχουν μετατρέψει τον κόσμο σε σκακιέρα και παίζουν με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Μακάρι, πια, η Ελλάδα να συμπαρίσταται σταθερά στην Κύπρο, γιατί αν η Κύπρος χαθεί η Ελλάδα θα χαθεί».

        Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου και Φ. Γεωργιάδου συνομίλησαν πολλές φορές τηλεφωνικά και έχουν συναντηθεί στη Λευκωσία. Η Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου λέει, περιγράφοντας το αποτύπωμα: «Φωτεινή! Άνθρωπος που δεν δέχθηκε παθητικά τη μοίρα της. Με ανοιχτή την πληγή στάθηκε όρθια, αξιοπρεπώς, κόντρα στους ανέμους. Με επαναστατική, ατσαλένια κρητική ψυχή ανέθρεψε τη Μυρτώ μεταλαμπαδεύοντάς της τις δικές της αξίες. Φωτεινή και Μυρτώ δεν αποδέχθηκαν τη διπροσωπία των ξένων, το άδικο και τη σκλαβιά της Κύπρου μας».

Η συνάντηση και η κηδεία

Όπως προαναφέρθηκε, τα οστά του Β. Γεωργιάδη εντοπίστηκαν το 2006, σε ομαδικό τάφο. Ο σκελετός ήταν πλήρης, αλλά η ταυτοποίηση παρατάθηκε έως το 2021. Η εξέλιξη βρήκε Φωτεινή και Μυρτώ στο Ηράκλειο. Η Μ. Γεωργιάδου θυμάται το ρίγος στη θέα του σκελετού και την προσοχή της να στρέφεται σε ένα σημάδι, στο οστό του χεριού. Αυτή ήταν η πρώτη απομνημονευμένη συνάντηση με τον πατέρα. Οι γονείς του ήρωα, Γεώργιος και Αναστασία, είχαν εκδημήσει, 2002 και 1999 αντίστοιχα, με τον καημό της άγνοιας για την τύχη του.

        «Κι όταν στην ταυτοποίηση των οστών του/ γονάτισα, ο λεπτός αυτού συναρμολόγος μού παρέδωσε/ δόντι χρυσό, του θείου πατρός μου δώρο», γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, περιγράφοντας συνάντηση κόρης – πατέρα, όπως εκείνη που βίωσε και η Μ. Γεωργιάδου, το 2021. Στην ίδια δεν παραδόθηκε δόντι, αλλά κέρμα, που έγινε ενθύμιο και φυλακτό.

        Το 2021, στην κηδεία, ανήμερα της Μεταμορφώσεως, στον ιερό ναό Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στη Λεμεσό, η κόρη ξεπροβόδισε τον πατέρα με μαντινάδα: «Πατέρα μου τα μάτια σου, τα χάρισες σε μένα/ για να θωρώ να σιαίρουμαι, τον κόσμο και για σένα». Στις παραστάσεις του «Ανεπίδοτου Γράμματος», έχει πάντα μαζί τη φωτογραφία και το κέρμα του.

*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.