Πενήντα ένα χρόνια μετά την εισβολή, τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 έχουν καταγραφεί εξαντλητικά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η εσωτερική τουρκική διάσταση όμως —το κλίμα στην Άγκυρα πριν και κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, οι αντιφάσεις της ηγεσίας, οι στιγμές που η εισβολή κόντεψε να ναυαγήσει— παραμένει σε μεγάλο βαθμό στη σκιά.
Αντλώντας από το αρχείο του δημοσιογράφου Μεχμέτ Αλί Μπιράντ (αρχείο «32. Gün») και από τις απαντήσεις του Τούρκου διπλωμάτη Ενγκίν Σολάκογλου, ο οποίος για πολλά χρόνια παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά για λογαριασμό του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, σε ερωτήσεις του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ), επιχειρούμε σε αυτό το επετειακό δημοσίευμα να ανασυνθέσουμε το 1974 όπως το βίωσε και το αφηγείται η ίδια η Τουρκία. Η οπτική είναι, εκ των πραγμάτων, τουρκική και η αναπαραγωγή της δεν συνιστά υιοθέτηση των όρων ή των ερμηνειών της.
Μια χώρα βγαλμένη μόλις από τη στρατιωτική κηδεμονία
Για να κατανοήσει κανείς πώς λήφθηκε η απόφαση της εισβολής, πρέπει πρώτα να δει σε ποια κατάσταση βρισκόταν η Τουρκία. Τον Ιούλιο του 1974 η χώρα είχε μόλις αφήσει πίσω της τη διετία της στρατιωτικής κηδεμονίας που είχε εγκαινιάσει το πραξικοπηματικό υπόμνημα της 12ης Μαρτίου 1971. Όπως δείχνει το ντοκιμαντέρ/αρχείο του Μπιράντ, εκείνη η περίοδος είχε σημαδευτεί από τον απαγχονισμό των νεαρών ηγετών της φοιτητικής Αριστεράς —του Ντενίζ Γκεζμίς και των συντρόφων του— από κύματα συλλήψεων και βασανιστηρίων, και από μια βαθιά κρίση στην κορυφή του ίδιου του στρατεύματος.
Κορύφωση αυτής της κρίσης ήταν η σύγκρουση γύρω από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας στις αρχές του 1973. Οι στρατιωτικοί επιχείρησαν να επιβάλουν στη Βουλή τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Φαρούκ Γκιουρλέρ. Πολιτικοί και βουλευτές δέχθηκαν ωμές απειλές —ακόμη και κατά της ζωής τους. Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ θυμάται μπροστά στην κάμερα του Μπιράντ τηλεφωνική απειλή «εκ μέρους των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων», ενώ ο Μπουλέντ Ετζεβίτ περιγράφει πώς ένας στρατηγός τον απείλησε ανοιχτά με δολοφονία. Τελικά η Βουλή αντιστάθηκε, ο Γκιουρλέρ καταψηφίστηκε, και ως συμβιβασμός εξελέγη ο Φαχρί Κορούτουρκ.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το ασταθές τοπίο σχηματίστηκε, λίγους μήνες πριν την εισβολή, η εύθραυστη κυβέρνηση συνασπισμού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας (MSP) που έφερε τον κεντροαριστερό, κοσμικό Ετζεβίτ δίπλα στον ισλαμιστή Νετζμετίν Έρμπακαν. Ο Μπιράντ περιγράφοντας την εν λόγω κυβέρνηση είπε ότι ήταν σαν να έβαζες «πλάι-πλάι τη φωτιά με το μπαρούτι» — έναν υπερασπιστή του κοσμικού καθεστώτος πλάι σε έναν διάδοχο ενός συντηρητικού κόμματος που είχε απαγορευθεί επειδή «προσπαθούσε να γκρεμίσει το καθεστώς».
Πόσο δυσλειτουργικός ήταν αυτός ο συνασπισμός φαίνεται από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες του. Οι δύο εταίροι συγκρούστηκαν για το άγαλμα μιας γυμνής γυναικείας μορφής στο Καράκιόι της Κωνσταντινούπολης, που το MSP του Έρμπακαν αφαίρεσε μια νύχτα με γερανό· ακολούθησε εγκύκλιος που απαγόρευε την πώληση μπίρας σε ορισμένα σημεία της χώρας, και έπειτα οι «εθνικές βιομηχανικές» πρωτοβουλίες του Έρμπακαν, που εξόργιζαν τους κεμαλιστές του CHP. Αυτή η ετοιμόρροπη κυβέρνηση κλήθηκε, λίγες ημέρες αργότερα, να διαχειριστεί την κρίση της 15ης Ιουλίου — όταν, κατά την τουρκική αφήγηση, η είδηση από την Κύπρο «έκανε ξαφνικά τους πάντες να ξεχάσουν» τις εσωτερικές τους διαφορές.
Ο μακρύς ίσκιος της επιστολής Τζόνσον
Κανένα τουρκικό αφήγημα του 1974 δεν μπορεί να παραλείψει την επιστολή του Αμερικανού Προέδρου Λίντον Μπέινς Τζόνσον. Στις 5 Ιουνίου 1964, εν μέσω προηγούμενης κρίσης, ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε αποτρέψει τουρκική απόβαση στέλνοντας ένα σκληρό μήνυμα. Όπως το συνοψίζει ο Ενγκίν Σολάκογλου, οι ΗΠΑ είπαν στην ουσία: «Αν αποβιβαστείτε στην Κύπρο, θα μείνετε μόνοι απέναντι στην ΕΣΣΔ». Για μια Τουρκία που μέχρι τότε θεωρούσε τον εαυτό της «αναντικατάστατο εταίρο» της Ουάσιγκτον, αυτό το μήνυμα υπήρξε —κατά τον κ. Σολάκογλου— «βαρύ πλήγμα».
Αυτή τη φορά όμως η Άγκυρα αποφάσισε να αγνοήσει την απειλή. «Τα επιτελεία που κυβερνούσαν την Τουρκία υπολόγισαν ότι οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν να χάσουν τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ λόγω μιας περιορισμένης επιχείρησης», εξηγεί στο ΚΥΠΕ ο κ. Σολάκογλου. «Έκριναν ότι η απειλή της επιστολής Τζόνσον ήταν αβάσιμη — και δικαιώθηκαν».
Έρμπακαν εναντίον Ετζεβίτ: το ζήτημα των στόχων
Ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα αφορά το πόσο φιλόδοξοι ήταν πραγματικά οι τουρκικοί στόχοι. Στη συλλογική μνήμη της Ελλάδας και της Κύπρου επιβιώνει η εικόνα ενός Έρμπακαν που ήθελε «να τα πάρει όλα». Ο κ. Σολάκογλου δεν αρνείται ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης διατύπωνε τέτοιες κορώνες, αλλά τις αποδίδει στην ιδιοσυγκρασία του: «Πετάει πολλά… Ένα κάνει, πέντε λέει. Δίνει πενήντα υποσχέσεις, κρατάει τρεις. Αυτός είναι ο τρόπος του να κάνει πολιτική».
Ο Τούρκος διπλωμάτης αμφισβητεί ότι υπήρξε ποτέ πραγματικός σχεδιασμός κατάληψης ολόκληρου του νησιού: «Δεν νομίζω ότι η εμμονή του “να τα πάρουμε όλα” ήταν ειλικρινής. Κανένας από τους αξιωματούχους που σχεδίαζαν την επιχείρηση δεν είχε τέτοιον σχεδιασμό. Δεν το άκουσα ούτε καν από τον Ντενκτάς, που τον γνώρισα προσωπικά». Συνεχίζοντας δε προσθέτει μια ιστορική ανάγνωση που συχνά λησμονείται: όταν συζητούνταν οι Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, «η Τουρκία υπερασπιζόταν την ομοσπονδία». Η ολική κατάληψη και προσάρτηση —«η Ένωση τουρκικού τύπου», όπως την ονομάζει σαρκαστικά— «ουδέποτε τέθηκε» επί τάπητος. Αντιθέτως, όπως φαίνεται και από το αρχειακό υλικό, η τουρκική πολιτική για δεκαετίες ταλαντευόταν ανάμεσα στην ομοσπονδία και τη διχοτόμηση («taksim»), χωρίς σταθερό στόχο.
20 Ιουλίου: η εισβολή που παραλίγο να ναυαγήσει
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο άγνωστη πτυχή του 1974 για το ελληνικό και κυπριακό κοινό: η ίδια η εισβολή, στην πρώτη της μέρα, κόντεψε να μετατραπεί σε στρατιωτική καταστροφή για την Τουρκία.
Το δεύτερο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του Μπιράντ είναι αποκαλυπτικό. Η απόφαση λήφθηκε «το ίδιο βράδυ» της 15ης Ιουλίου σε σύσκεψη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας υπό τον Κορούτουρκ. Όμως, όπως τονίζει η αφήγηση, «επί 50 χρόνια ο στρατός δεν είχε μπει σε καμία διασυνοριακή πολεμική επιχείρηση». Στην απόβαση της 20ής Ιουλίου στάλθηκαν αρχικά «περίπου τρεις χιλιάδες στρατιώτες», με περιορισμένα όπλα και πυρομαχικά. Η θάλασσα ήταν ταραγμένη, οι ενισχύσεις καθυστερούσαν, και στην οροσειρά του Πενταδακτύλου ξέσπασε «απρόσμενα ισχυρή αντίσταση».
Όταν νύχτωσε, η κατάσταση έγινε κρίσιμη: η αεροπορία δεν μπορούσε πια να πετάξει και το ναυτικό αναγκάστηκε να σιγήσει «από φόβο μήπως χτυπήσει τους δικούς του». Το τουρκικό σύνταγμα (ΤΟΥΡΔΥΚ) στη Λευκωσία βρέθηκε σχεδόν περικυκλωμένο. Στην Άγκυρα, ενώ η κρατική τηλεόραση ανακοίνωνε ότι όλα πήγαιναν καλά, το Επιτελείο και το Πρωθυπουργικό Μέγαρο περίμεναν με κομμένη την ανάσα ένα μήνυμα από τον ασύρματο. Ο ίδιος ο Ετζεβίτ ομολογεί: «Εκείνο το σύνταγμα στη Λευκωσία μάς ανησύχησε πάρα πολύ. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με τίποτα και ήταν περικυκλωμένοι από παντού. Όλη τη νύχτα ως το πρωί προσευχόμουν να μην πάθουν τίποτα. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ».
Με τα πρώτα φώτα της αυγής, τα τουρκικά αεροσκάφη απογειώθηκαν ξανά και έσπασαν τον κλοιό. «Η γενναιότητα μιας χούφτας στρατιωτών έσωσε το γόητρο της Τουρκίας», συμπεραίνει το ντοκιμαντέρ. Η εικόνα μιας θριαμβευτικής, ακαριαίας επιχείρησης —που κυριαρχεί στην επίσημη τουρκική μυθολογία— απέχει πολύ από τις αφηγήσεις για αυτή τη νύχτα αγωνίας.
«Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές»: η δεύτερη φάση και η Γενεύη
Ανάμεσα στις δύο φάσεις της εισβολής μεσολάβησαν οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης. Ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, Τσοσκούν Κιρτζά, τις περιγράφει ως «δύο διπλωματικές μάχες». Στην πρώτη, για τους όρους της κατάπαυσης του πυρός, η τουρκική πλευρά επέβαλε —κατά τον ίδιο— τη θέληση της: ενώ συνήθως οι αντιμαχόμενες δυνάμεις παραμένουν στις γραμμές όπου τις βρίσκει η εκεχειρία, «εμείς το ξεπεράσαμε αυτό», λέει, «γιατί ο σκοπός μας ήταν να σώσουμε την τουρκική κοινότητα όπου κι αν βρισκόταν». Στη δεύτερη φάση, όπως υποστηρίζει ο Κιρτζά, «οι Ελληνοκύπριοι για πρώτη φορά αναγνώρισαν την ύπαρξη χωριστής τουρκικής κοινότητας και μιας διοίκησης που της ανήκει». Σύντομα όμως, ισχυρίζεται, φάνηκε ότι ο πραγματικός στόχος της ελληνοκυπριακής πλευράς ήταν η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς — και έτσι οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.
Όταν οι συνομιλίες ναυάγησαν, ήρθε η εντολή για τη δεύτερη φάση μέσα από ένα κωδικό που έχει μείνει στην ιστορία. Ο Υπουργός Εξωτερικών Τουράν Γκιουνές τηλεφώνησε από τη Γενεύη και ψιθύρισε στον Ετζεβίτ το σύνθημα: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές» (Ayşe tatile çıkabilir). Η Αϊσέ ήταν η κόρη του Γκιουνές — και ταυτόχρονα το σύνθημα της δεύτερης εισβολής, με την οποία η Τουρκία κατέλαβε σχεδόν το 1/3 του νησιού. Στο εσωτερικό της Τουρκίας, σημειώνει το αρχειακό υλικό του Μπιράντ, ακολούθησε ένα κύμα εθνικής ευφορίας και πρωτόγνωρης ενότητας, με τον Ετζεβίτ να ανακηρύσσεται ως ο «πορθητής της Κύπρου» στη λαϊκή συνείδηση.
Παπαρούνες, εμπάργκο και απειλές
Μια από τις πιο παρεξηγημένες πτυχές αφορά το αμερικανικό εμπάργκο όπλων. Στην κυρίαρχη αφήγηση, το εμπάργκο ήταν η τιμωρία για την Κύπρο. Ο Ετζεβίτ όμως επιμένει στην κάμερα του Μπιράντ ότι η αλήθεια είναι διαφορετική — και ότι «εδώ και χρόνια δεν έχει καταφέρει να το εξηγήσει»: «Πολλοί νομίζουν ότι το 1974 οι ΗΠΑ επέβαλαν εμπάργκο εξαιτίας της Κύπρου. Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή». Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυβέρνησή του είχε άρει την απαγόρευση καλλιέργειας παπαρούνας (haşhaş) την 1η Ιουλίου, και «μόλις λίγες μέρες αργότερα, πριν καν γίνει το πραξικόπημα στην Κύπρο», η αμερικανική Γερουσία αποφάσισε το εμπάργκο· η Κύπρος, λέει, προστέθηκε ως πρόσχημα «μήνες αργότερα».
Το θέμα αυτό αναδεικνύει και ο Ενγκίν Σολάκογλου ως ένα από τα κρίσιμα σημεία: η τριβή ΗΠΑ–Τουρκίας, υποστηρίζει, ξεπερνούσε το ζήτημα της Κύπρου και αφορούσε τη διάθεση της κυβέρνησης CHP–MSP να σπάσει «ταμπού της εξωτερικής πολιτικής». Το τουρκικό αρχειακό υλικό καταγράφει επίσης ότι μετά την εισβολή ακούστηκαν στην Ουάσιγκτον ακραίες απειλές «από πρόσωπα σε υπεύθυνες θέσεις» — από την αποπομπή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ έως και προτάσεις βομβαρδισμού. Είναι η στιγμή που, κατά την τουρκική ανάγνωση, γεννιέται ο μακροχρόνιος αντιαμερικανισμός στην Τουρκία.
Από το 1974 στο 1980: ένας στρατός «γαζής»
Στην Κύπρο και την Ελλάδα συχνά συνδέεται ευθέως η εισβολή με το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, καθώς το στρατιωτικό επιτελείο που διεξήγαγε την εισβολή, ανέβηκε αργότερα στην κορυφή της ιεραρχίας και κατέλαβε την εξουσία. Ο κ. Σολάκογλου είναι επιφυλακτικός απέναντι σε αυτή τη γραμμική ανάγνωση: «Ανάμεσά τους μεσολαβούν έξι χρόνια. Η ιεραρχία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δεν έκανε άλματα τότε. Η “ανανέωση” έγινε φυσιολογικά. Δεν βλέπω ευθεία σχέση ανάμεσα στα δύο ιστορικά γεγονότα» — συνεχίζοντας δε υπενθύμισε ότι «η αρχαιότητα του πολέμου» αποτελεί λόγο προαγωγής σε κάθε στρατό του κόσμου.
Ο κ. Σολάκογλου αναγνωρίζει ωστόσο έναν λεπτό κρίκο που συνδέει τις μετέπειτα εξελίξεις, εστιάζοντας αυτή τη φορά σε μια κοινωνική και όχι συνωμοτική ανάγνωση των πραγμάτων: «Ένας στρατός “γαζής” [που έχει πολεμήσει νικηφόρα] έχει υψηλό γόητρο. Το κύρος ενός στρατού που ήταν ο “γαζής της Κύπρου” — μαζί με πολλούς άλλους λόγους βεβαίως — μπορεί να εξηγήσει τη μικρή κοινωνική αντίσταση στο πραξικόπημα και την ευρεία λαϊκή στήριξη που είχε η πενταμελής χούντα». Η Κύπρος, με άλλα λόγια, δεν «παρήγαγε» τους πραξικοπηματίες του 1980, αλλά τους χάρισε το γόητρο που τους διευκόλυνε στο να επικρατήσουν.
Ντενκτάς, ο «αστικός μύθος» και το σήμερα
Δύο ακόμη σταθερές δοκιμάζονται από την μαρτυρία του κ. Σολάκογλου. Η πρώτη είναι η εικόνα του Ραούφ Ντενκτάς ως απλού οργάνου της Άγκυρας. «Έναν τέτοιο ηγέτη δεν μπορείς να τον “διορίσεις” από την Άγκυρα», αντιτείνει ο κ. Σολάκογλου. «Αν το 70% της πολιτικής ζωής του Ντενκτάς πέρασε παλεύοντας ενάντια στους Ελληνοκυπρίους, τουλάχιστον το 30% πέρασε να τσακώνεται με την Άγκυρα» — συνεχίζοντας ο κ. Σολάκογλου υπενθύμισε μάλιστα περιόδους που ο Τ/κ ηγέτης βρέθηκε ουσιαστικά σε κατ’ οίκον περιορισμό στην τουρκική πρωτεύουσα.
Η δεύτερη είναι ο «αστικός μύθος» —διαδεδομένος και στις δύο πλευρές— ότι το 1974 η Κύπρος διχοτομήθηκε κατόπιν συμφωνίας της ελληνικής χούντας με τις ΗΠΑ και την Τουρκία. Ο κ. Σολάκογλου απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό σχολιάζοντας δηκτικά ότι: «Στη γεωγραφία και την κουλτούρα που μοιραζόμαστε, η αναζήτηση άλλοθι για την αποτυχία είναι σχεδόν εθνικό σπορ». Κατά την ανάγνωσή του, η χούντα των συνταγματαρχών απλώς «έκανε τους λογαριασμούς της», στοιχημάτισε και έχασε: «Κάηκε στη φωτιά που η ίδια άναψε. Έχασε και την Κύπρο και την εξουσία της».
Πενήντα ένα χρόνια μετά, η ετυμηγορία του κ. Σολάκογλου για τη συνολική τουρκική πολιτική είναι αυστηρή: η Κύπρος, λέει, υπήρξε «ένα γεωπολιτικό βήμα που για την Τουρκία κατέληξε σε φιάσκο» και «καθαρή απόδειξη ότι η σχετική στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για να είσαι επιτυχημένο κράτος». Δεν πιστεύει ότι η Άγκυρα θα προχωρήσει σε επίσημη προσάρτηση των κατεχομένων· αντιθέτως, διαβλέπει μια κυνική σχέση εκμετάλλευσης. Επιπλέον, προειδοποιεί για την παγίδα να αντιμετωπίζεται το Κυπριακό «σαν να ζει μέσα σε μια γυάλα με σταθερές ατμοσφαιρικές συνθήκες»: «Η Κύπρος δεν βρίσκεται στην Ευρώπη, αλλά στη Μέση Ανατολή», και κάθε εξέλιξη στις σχέσεις Λιβάνου–Ισραήλ ή Λιβάνου–Συρίας θα την επηρεάζει άμεσα.
Αυτές είναι οι όψεις του 1974 που η Τουρκία αφηγείται στον εαυτό της: μια χώρα σε εσωτερική αναταραχή, μια ηγεσία γεμάτη αντιφάσεις, μια επιχείρηση που ήταν πολύ πιο επισφαλής απ’ όσο δείχνει ο επίσημος θρίαμβος, και ένα στοίχημα του οποίου το πολιτικό κόστος —κατά μία τουλάχιστον τουρκική φωνή— δεν ξεπληρώθηκε ποτέ.
«Ας μιλήσουμε ανοιχτά»: τι θα σήμαινε σήμερα μια «λύση»
Ο κ. Σολάκογλου κλείνει τη συνομιλία του με το ΚΥΠΕ αμφισβητώντας την ίδια την έννοια της «ιδανικής λύσης»: «Ποια είναι η προβλεπόμενη, η αποκαλούμενη “ιδανική” λύση για την Κύπρο σήμερα; Μια Κύπρος μέλος της ΕΕ, ενωμένη, μέλος του ΝΑΤΟ ή σε μεγάλο βαθμό ενταγμένη σε αυτό — όπως άλλωστε είναι ήδη και ο Βορράς (κατεχόμενα) και ο Νότος. Βάζοντας στη σειρά αυτά τα στοιχεία, θα έχουμε άραγε μια πιο σταθερή, ασφαλή, ιδανική Κύπρο;».
Ο κ. Σολάκογλου τονίζει ότι εσκεμμένα παρακάμπτει ολόκληρο το καθιερωμένο λεξιλόγιο των διαπραγματεύσεων: «Προσέξτε, δεν χρησιμοποίησα καν τους όρους που μασάμε σαν τσίχλα εδώ και χρόνια — ομοσπονδία, συνομοσπονδία, λύση δύο κρατών, διζωνικότητα, δικοινοτικότητα». Για τον ίδιο, το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται αλλού:
«Στην Κύπρο την οποία ο ιμπεριαλισμός θα χρησιμοποιήσει ως ένα ακόμη εφαλτήριο για να επιτεθεί στη Μέση Ανατολή — όπου σήμερα υπάρχουν βρετανικές βάσεις και αύριο θα υπάρχουν αμερικανικές, γαλλικές και, στο τέλος, νατοϊκές — θα μπορούν να ζήσουν άραγε οι λαοί με ασφάλεια; Δεν πρέπει να κοροϊδεύουμε την ανθρώπινη λογική. Η “λύση” που θα βρεθεί τώρα δεν θα έχει άλλο αποτέλεσμα από το να μετατρέψει το νησί σε μια γιγαντιαία νατοϊκή βάση, που θα αναλάβει τον ρόλο της οπισθοφυλακής του Ισραήλ».
Στη θέση της «ιδανικής λύσης», ο Τούρκος διπλωμάτης θέτει δύο αλληλένδετες προϋποθέσεις που μπορούν να σπάσουν το αδιέξοδο: «Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Η εγκαθίδρυση μιας ανθρωποκεντρικής λύσης στην Κύπρο εξαρτάται από δύο παράγοντες. Πρέπει να σταματήσει η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στην περιοχή και το πιο απτό, ορατό προϊόν της — η ισραηλινή επεκτατικότητα. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η εγκαθίδρυση, σε Τουρκία και Ελλάδα, λαϊκών εξουσιών που δεν θα κάνουν τα θελήματα του ιμπεριαλισμού και θα προκρίνουν τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης. Χωρίς αυτά, κάθε εγχείρημα δεν μπορεί παρά να αποτελεί για τους λαούς της Κύπρου χαμένος χρόνος και απογοήτευση. Πικρό, αλλά αληθινό!».
ΚΥΠΕ