Ήμουν εκεί και δεν ήμουν εκεί. Εννοώ στην αντικατοχική εκδήλωση το περασμένο Σάββατο (1/8) στον υπαίθριο χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Αμμοχώστου στη Δερύνεια. Ναι συμμετείχα και στην ολιγόλεπτη πορεία στο γειτονικό οδόφραγμα της Δερύνειας στον δρόμο Δερύνειας – Αμμοχώστου που διασχίζει την κατεχόμενη Κάτω Δερύνεια και καταλήγει έξω από την περιφραγμένη πόλη.
Όπως είναι γνωστό, ένας τοίχος από ψηλό αγκαθωτό σύρμα και από τις δύο πλευρές του δρόμου, αποκλείει την πρόσβαση και την πραγματική επαφή με τον χώρο, αφού είναι στρατιωτική περιοχή ελεγχόμενη από την κατοχική Τουρκία. Η μοναδική επαφή με την κοινότητα, είναι οπτική. Μπορούμε να δούμε τα ερειπωμένα, ακατοίκητα, κατεστραμμένα σπίτια μας πίσω από το συρματόπλεγμα, αλλά δεν μπορούμε να μπούμε σε αυτά ή έστω να τα πλησιάσουμε.

Κι εκεί ακριβώς ήταν το μυαλό μου, στην παιδική κι εφηβική μου ζωή, μέσα και ανάμεσα σ’ αυτά τα σπίτια,στα δρομάκια και στις αλάνες της Κάτω Δερύνειας.
Το Σάββατο, λοιπόν, μετέφερα το πανό της, εναλλάξ με άλλους Κατωδερυνειώτες, τον Μιχάλη, τον Ανδρέα, τον Βαρνάβα, τον Παναγιώτη – κι αυτή η κοινή, δημόσια πρωτοβουλία, είναι για μένα, όπως και γι’ αυτούς, μια υπόθεση πολύ… προσωπική.
Ο Παναγιώτης είναι ο νεαρότερος ανάμεσά μας και όπως μου είπε, ήταν πέντε χρόνων το 1974.
Έτσι, όπως περπατούσαμε ανάμεσα στο μικρό πλήθος των συμμετεχόντων στην πορεία, «ταξίδεψα» νοερά στα δικά μου πέντε χρόνια και θυμήθηκα τον …Άργο, το καφέ-ξανθό σκυλάκι μας που κάθε απόγευμα, όταν ο πατέρας μου επέστρεφε από τη δουλειά, έτρεχε στο κάγκελο της αυλής και τον υποδεχόταν με χαρούμενα γαυγίσματα.
Ο θάνατος του Άργου έφερε στη ζωή μου τα πρώτα μου δάκρυα από αυτή την πρώτη μου αίσθηση απώλειας και πένθους…
Μετά την εκδήλωση, η νυχτερινή διαδρομή με το αυτοκίνητο πίσω στη Λευκωσία, ήταν –και είναι πάντα– δύσκολη για μένα. Να είμαι σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από το σπίτι μου στην Κάτω Δερύνεια και να διανύω σχεδόν εβδομήντα χιλιόμετρα για να επιστρέψω στο …σπίτι μου στη Λευκωσία. Ποιος μπορεί να το καταλάβει και να το καταγράψει αυτό; Σίγουρα όχι τα «πανέξυπνα» drones που πετούσαν πάνω από τον χώρο της αντικατοχικής, ούτε οι Αττίλες που τα έστειλαν.
Ξεκλείδωσα την πόρτα μου στη Λευκωσία και νόμισα ότι άκουσα τα χαρούμενα γαυγίσματα του Άργου, αλλά… δεν ήταν ο Άργος, ήταν η ιδέα μου. Άραγε όλα όσα έζησα μετά την Κάτω Δερύνεια και τον εκτοπισμό, είναι η ιδέα μου; Ένα παράξενο όνειρο που ακόμα συνεχίζεται και που θα τελειώσει όταν ξυπνήσω ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, στον δρόμο προς την Αμμόχωστο;