Στις 16 Ιουλίου 1950, περίπου 200.000 θεατές κατακλύζουν το στάδιο Μαρακανά του Ρίο ντε Τζανέιρο για τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου η οικοδέσποινα Βραζιλία αντιμετωπίζει την Ουρουγουάη, η οποία θεωρείται το μεγάλο αουτσάιντερ της αναμέτρησης.

Η Βραζιλία παίρνει προβάδισμα με γκολ του Καρντόζο, ωστόσο οι παίκτες της Ουρουγουάης δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Με αυξημένη αυτοπεποίθηση και καλύτερη αγωνιστική παρουσία, καταφέρνουν να ανατρέψουν το σκορ και να φτάσουν σε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Η Βραζιλία χάνει 2-1 και «ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν στις εξέδρες ήταν τα δάκρυα που έσταζαν στο έδαφος» γράφει σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου «Πελέ, Μαραντόνα και γκολ» ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Λουτσιάνο Βερνίκε.

Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν άγνωστες ιστορίες για τα Μουντιάλ με πρωταγωνιστές προπονητές, παίχτες, θεατές, σοκαριστικές στιγμές και ηχηρές αποχωρήσεις με φόντο την στρογγυλή θεά.

Ο προπονητής που ντύθηκε γυναίκα και τα γραμματόσημα των Οράνιε!

Αυτή που έστειλε εκείνο το ζεστό βράδυ του Ιουλίου τους «Τσαρούα» της Ουρουγουάης στον έβδομο ουρανό και τους Βραζιλιάνους στην κόλαση αφού σύμφωνα με τον Βερνίκε εκείνη η νύχτα ήταν η θλιβερότερη στην ιστορία του Ρίο Ντε Τζανέιρο.

Για κάποιον άλλον όμως ήταν μια νύχτα τρόμου σύμφωνα με το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Belle Epoque», αφού ο προπονητής της Βραζιλίας Φλάβιο Κόστα φοβόταν για την ζωή του.

«Παρέμεινε κλεισμένος στα αποδυτήρια, πεπεισμένος ότι θα τον σκότωναν, με το που πατούσε το πόδι του έξω από το Μαρακανά. Ο Κόστα έμεινε κλειδωμένος εκεί επί δύο ημέρες και δέχθηκε να φύγει από το κολοσσιαίο στάδιο, μόνο όταν ένας συγγενής του έφερε μια πολύ ιδιαίτερη μεταμφίεση.

Σχεδόν 48 ώρες μετά το τελευταίο σφύριγμα, ο ηττημένος προπονητής δραπέτευσε από την αιχμαλωσία μεταμφιεσμένος σε γυναίκα.

Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά στις 7 Ιουλίου του 1974 η Ολλανδία του Γιόχαν Κρόιφ μπαίνει στον τελικό ως το απόλυτο φαβορί απέναντι στην Γερμανία έχοντας πέντε νίκες και μια ισοπαλία.

Η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει ήδη τυπώσει λίγες ημέρες πριν τον μεγάλο τελικό μια ειδική σειρά γραμματοσήμων, όμως ο Γκερντ Μίλερ έχει διαφορετική άποψη για τον νικητή του τελικού, σκοράρει και δίνει το κύπελο στην Γερμανία.
Την επομένη του τελικού η Ολλανδική Ταχυδρομική Υπηρεσία «αναγκάστηκε να καταστρέψει εκατό χιλιάδες γραμματόσημα που έφεραν την επιγραφή: “Ολλανδία, Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Ποδοσφαίρου”».

Γκερντ Μίλερ: Η αποχώρηση που σόκαρε

Εκείνος ο τελικός του 1974 επιφύλασσε και μια αποχώρηση σοκ το ίδιο βράδυ μετά την απονομή του τροπαίου στην Εθνική ομάδα της Γερμανίας, όταν οργανώθηκε ένας πρώτος επίσημος εορτασμός στον οποίο ήταν καλεσμένοι όλοι οι παίχτες και το team.

«Ο επιθετικός Γκερντ Μίλερ σκόρερ του γκολ που χάρισε στη Γερμανία τη νίκη στον τελικό απέναντι στην Ολλανδία, αποχώρησε απο την Εθνική ομάδα, το ίδιο κιόλας βράδυ…» γράφει ο συγγραφέας του βιβλίου που επισημαίνει παρακάτω: «Η αιτία δεν ήταν αγωνιστική, αλλά κοινωνική. Οι σύζυγοι των ποδοσφαιριστών δεν προσκλήθηκαν στο επίσημο γκαλά-δείπνο που οργάνωσε η Γερμανική ομοσπονδία».

Δεν ήταν μόνο ο Μίλερ που διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό αλλά και οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές που ήθελαν να έχουν δίπλα τους τις συζύγους και τις αρραβωνιαστικιές τους, οι οποίες είχαν ταξιδέψει για να είναι δίπλα τους.
Παρότι «διέμεναν στο ίδιο πολυτελές ξενοδοχείο, όπου δειπνούσαν οι πρωταθλητές κόσμου όσο η δεξίωση εξελισσόταν στη μεγάλη αίθουσα οι γυναίκες περίμεναν-ουσιαστικά εγκαταλελειμμένες-σε άλλο χώρο του κτηρίου.
Έπειτα από εκείνο το βράδυ, ο Μίλερ δεν φόρεσε ποτέ ξανά τη φανέλα της Εθνικής Γερμανίας».

Έβρεχε μπουκάλια

Υπήρχαν στιγμές που έμειναν στην ιστορία και σε προκριματικούς αγώνες στον δρόμο για το Μουντιάλ, όπως το αλήστου μνήμης μπαράζ ανάμεσα σε Ισπανία και Γιουγκοσλαβία.

Ο αγώνας πραγματοποιήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1977 στο γήπεδο του Ερυθρού Αστέρα στο Βελιγράδι, με τους Ίβηρες να ευνοούνται σχεδόν από όλα τα αποτελέσματα, ακόμη και με ήττα με τη μικρότερη δυνατή διαφορά.
«Μην έχοντας να χάσουν τίποτε οι Βαλκάνιοι πολιόρκησαν ασταμάτητα την εστία που υπερασπιζόταν ο Μιγκέλ Άνχελ Γκονθάλεθ, τότε τερματοφύλακας της Ρεάλ Μαδρίτης. Ταυτόχρονα με την αντίπαλη εστία οι Γιουγκοσλάβοι φαίνεται πως σημάδευαν και…τα πόδα των Ισπανών».

Κάτι που διαπίστωσε ο αρχηγός των Ιβήρων Χοσέ Μαρτίνεθ Σάντσεθ, ο οποίος αποχώρησε με διάστρεμμα στον αστράγαλο, «δώρο» από ένα δολοφονικό μαρκάρισμα του Μιόντραγκ Κούστουντιτς.

Όταν οι Ισπανοί σκόραραν και σφράγισαν την πρόκριση ο Χουάν Χουανίτο Γκόμεθ αντικαταστάθηκε από τον Ρουίθ-Μπασάν και «τη στιγμή που αποχωρούσε από τον αγωνιστικό χώρο ο επιθετικός έκανε μια επιθετική χειρονομία προς την εξέδρα. Κατέβασε τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, υποδηλώνοντας ότι η Γιουγκοσλαβία είχε αποκλειστεί».
Κάτι που ουδόλως άρεσε στους φανατικούς Γιουγκοσλάβους.

«Η ενέργεια του δεν έμεινε αναπάντητη από την κερκίδα. Ξέσπασε μια καταιγίδα από γυάλινα μπουκάλια, ένα εκ των οποίων εξερράγη στο κεφάλι του Χουανίτο. Ο ποδοσφαιριστής σωριάστηκε αναίσθητος και απομακρύνθηκε με φορείο από το γήπεδο».

Όταν ο Μενότι απέκλεισε τον Μαραντόνα

Στις 19 Μαΐου του 1978 ο Σέσαρ Λουίς Μενότι μετρούσε κάθε λέξη που έλεγε, ένα απόγευμα που κάποιοι δεν ξέχασαν ποτέ, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ της Αργεντινής.

Η φωνή του βραχνή άρχισε να ακούγεται στο προπονητικό κέντρο του «Ιδρύματος Σαλβατόρι» με ακροατές εικοσιπέντε ποδοσφαιριστές που περίμεναν την ετυμηγορία του.

Τρεις θα έμεναν εκτός Παγκοσμίου Κυπέλου και λίγο νωρίτερα ο βοηθός του Μενότι, Ρομπέρτο Σαπορίτι είχε αμφισβητήσει την απόφαση αποκλεισμού για έναν από τους παίχτες.

-Μα είδες τι έκανε σήμερα στην προπόνηση. Έβαλε τρία γκολ…
Ο Μενότι έγνευσε καταφατικά με το κεφάλι.
-Είσαι σίγουρος; επέμεινε ο συνεργάτης του.
-Ναι Σάπο. Μη μου τα πρήζεις άλλο.

Λίγη ώρα μετά «καθισμένος πάνω σε μια μπάλα, ο Μενότι έκανε μια μακρά παύση, πήρε μια βαθιά ανάσα και ανακοίνωσε τα ονόματα των τριών παιδιών που θα αποδεσμέυονταν: Ουμπέρτο Μπράβο, Βίκτορ Μποτανίς και Ντιέγκο Μαραντόνα, ένα 15χρονο αγόρι που σκόραρε χατ-τρικ στην πρωινή προπόνηση…».

Παρότι προσκάλεσε και τους τρεις να μείνουν με την αποστολή «ο Μπράβο και ο Μαραντόνα-έντονα πληγωμένοι από την απόφαση, με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια-επέλεξαν να αποχωρήσουν από το χώρο την ίδια κιόλας ημέρα».

protothema.gr