Από την «θεραπευτική αντίδραση μέσα στον άθλιο τάφο της απομόνωσης» του Γαλατόπουλου μέχρι τον «Απολεσθέντα Παράδεισο» του Μίλτωνα και από τους πίνακες του Νικόλα Πουσέν μέχρι της παρυφές της ποίησης του Μόντη και τις «ψηλαφίσεις» του Σάββα Παύλου, το πόνημα του Μάριου Κωνσταντίνου «συναρθρώνεται από αναφορές και παραθέματα τα οποία φορτίζουν με ανακλητική δύναμη το λογοτεχνικό και πολιτικό φαντασιακό της Αυτοδιάθεσης».
Σώμα και ο ίδιος της «νεοενωτικής γενιάς» του «στεριανού Αιγαίου» «μετέχει» εκών άκων «σε μια διεργασία παρακινδυνευμένου πένθους» ενώ σε ένα παράλληλο σύμπαν κυοφορείται η «πολιτική κενότητα του νέου κυπριακού ρεαλισμού» μέσω των «συνιστωσών της κυπριακής εξουσίας που δεν μπορεί και δεν θέλει αντικατοχικό αγώνα αλλά διευθέτηση και συμβιβασμό με τα κατοχικά δεδομένα».
Διερχόμενος τον αγώνα του ’55 που «διεξήχθη φυσικό δικαίω» και «όπου η ποίηση των όπλων δανείζεται τα όπλα της ποίησης για να ολοκληρωθεί» διακρίνει ότι «η εκβιαστική αναίρεση της Αυτοδιάθεσης αναιρούσε ταυτόχρονα την πολιτική θέληση για ελεύθερη ζωή σε όλο το φάσμα της κυπριακής εμπειρίας» μακροημερεύοντας την πολιτική ανωριμότητα και απάθεια. Τόσο η ίδια την γενιά του αγώνα όσο και οι επόμενες γενιές μέχρι σήμερα, θα «παραμένουν καθηλωμένες σε διπλά είδωλα και ζεύγη πλασματικών αντιθέσεων» εξυφαίνοντας ένα πυκνό σύμπλεγμα « αλλοτριωμένων και μεταλλαγμένων ιδεών» ηχηρής και συνάμα αμήχανης συνθηματολογίας.
Ο ΜΚ θα περιγράψει σχεδόν ποιητικά ακριβώς το πεδίο των ιστορικών νοημάτων, τα οποία προκύπτουν μέσα από την ερμηνεία της έντασης του αγώνα αυτού καθ’ αυτού καθώς το ίδιο το ιστορικό γεγονός γίνεται το «έαρ της ένοπλης μας νηστείας και προσευχής ενώ η ΕΝΩΣΙΣ λυχνία του πολιτικού μας σώματος» την ώρα που η «Η ΕΟΚΑ τίναζει στον αέρα όλα τ αποικιακά ψιλικατζίδικα των παθητικών νευρώσεων».
Το δε δίλλημα, δεν παραμένει απλά τεχνητό, παρόλο τον «εργαστηριακού τύπου βιασμό της Αυτοδιάθεσης». «Η κατασκευή ενός νέου τεχνητού έθνους ισοδυναμεί με τη στρατολόγηση των Ελλήνων κυπρίων σ ένα πόλεμο εναντίον του εαυτού τους ». Μία απόπειρα ξεγελάσματος της Ιστορίας και σε καμία περίπτωση ιστορική επιλογή.
Σε μια «εποχή ανόητης πολυμάθειας και εναλφάβητης αγραμματωσύνης όπου και το απλό διάβασμα συνιστά κοπιαστικό άθλο», καθόλου συμπωματικά ο ΜΚ θα αναζητήσει μέσα μέσα στους στίχους του Μόντη «το πολιτικό βάρος της ίδιας της ποίησης» που σήκωσε ο ποιητής.
Ο Μόντης ως η «γέφυρα επί της οποίας δόθηκε η μάχη για την αξιοπρέπεια του ενωτικού προτάγματος», θα γίνει «τελευταία αναλαμπή της ελευθεριακής δυνατότητας της Αυτοδιάθεσης».
«Αν ο Μόντης είχε την ποιητική ενόραση να βλέπει και ταυτόχρονα να διερωτάται γι΄ αυτό που ερχόταν μέσα απ΄ αυτό που γινόταν εν χρόνο, η οδοπλανής γενιά του Σάββα Παύλου και του Βάσου Φτωχόπουλου» που ακολούθησε, θα «εγκαινιάσουν μια ενωτική πολεοδομία διασφαλίζοντας ένα ποιητικό άσυλο – το λαγούμι που έλειπε απ τον Μόντη».
Το «Αιγαίον» της οδού Έκτορος, αφ ενός θα διαφυλάξει το πολιτικό αποθεματικό ενός πένθους που αναζητούσε» εναγωνίως «μια νέα γενιά» και αφ εταίρου θα αποτελέσει τον «βράχο πάνω στον οποίο θα σπάζουν όλα τα κύματα της ανθενωτικής σοφιστικής από Κύπρο και Ελλάδα».
«Η πολιτικά αυτόπεριοριζόμενη στάση του ΒΦ, τηρώντας αποστάσεις από τη δημόσια εξουσία, συνιστά μια διαχρονική πολιτική πράξη που θα διαχωρίζει σαφώς την ομάδα του «Αιγαίου» από κάθε άλλο πολιτικό σχήμα στην Κύπρο» την ίδια στιγμή που ο ΣΠ «θα αρνηθεί με αλητεύουσα ειρωνεία την ενσωμάτωσή του στο θέαμα της νεοκυπριακής εξουσίας».
Άλλωστε ο ίδιος ο ΣΠ, όπως αναφέρει ο ΜΚ «θα παραμείνει ο εμβληματικός διανοητής αυτής της γενιάς στρεφόμενος προς τη πειθαρχία του νου, το αναπλαστικό πάθος του νοήματος, τη συναγωγή της παιδείας από την ελευθερία και όχι από την επαγγελματική αναγκαιότητα». Θα εξεγερθεί «ενάντια στο αυτονόητο και το χιλιοειπωμένο που παρουσιάζεται ως βαρύγδουπο και αποκαλυπτικό, ως πρωτοφανέρωτη αλήθεια». «Η διανοητική ιδιοσυστασία ,το φρόνημα της σκέψης και η ιδιοσυγκρασία του ΣΠ» θα τον φέρουν σε «σύγκρουσή του με όλο το φάσμα της νεοκυπριακής εξουσίας» αντιλαμβανόμενος πλήρως «τη παρασιτική φύση του κυπριακού κράτους γενικότερα και της λογοτεχνικής ασημαντότητας που το περιβάλει ειδικότερα, ενώ η στάση του θα αποτελέσει ένα πολιτιστικό αντάρτικο κατά της νεοκυπριακής ξιπασιάς , της κακογουστιάς και απαδευσίας».
Παράλληλα ο ΜΚ έμπλεος στον κόσμο των ιδεών μέσα από τον πολυειδή καταιγισμό κλασικού και σύγχρονου πνεύματος που αλιεύει από όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας, οργανώνει το σκέπτεσθαι με ιδιάζουσα αιχμηρότητα και εξαιρετικό τανυσμό για να διαμορφώσει «ένα οικουμενικό πρότυπο Έλληνα λόγιου και μαχητή της Ένωσης».
Διατηρώντας τη σκέψη ανοιχτή στην αιθρία των γεγονότων, ο ΜΚ με τους «Ειρωνικούς Παρτιζάνους» θα αποσαφηνίσει τα διακυβεύματα αρθρώνοντας Λόγο Εθνικό μέσα στη δυστοπία «της μίζερης πραγματικότητας των νεοελληνικών και πνευματικών κύκλων». για να μας δώσει ένα πραγματικά σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα σύγγραμμα.
- Το βιβλίο «Ειρωνικοί παρτιζάνοι – Ενωτικό πένθος και εξέγερση – Από τον Κώστα Μόντη στον Σάββα Παύλου» του Μάριου Κωνσταντίνου εκδόθηκε το 2026 και κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία της Κύπρου και της Ελλάδας.
* Ο Τάσος Χαμάλης είναι συγγραφέας