Του Adam Minter
Το 1994 ήταν εύκολο να φανταστεί κανείς ένα λαμπρό μέλλον για το ποδόσφαιρο στην Αμερική. Οι ΗΠΑ είχαν μόλις φιλοξενήσει ένα εξαιρετικά επιτυχημένο Παγκόσμιο Κύπελλο, το πρώτο τους, και ένα πρωτάθλημα θα έδινε συνέχεια σε αυτό το μομέντουμ. Τα μεγαλύτερα αθλήματα της Αμερικής, από το αμερικανικό φούτμπολ μέχρι το χόκεϊ, είχαν όλα εδραιωθεί γύρω από ένα κυρίαρχο πρωτάθλημα και ένα εγχώριο κοινό. Γιατί όχι και το ποδόσφαιρο;
Μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες, το κοινό μεγάλωσε, η συμμετοχή εκτοξεύθηκε και το ποδόσφαιρο εδραίωσε τη θέση του στην αμερικανική κουλτούρα. Σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση, πλέον κατατάσσεται πάνω από το μπέιζμπολ μεταξύ των φιλάθλων.
Όμως, καθώς οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να φιλοξενήσουν το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο τους, μαζί με τον Καναδά και το Μεξικό, το ποδόσφαιρο έχει δημιουργήσει ένα παράδοξο: έχει γίνει ένα σημαντικό αμερικανικό άθλημα, χωρίς όμως να αναπτυχθεί γύρω από έναν μόνο οργανισμό ή ένα ενιαίο κοινό.
Οι προτιμήσεις και η αφοσίωση των οπαδών είναι διασκορπισμένες σε ξένα πρωταθλήματα, εθνικές ομάδες και εγχώριες διοργανώσεις. Αυτός ο κατακερματισμός μπορεί να έμοιαζε με αποτυχία πριν από μια γενιά. Το 2026, είναι η εικόνα της επιτυχίας σε μια πολυπολιτισμική, ψηφιακή Αμερική.
Όταν η FIFA ανέθεσε τη διοργάνωση του Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ, ο οργανισμός απαίτησε από την US Soccer – τον μη κερδοσκοπικό φορέα που διοικεί το αμερικανικό ποδόσφαιρο, από τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα μέχρι τις εθνικές ομάδες – να ιδρύσει ένα νέο επαγγελματικό πρωτάθλημα. Η οδηγία αυτή είχε σαφή στόχο: το ποδόσφαιρο χρειαζόταν μια εγχώρια “ναυαρχίδα” για να μετατρέψει τον ενθουσιασμό του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε μια σταθερή βάση οπαδών.
Η αρχή έγινε το 1996 και το όνομα του πρωταθλήματος – Major League Soccer (MLS) – αντανακλούσε αυτή την φιλοδοξία. Τρεις δεκαετίες αργότερα, το MLS αποτελεί σταθερή αξία στο αμερικανικό αθλητικό καλεντάρι.
Τριάντα ομάδες και μια εξαιρετικά κερδοφόρα συμφωνία για τα δικαιώματα μετάδοσης με την Apple είναι προφανή σημάδια επιτυχίας. Αλλά υπάρχουν και άλλα. Το εναρκτήριο Σαββατοκύριακο του πρωταθλήματος τον Φεβρουάριο ήταν το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ, με αποκορύφωμα τους 75.673 φιλάθλους που παρακολούθησαν έναν αγώνα στον οποίο συμμετείχαν ο Λιονέλ Μέσι της Ίντερ Μαϊάμι και η πρόσφατη μεταγραφή της Λος Άντζελες, ο σούπερ-σταρ Σον Χεουνγκ-μιν.
Ωστόσο, παρά την επιτυχία του, το MLS κατέχει μόνο ένα μικρό κομμάτι της “πίτας” της αμερικανικής εμμονής με το ποδόσφαιρο. Ο Ντον Γκάρμπερ αποκάλυψε ότι οι αγώνες του πρωταθλήματος που μεταδίδονται μέσω streaming έχουν κατά μέσο όρο 120.000 μοναδικούς θεατές. Αντίθετα, η Premier League της Αγγλίας μόλις ολοκλήρωσε τη σεζόν της, με μέσο όρο 535.000 θεατές στις ΗΠΑ ανά αγώνα, ενώ μια εκτίμηση τοποθετεί το κοινό της Liga MX του Μεξικού σε σχεδόν 700.000 θεατές ανά αγώνα, διατηρώντας τη μακροχρόνια θέση της ως το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στις ΗΠΑ.
Ο κατακερματισμός δεν περιορίζεται στις οθόνες – είναι ορατός και στα γήπεδα. Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, το Μεξικό προσελκύει συστηματικά περισσότερο κόσμο από την εθνική ομάδα ανδρών των ΗΠΑ σε αμερικανικό έδαφος, συμπεριλαμβανομένων διεθνών διοργανώσεων όπως οι τελικοί του Concacaf Nations League το 2025. Η δυναμική αυτή εκτείνεται πέρα από το Μεξικό. Ένας πρόσφατος αγώνας της εθνικής ανδρών των ΗΠΑ εναντίον της Νότιας Κορέας, ο οποίος έγινε sold-out, έμοιαζε “με εκτός έδρας αγώνα”, σύμφωνα με το ESPN. Οι περισσότεροι από τους 26.500 θεατές υποστήριζαν τη Νότια Κορέα (και τον Σον Χεουνγκ-μιν), παρόλο που ο αγώνας διεξήχθη στο Νιου Τζέρσεϊ.
Ένα παρόμοιο μοτίβο διαμορφώνεται στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026. Οι οπαδοί αρκετών εθνικών ομάδων – ειδικά εκείνων που παίζουν σε πόλεις με μεγάλο πληθυσμό μεταναστών, όπως το Μαϊάμι – έχουν οδηγηθεί στην αγορά μεταπώλησης λόγω της υψηλής ζήτησης. Αντίθετα, λίγες μόνο ημέρες πριν από το Μουντιάλ, υπάρχουν πολλά εισιτήρια διαθέσιμα για τον εναρκτήριο αγώνα των ΗΠΑ εναντίον της Παραγουάης. Ενώ η Παραγουάη στερείται της μεγάλης τοπικής βάσης οπαδών και της δύναμης των αστέρων που έχουν συμβάλει στην αύξηση της ζήτησης για άλλες φιλοξενούμενες ομάδες, η διαθεσιμότητα εισιτηρίων για τον πρώτο αγώνα της διοργανώτριας χώρας υποδηλώνει ωστόσο σχετικά περιορισμένο ενδιαφέρον για την ίδια την εθνική ομάδα των ΗΠΑ.
Το να θεωρούμε την διαφορά αυτή μεταξύ του ενθουσιασμού για την αμερικανική ομάδα και αρκετών άλλων φιλοξενούμενων ομάδων ως αποτυχία προϋποθέτει ότι το ποδόσφαιρο ήταν εξ αρχής προορισμένο να ακολουθήσει την πορεία των πιο εδραιωμένων αμερικανικών πρωταθλημάτων. Δεν είναι όμως έτσι. Αυτά τα αθλήματα εξελίχθηκαν σε εθνικούς θεσμούς κατά τη διάρκεια μιας “μονοκαλλιέργειας” των media στα μέσα του αιώνα, η οποία ευνοούσε και επιβράβευε τη συγκέντρωση γύρω από ένα ενιαίο πρωτάθλημα.
Η άνθηση του ποδοσφαίρου μετά τη δεκαετία του 1990 έγινε υπό διαφορετικές συνθήκες. Χάρη στην καλωδιακή τηλεόραση, τη δορυφορική και τις υπηρεσίες streaming, οι φίλαθλοι έχουν πλέον πρόσβαση στο παγκόσμιο παιχνίδι. Και το κοινό είναι διαφορετικό. Είναι νεότερο και πιο ποικιλόμορφο σε σύγκριση με τα άλλα καθιερωμένα πρωταθλήματα, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Morning Consult.
Χάρη σε αυτή την παγκόσμια πρόσβαση, πολλοί από αυτούς τους νέους φιλάθλους ξεκινούν την ποδοσφαιρική τους διαδρομή παρακολουθώντας το άθλημα στο υψηλότερο επίπεδο – την Premier League, την ισπανική La Liga ή άλλα πρωταθλήματα. Η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου εξαρτάται από αυτή την προβολή, αλλά αυτό καθιστά πολύ πιο δύσκολη την εδραίωση ενός πρωταθλήματος όπως το MLS. Το MLS – σε αντίθεση με το NBA, για παράδειγμα – δεν βρίσκεται καν κοντά στην κορυφή του αθλήματος, αλλά πρέπει ούτως ή άλλως να ανταγωνιστεί τους καλύτερους για την προσοχή του κοινού. Η εθνική ανδρών των ΗΠΑ, αν και ενθουσιώδης και συχνά ανταγωνιστική, αντιμετωπίζει την ίδια πρόκληση.
Ωστόσο, η απουσία ενός κέντρου – και μάλιστα μιας ελίτ – δεν έχει εμποδίσει το ποδόσφαιρο να ανθίσει στις ΗΠΑ. Αντίθετα, έχει αναδυθεί ένα ακόμη πιο πλουραλιστικό άθλημα. Το γυναικείο ποδόσφαιρο έχει αναπτύξει ένα δικό του ακμάζον οικοσύστημα, συμπεριλαμβανομένης μιας ελίτ εγχώριας γυναικείας λίγκας. Το ποδόσφαιρο νέων καλύπτει τις κατηγορίες pay-to-play, ερασιτεχνικές λίγκες και λίγκες μεταναστών. Αν και δεν είναι πάντα δίκαιο, υπάρχουν πολλαπλά σημεία εισόδου για τη συμμετοχή, και αυτά αυξάνονται.
Αυτό δεν είναι το αθλητικό τοπίο με το οποίο μεγάλωσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Αμερικανοί. Δεν υπάρχει απλή ιεραρχία από το επίπεδο των νέων έως τους επαγγελματίες. Αντίθετα, το ποδόσφαιρο ταιριάζει στη διαφορετική σύνθεση και τις προτιμήσεις μιας νεότερης γενιάς που περιμένει να επιλέξει τι θα παρακολουθήσει, πότε θα το παρακολουθήσει και ποιον θα υποστηρίξει.
Αυτό μας υπενθυμίζει ότι αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο αναδεικνύει ένα άθλημα που έγινε αμερικανικό με τους δικούς του όρους.