Σε μια δημοκρατία, είναι απολύτως θεμιτό να διαφωνεί κανείς με μια συλλογική επιλογή, όπως η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ). Η δημόσια συζήτηση για το Κυπριακό υπήρξε πάντοτε έντονη και είναι φυσικό να συνυπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το μέλλον του τόπου. Εκείνο όμως που δεν υπηρετεί τη δημοκρατία είναι η προσπάθεια να απαξιωθούν όσοι υποστηρίζουν μια διαφορετική άποψη, όχι με επιχειρήματα αλλά με υπαινιγμούς για τα κίνητρά τους ή με την αμφισβήτηση της νομιμοποίησής τους να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.

Η κοινωνία των πολιτών είναι στοιχείο μιας ώριμης δημοκρατίας

Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση να παρουσιάζονται συγκεκριμένες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ως ύποπτοι ή ανεπιθύμητοι συνομιλητές, επειδή υποστηρίζουν τη λύση της ΔΔΟ ή επειδή συνεργάζονται με διεθνείς οργανισμούς. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αξίζει να μας προβληματίσει, ανεξάρτητα από τη θέση που υιοθετεί ο καθένας μας στο Κυπριακό.

Η κοινωνία των πολιτών δεν αποτελεί αντίπαλο της δημοκρατίας. Αντίθετα, αποτελεί ένα από τα βασικά της στηρίγματα. Σε όλες τις ώριμες σύγχρονες δημοκρατίες, οι πολίτες οργανώνονται σε σωματεία, ιδρύματα, περιβαλλοντικές οργανώσεις, επαγγελματικούς συνδέσμους, πολιτιστικούς φορείς και οργανώσεις ειρήνης, καταθέτοντας προτάσεις, ασκώντας κριτική στις κυβερνήσεις και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής. Οι οργανώσεις αυτές δεν χρειάζονται εκλογική νομιμοποίηση για να έχουν φωνή. Η νομιμοποίησή τους προέρχεται από το θεμελιώδες δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και της ελεύθερης έκφρασης.

Δυστυχώς στην Κύπρο η κοινωνία των πολιτών δεν είχε ενθαρρυντικές συνθήκες ανάπτυξης. Μέχρι τα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα, σε μια αγροτική και αποικιοκρατούμενη Κύπρο, ο δημόσιος χώρος κυριαρχούνταν από ισχυρούς θεσμούς και ιστορικούς οργανισμούς. Η Εκκλησία διαδραμάτιζε έναν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην πνευματική αλλά και στην πολιτική ζωή του τόπου. Από τη δεκαετία του 1940 και μετά, αναδύθηκαν οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις της Αριστεράς και Δεξιάς, οι οποίες διαμόρφωσαν ένα πολιτικό σύστημα που επεκτάθηκε πολύ πέρα από την εκλογική πολιτική, επηρεάζοντας συνδικάτα, νεολαίες, γυναικείες οργανώσεις, πολιτιστικούς φορείς, αθλητικά σωματεία και σημαντικό μέρος της δημόσιας ζωής. Δεν υπήρξε χώρος για την ανάπτυξη μιας εύρωστης κοινωνίας των πολιτών ενδιάμεσα και πέραν από τις πολιτικές αυτές παρατάξεις. Μετά το 1974, η εθνική τραγωδία και η συνεχής αντιπαράθεση γύρω από το Κυπριακό περιόρισαν με νέους τρόπους την ανάπτυξη μιας πραγματικά ανεξάρτητης κοινωνίας των πολιτών, και μόνο τα τελευταία χρόνια, με την αποδυνάμωση των πολιτικών κομμάτων, είναι που ωρίμασε κάπως ο ενδιάμεσος αυτός χώρος.

Τα πιο πάνω δεν συνιστούν απαξίωση των πολιτικών κομμάτων, αλλά μια ιστορική διαπίστωση. Όμως ακριβώς γι’ αυτό, η ενίσχυση των ανεξάρτητων οργανώσεων των πολιτών θα έπρεπε να θεωρείται στοιχείο ωρίμανσης της δημοκρατίας μας και όχι απειλή για αυτήν.

Η διαφωνία με τη ΔΔΟ δεν δικαιολογεί την απαξίωση των πολιτών

Ιδιαίτερη κριτική ασκείται συχνά στις πηγές χρηματοδότησης τέτοιων οργανώσεων. Η διαφάνεια είναι ασφαλώς απαραίτητη και κάθε οργανισμός οφείλει να λογοδοτεί για τους πόρους του. Δεν μπορεί όμως η απλή λήψη χρηματοδότησης από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των Ηνωμένων Εθνών να θεωρείται ως ένδειξη ύποπτης δράσης. Αντιθέτως, πρόκειται για θεσμοθετημένα προγράμματα με συγκεκριμένους κανόνες και διαδικασίες ελέγχου.

Ας αναρωτηθούμε, όμως, και κάτι ακόμη. Γιατί οι κυπριακές οργανώσεις αναζητούν ευρωπαϊκές ή διεθνείς χρηματοδοτήσεις; Διότι η Κυπριακή Δημοκρατία διαχρονικά δεν έχει δημιουργήσει ένα ουσιαστικό πλαίσιο στήριξης της κοινωνίας των πολιτών. Αν πραγματικά θεωρούμε σημαντική τη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατία, τότε ίσως ήρθε η ώρα να συζητήσουμε σοβαρά τη δημιουργία διαφανών μηχανισμών κρατικής ενίσχυσης για οργανώσεις που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους τοποθετήσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τη συζήτηση γύρω από τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνεί με τη ΔΔΟ. Η κριτική προς αυτήν είναι απολύτως θεμιτή. Εκείνο όμως που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα είναι να παρουσιάζεται η υποστήριξή της ως περίπου αντιπατριωτική ή ως προϊόν ξένων επιρροών. Άλλωστε η ΔΔΟ δεν αποτελεί πρόταση κάποιων οργανώσεων πολιτών, αλλά το συμφωνημένο πλαίσιο διαπραγμάτευσης της ελληνοκυπριακής πλευράς — από τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979, τα διαδοχικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται διαχρονικά η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι λοιπόν απολύτως θεμιτό να υποστηρίζει κανείς ότι η ΔΔΟ δεν αποτελεί τη σωστή επιλογή. 

Δεν είναι όμως θεμιτό να παρουσιάζονται όσοι εξακολουθούν να τη στηρίζουν ως φορείς ξένων συμφερόντων ή ως άνθρωποι που εργάζονται εναντίον της πατρίδας. Διαφωνία στις πολιτικές επιλογές δεν σημαίνει έλλειψη πατριωτισμού.

Οι ιδέες κρίνονται με επιχειρήματα, όχι με υπαινιγμούς

Σε όλες τις μακροχρόνιες συγκρούσεις, οι πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών συμβάλλουν στη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κοινότητες. Δεν αντικαθιστούν τις κυβερνήσεις, ούτε διαπραγματεύονται εκ μέρους των κρατών. Δημιουργούν όμως τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο μπορεί, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση, να καταστεί εφικτή μια συμφωνία. Η ειρήνη δεν οικοδομείται μόνο στα προεδρικά μέγαρα και στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων: οικοδομείται και μέσα από τις σχέσεις των ίδιων των πολιτών.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ανάγκη από περισσότερη συμμετοχή των πολιτών και όχι από λιγότερη. Έχει ανάγκη από οργανώσεις που θα διατυπώνουν απόψεις, θα ασκούν κριτική και θα προτείνουν λύσεις, ακόμη κι όταν αυτές ενοχλούν. Τις ιδέες δεν τις αντιμετωπίζουμε με υπαινιγμούς ούτε με αμφισβήτηση των κινήτρων εκείνων που τις εκφράζουν. Τις αντιμετωπίζουμε με επιχειρήματα, μέσα από τον δημόσιο διάλογο. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος που ταιριάζει σε μια ώριμη δημοκρατία. Και ίσως είναι και ο μόνος δρόμος που μπορεί να μας οδηγήσει, εν τέλει, σε μια ώριμη λύση του Κυπριακού.

Κοινωνιολόγος, Πρόεδρος Ιδρύματος Universitas