Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΓια χρόνια, η ορμονοθεραπεία στην εμμηνόπαυση συνοδευόταν από ένα μεγάλο ερωτηματικό: Μπορεί να ανακουφίζει από τις εξάψεις, τις νυχτερινές εφιδρώσεις και άλλα ενοχλητικά συμπτώματα, αλλά τι σημαίνει η χρήση της για την υγεία της καρδιάς;
Νέα επιστημονικά δεδομένα από περισσότερες από 52.000 γυναίκες έρχονται να προσθέσουν σημαντικές πληροφορίες σε αυτή τη συζήτηση, δείχνοντας ότι οι σύγχρονες ορμονικές θεραπείες, όταν χορηγούνται σε γυναίκες ηλικίας 45 έως 59 ετών χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου, θρόμβωσης ή πρόωρου θανάτου.
Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν από την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (American Heart Association – AHA) στις 2 Νοεμβρίου 2026 και πρόκειται να παρουσιαστούν στο ετήσιο επιστημονικό συνέδριό της, που πραγματοποιείται στο Σικάγο από τις 6 έως τις 9 Νοεμβρίου.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ, με επικεφαλής τον ερευνητή Ronen Arbel, από τον οργανισμό υπηρεσιών υγείας Clalit Health Services.
Τι έδειξε η παρακολούθηση 12 ετών
Οι ερευνητές ανέλυσαν τα ιατρικά δεδομένα 52.330 γυναικών ηλικίας 45 έως 59 ετών, οι οποίες δεν είχαν προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, θρόμβωσης ή καρκίνου.
Περίπου οι μισές είχαν αρχίσει ορμονοθεραπεία για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, ενώ οι υπόλοιπες είχαν επισκεφθεί γυναικολόγο χωρίς να ξεκινήσουν αντίστοιχη θεραπεία.
Οι δύο ομάδες συγκρίθηκαν λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, ο δείκτης μάζας σώματος, η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη, ο διαβήτης, το κάπνισμα και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση.
Η παρακολούθηση διήρκεσε κατά μέσο όρο 12 χρόνια, ενώ για ορισμένες γυναίκες έφθασε έως και τα 23 χρόνια.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποσοστά καρδιαγγειακών συμβάντων ήταν σχεδόν ίδια στις δύο ομάδες.
Συγκεκριμένα:
- 4,4% των γυναικών που λάμβαναν ορμονοθεραπεία παρουσίασαν έμφραγμα, εγκεφαλικό ή άλλη σχετική καρδιαγγειακή πάθηση, έναντι 4,6% των γυναικών που δεν λάμβαναν.
- Θρόμβωση καταγράφηκε στο 0,33% των γυναικών και στις δύο ομάδες.
- Θάνατος πριν από την ηλικία των 80 ετών καταγράφηκε στο 1,3% των γυναικών που λάμβαναν θεραπεία και στο 1,2% εκείνων που δεν λάμβαναν.
Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στις διαφορετικές μορφές χορήγησης ορμονών που εξετάστηκαν, περιλαμβανομένων των δισκίων, των διαδερμικών επιθεμάτων και των τζελ.
Γιατί αλλάζει η συζήτηση
Η ορμονοθεραπεία αποτελεί μία από τις αποτελεσματικότερες διαθέσιμες επιλογές για την αντιμετώπιση των εξάψεων και των νυχτερινών εφιδρώσεων που συνοδεύουν την εμμηνόπαυση.
Ωστόσο, εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, οι ανησυχίες για πιθανές καρδιαγγειακές επιπλοκές έχουν επηρεάσει σημαντικά τη στάση τόσο των γυναικών όσο και των επαγγελματιών υγείας απέναντι στη θεραπεία.
Μεγάλο μέρος αυτών των ανησυχιών προέκυψε από παλαιότερες μελέτες, στις οποίες χρησιμοποιούνταν διαφορετικά ορμονικά σκευάσματα και δοσολογίες, ενώ αρκετές συμμετέχουσες είχαν αρχίσει θεραπεία πολλά χρόνια μετά την εμμηνόπαυση.
Σήμερα, η επιστημονική συζήτηση δίνει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο στο είδος της ορμονοθεραπείας, αλλά και στην ηλικία κατά την οποία ξεκινά.
Η έναρξη της θεραπείας πριν από την ηλικία των 60 ετών ή μέσα στα πρώτα δέκα χρόνια από την εμμηνόπαυση θεωρείται γενικά ότι συνδέεται με ευνοϊκότερη σχέση οφέλους και κινδύνου για κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ορμονοθεραπεία είναι κατάλληλη για όλες, αλλά ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με βάση το ατομικό ιατρικό ιστορικό, τα συμπτώματα και τους παράγοντες κινδύνου.
Τι λένε οι επιστήμονες
Ο επικεφαλής της μελέτης, Ronen Arbel, επισημαίνει ότι ο φόβος για τις πιθανές επιπτώσεις στην καρδιά αποτελεί έναν από τους συχνότερους λόγους για τους οποίους οι γυναίκες αποφεύγουν την ορμονοθεραπεία, αλλά και για τους οποίους ορισμένοι επαγγελματίες υγείας διστάζουν να τη συστήσουν.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα νέα αποτελέσματα δείχνουν ότι στις γυναίκες ηλικίας περίπου 45 έως 59 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου ή θρομβώσεων, οι σύγχρονες θεραπείες δεν φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων.
Η Δρ Stacey Rosen, ειδικός στην καρδιαγγειακή υγεία των γυναικών και πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, σημειώνει ότι τα ευρήματα ενισχύουν τα διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια των σύγχρονων θεραπειών όταν αυτές ξεκινούν κοντά στην εμμηνόπαυση.
Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της εξατομικευμένης συζήτησης μεταξύ γυναίκας και θεράποντος ιατρού για τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους.
Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη
Παρά το μεγάλο μέγεθος και τη μακρά διάρκεια παρακολούθησης, οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι η μελέτη έχει περιορισμούς.
Πρόκειται για παρατηρητική έρευνα, στην οποία αναλύθηκαν ιατρικά αρχεία και όχι για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα πως η ορμονοθεραπεία δεν επηρεάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Επιπλέον, δεν υπήρχαν πλήρη δεδομένα για ορισμένους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία των γυναικών, όπως η διατροφή, η σωματική άσκηση, η βαρύτητα των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης και άλλες παθήσεις.
Οι ερευνητές κατέταξαν επίσης τις γυναίκες με βάση την αρχική μορφή ορμονοθεραπείας που χρησιμοποιούσαν, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ενδεχόμενες αλλαγές του σκευάσματος ή της δοσολογίας στη διάρκεια της παρακολούθησης.
Τα ευρήματα δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί ως πλήρης μελέτη σε επιστημονικό περιοδικό με αξιολόγηση από ομοτίμους.
Τι σημαίνουν για τις γυναίκες
Τα νέα δεδομένα δεν αποτελούν σύσταση για έναρξη ορμονοθεραπείας από όλες τις γυναίκες στην εμμηνόπαυση, ούτε δικαιολογούν τη χρήση της με αποκλειστικό στόχο την πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Αποτελούν, όμως, ένα ακόμη στοιχείο ότι η ορμονοθεραπεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαία θεραπεία με τους ίδιους κινδύνους για όλες τις γυναίκες.
Η ηλικία, ο χρόνος που έχει περάσει από την εμμηνόπαυση, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, οι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και το είδος της θεραπείας πρέπει να συνεκτιμώνται πριν από οποιαδήποτε απόφαση.
Για τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν έντονα συμπτώματα, όπως εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις και διαταραχές του ύπνου, η νέα έρευνα προσθέτει δεδομένα σε μια συζήτηση που τα τελευταία χρόνια επανεξετάζεται με βάση τις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές.