Καταδικάστηκε για υπόθεση ναρκωτικών, ευεργετήθηκε με προεδρική χάρη, όμως δεν τίμησε τη χάρη που του δόθηκε, με αποτέλεσμα να επαναλάβει παρόμοιας φύσης σοβαρά κακουργήματα και να καταδικαστεί εκ νέου σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών, ενώ ως αποτέλεσμα της καταδίκης του ενεργοποιήθηκε και το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής φυλάκισης των 490 ημερών που του είχε χαριστεί. Ο καταδικασθείς, που παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον του Κακουργιοδικείου, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο ισχυριζόμενος ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την αρχή της συνολικότητας, με αποτέλεσμα η ποινή να καταστεί εκδήλως υπερβολική. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση και ότι «η συνολική ποινή όχι μόνο δεν είναι καθόλου υπερβολική, αλλά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως επιεικής».
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης ο εφεσείων είχε καταδικαστεί το 2015 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5½ ετών για υπόθεση ναρκωτικών, ποινή που αυξήθηκε το 2017 σε 8 χρόνια φυλάκισης, καθώς είχε κριθεί ως έκδηλα ανεπαρκής. Το 2018 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα και με τη σύμφωνο γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, απένειμε χάρη στον εφεσείοντα, με αποτέλεσμα αυτός να αποφυλακιστεί το 2019 υπό τον όρο τη μη διάπραξης και καταδίκης σε φυλάκιση για νέο αδίκημα. Ως εκ τούτου ο εφεσείων είχε ευεργετηθεί με απελευθέρωση του κατά 490 μέρες νωρίτερα. Δεν τίμησε όμως και δεν αξιοποίησε την χάρη που του δόθηκε, αφού το 2021 συνελήφθη εκ νέου για σοβαρότατα κακουργήματα της ίδιας φύσης.
Ο άνδρας παραδέχθηκε το μακροσκελές και βαρύ κατηγορητήριο που προέκυψε. Το Κακουργιοδικείο, προβαίνοντας, από το σύνολο των γεγονότων και την προηγούμενη καταδίκη του, σε διαπίστωση ότι ο εφεσείων επιδίδεται κατ’ επάγγελμα στην καλλιέργεια και εμπορία ναρκωτικών, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών, ενώ ως αποτέλεσμα της καταδίκης του ενεργοποιήθηκε και το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής φυλάκισης των 490 ημερών.
Με την έφεση ο καταδικασθείς προέβαλε ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την αρχή της συνολικότητας της ποινής, η οποία κατέστη εκδήλως υπερβολική. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους μετριαστικούς παράγοντες, όπως η παραδοχή του και η συνεργασία του με την Αστυνομία, η ηλικία του, οι προσωπικές και οι οικογενειακές του περιστάσεις, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας, καθώς και η προθυμία του να κατονομάσει και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται σε υποθέσεις ναρκωτικών. Τέλος, καταλόγισε στο Κακουργιοδικείο ότι έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στην προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα.
Στην απόφασή του το Εφετείο σημειώνει ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε ότι ο εφεσείων επιδίδεται κατ’ επάγγελμα στην καλλιέργεια και προμήθεια ναρκωτικών, τα οποία προωθεί στην αγορά μέσω τρίτων έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Σημειώνει επίσης ότι η προηγούμενη καταδίκη του απέτυχε να τον συνετίσει, επισημαίνοντας επίσης ότι επέδειξε πλήρη αδιαφορία στο ευεργέτημα του οποίου έτυχε από την Πολιτεία.
Καταλήγοντας το Εφετείο σημειώνει ότι «η συνολική ποινή που προέκυψε δεν είναι καθόλου υπερβολική και αν έπρεπε να σχολιαστεί θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως επιεικής».