Την ανατροπή καταδικαστικής απόφασης σε υπόθεση που προέκυψε από διαφορές μεταξύ γειτόνων στο χωριό Λινού αποφάσισε το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση άνδρα και απαλλάσσοντάς τον από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος σε πρώτο βαθμό, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς και δύο κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Με την έφεσή του αμφισβήτησε την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι δεν στοιχειοθετούνταν τα αδικήματα, ότι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου δεν συνάδουν με τη μαρτυρία και ότι η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη.
Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση του, εξέφρασε έντονο προβληματισμό για τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως επισημαίνεται, το Δικαστήριο πρώτου βαθμού είχε χαρακτηρίσει βασικούς μάρτυρες ως αναξιόπιστους ή μη πειστικούς, ενώ για άλλους διαπίστωσε ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια. Παρά ταύτα, προχώρησε στην αποδοχή επιμέρους στοιχείων της μαρτυρίας τους για να στηρίξει τα ευρήματά του.
Το Εφετείο έκρινε ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν ήταν επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα προϋποθέτει ότι αυτός έχει κριθεί γενικά αξιόπιστος. Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνεται ότι η ίδια η πρωτόδικη απόφαση είχε αποδυναμώσει τη συνολική αξιοπιστία των μαρτύρων, καθιστώντας επισφαλή οποιαδήποτε επιλεκτική αξιοποίηση των λεγομένων τους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον μοναδικό μάρτυρα που κρίθηκε αξιόπιστος, ο οποίος περιέγραψε το περιστατικό ως αμοιβαία συμπλοκή, χωρίς να επιβεβαιώνει συγκεκριμένους ισχυρισμούς για επιθετική συμπεριφορά εκ μέρους του εφεσείοντα προς ένα από τα φερόμενα θύματα.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία που να θεμελιώνει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη των αδικημάτων. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι τα ευρήματα και η καταδίκη δεν μπορούσαν να σταθούν.
Η απόφαση του Εφετείου οδήγησε στην ακύρωση της πρωτόδικης καταδίκης και στην πλήρη αθώωση του άντρα για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, υπό το φως της κατάληξής του αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας, δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους έφεσης που είχαν προβληθεί.