Στους δεσμοφύλακες της Ισότητας απαντά το Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε σχέση με την επίσημη καταγγελία που υπέβαλαν στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Αρχηγό της Αστυνομίας, για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Τμήματος Φυλακών, Μαρία Σιαλή, τoν Υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Φυτιρή, τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και αξιωματούχους της ΠΑΣΥΔΥ.

Όπως αναφέρει το Υπουργείο σε ανακοίνωσή του, «η δημόσια στοχοποίηση, θεσμών και προσώπων, με τρόπο που επιχειρεί να δημιουργήσει πίεση γύρω από εν εξελίξει πειθαρχική διαδικασία, δεν υπηρετεί ούτε τον συνδικαλισμό, ούτε τη χρηστή διοίκηση».

«Ουδείς δικαιούται να παρέμβει, να  επηρεάσει ή να  καθοδηγήσει πειθαρχική  υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι θεσμικές διαδικασίες θα ακολουθούνται μέχρι τέλους, με σεβασμό στη νομιμότητα και στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων», προστίθεται.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, σημειώνεται, δεν πρόκειται να επιτρέψει παρεμβάσεις ή πιέσεις για αλλότριους σκοπούς, ούτε τη δημιουργία κουλτούρας ατιμωρησίας σε οποιαδήποτε υπηρεσία υπάγεται στη δικαιοδοσία ή την εποπτεία του.

Αυτούσια η ανακοίνωση

Σε σχέση με την ανακοίνωση της Συντεχνίας ΙΣΟΤΗΤΑ, με την οποία καταγγέλλονται η Διεύθυνση των Φυλακών και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, το Υπουργείο ξεκαθαρίζει ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς της Δημόσιας Υπηρεσίας διεξάγονται ανεξάρτητα, αντικειμενικά και χωρίς παρεμβάσεις.

Το δικαίωμα έκφρασης των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι κατοχυρωμένο και σεβαστό. Η δημόσια στοχοποίηση, όμως θεσμών και προσώπων, με τρόπο που επιχειρεί να δημιουργήσει πίεση γύρω από εν εξελίξει πειθαρχική διαδικασία, δεν υπηρετεί ούτε τον συνδικαλισμό,ούτε τη χρηστή διοίκηση.

Ουδείς δικαιούται να παρέμβει, να  επηρεάσει ή να  καθοδηγήσει πειθαρχική  υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι θεσμικές διαδικασίες θα ακολουθούνται μέχρι τέλους, με σεβασμό στη νομιμότητα και στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων.  

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δεν πρόκειται να επιτρέψει παρεμβάσεις ή πιέσεις για αλλότριους σκοπούς, ούτε τη δημιουργία κουλτούρας ατιμωρησίας σε οποιαδήποτε υπηρεσία υπάγεται στη δικαιοδοσία ή την εποπτεία του. Οι κανόνες, οι υποχρεώσεις και η λογοδοσία ισχύουν για όλους, ανεξαρτήτως θέσης, ιδιότητας ή συνδικαλιστικής δράσης.

Η εύρυθμη λειτουργία των Φυλακών, η πειθαρχία, η ασφάλεια και η αξιοπιστία των θεσμών αποτελούν προτεραιότητα. Τα προβλήματα στις Φυλακές είναι γνωστά, είναι καταγεγραμμένα και έχουν ήδη δρομολογηθεί συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπισή τους.

Η επίλυσή τους, όμως, δεν γίνεται με δηλώσεις σκοπιμότητας ούτε με δημόσιες πιέσεις. Γίνεται με ευθύνη, σοβαρότητα, σεβασμό στις διαδικασίες και τήρηση των καθηκόντων από τον καθένα, στη θέση που υπηρετεί.

Επανέρχεται η Ισότητα – «Ουδείς ζήτησε ασυλία»

Αυτούσια η ανακοίνωση

Με τη σημερινή του ανακοίνωση, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως διακηρύσσει προσήλωση στη νομιμότητα, στην ανεξαρτησία των διαδικασιών και στη λογοδοσία «για όλους». Χαιρετίζουμε τη δέσμευση αυτή και την κρατούμε κατά λέξη — απαντώντας όχι με γενικότητες, αλλά με χρονολογημένα, τεκμηριωμένα γεγονότα.

Ουδείς ζήτησε ασυλία· ουδείς είναι υπεράνω του νόμου. Είναι όμως εσφαλμένη η υπόρρητη παραδοχή ότι η συνδικαλιστική ιδιότητα είναι αδιάφορη και «ισχύουν οι ίδιοι κανόνες». Ο νόμος επιφυλάσσει στους εκλεγμένους εκπροσώπους αυξημένη προστασία: το άρθρο 63 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων διασφαλίζει την «ανεμπόδιστη» άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, ενώ το άρθρο 62 κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης γνώμης σε ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος. Το άρθρο 5(1)(α) του περί της Σύμβασης περί των Αντιπροσώπων των Εργαζομένων (Κυρωτικού) Νόμου, όπως προστέθηκε με τον Ν. 46(ΙΙΙ)/2005 και τροποποιήθηκε με τον Ν. 10(ΙΙΙ)/2012, επιβάλλει στον εργοδότη «αποτελεσματική προστασία» των εκπροσώπων έναντι κάθε επιζήμιας ενέργειας που οφείλεται στην ιδιότητα ή τη δράση τους — και, κρισιμότερα, το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου, όπως προστέθηκε με τον Ν. 46(ΙΙΙ)/2005, καθιστά την παράβαση αυτή ποινικό αδίκημα, με προσωπική ευθύνη και του υπεύθυνου αξιωματούχου, εφόσον η παράβαση τελέστηκε με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του. Το άρθρο 28 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη κατοχυρώνει την ίδια προστασία. Καθοριστικά, το άρθρο 7(1) του Ν. 42(Ι)/2025 καθιστά «απολύτως άκυρη» κάθε βλαπτική μεταβολή σε βάρος προσώπου που προέβη σε καταγγελία, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει λόγο άσχετο προς την καταγγελία· και το άρθρο 21(2) αντιστρέφει το βάρος απόδειξης μόλις ο θιγόμενος στοιχειοθετήσει πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση. Το ΕΔΔΑ, εξάλλου, έκρινε ότι «ακόμη και ελάχιστες κυρώσεις» αποθαρρύνουν τη συνδικαλιστική δράση, και ότι η προαγωγή των συμφερόντων των μελών «απαιτεί ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προστασίας» (Straume κατά Λετονίας, 59402/14, 2.6.2022, §§92, 102).

Ο Αντιπρόεδρος και Εκπρόσωπος Τύπου του Κλαδικού Συμβουλίου Δεσμοφυλάκων, κ. Γεώργιος Μαλτέζος, ανέδειξε δημόσια ζητήματα υπερπληθυσμού, διακίνησης ναρκωτικών και υποστελέχωσης — επιβεβαιωμένα από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας (19600/2022, 29.7.2025) και την Έκθεση CPT/Inf (2025) 39 (10.12.2025) — καθώς και μοτίβο ευνοιοκρατίας. Αμέσως μετά μετακινήθηκε αιφνιδίως (Διαταγή αρ. 3/26) υπό τον Πρόεδρο της ανταγωνιστικής οργάνωσης — το ίδιο πρόσωπο το οποίο αφορά η υπό διερεύνηση καταγγελία μας για ευνοιοκρατία. Αν το ζήτημα ήταν όντως διοικητικό, θα λυνόταν με ένα μηδενικού κόστους μέτρο: την επιστροφή του στη βάρδια, όπου επί σειρά ετών υπηρετούσε χωρίς να ζητήσει ούτε λεπτό συνδικαλιστικού χρόνου πριν από την αλλαγή πόστου. Η επιστροφή αυτή ζητήθηκε ρητώς και εγγράφως μετά τη μετακίνηση — και απορρίφθηκε. Η απόρριψη μιας ουδέτερης και ανέξοδης λύσης δείχνει ότι ο στόχος δεν είναι η εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, αλλά η φίμωση μιας ανεξάρτητης συνδικαλιστικής φωνής.

Εικοσιτέσσερις ώρες μετά την εσωτερική μας Καταγγελία (7.5.2026) ανοίχθηκε το βαρύτερο πειθαρχικό μονοπάτι (άρθρο 81(2)(β) ΔΥ, με δυνητική αναγκαστική αφυπηρέτηση ή απόλυση). Υπό το προαναφερθέν αντεστραμμένο βάρος απόδειξης, αυτή η χρονική σύμπτωση αρκεί ως αντικειμενική ένδειξη και μεταθέτει στη Διοίκηση το βάρος να αποδείξει άσχετη αιτία. Δεν ζητήσαμε να «παρέμβει» κανείς· πράξαμε το αντίθετο, απευθυνόμενοι σε ανεξάρτητες αρχές — Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, Επίτροπο Διοικήσεως, Γενικό Εισαγγελέα, Ευρωπαϊκή Επιτροπή (καταγγ. 93021) — και στην κατά νόμο αρμόδια αρχή για τα εργασιακά (Υπουργό Εργασίας και Έφορο Συντεχνιών, άρθρο 13 Ν. 42(Ι)/2025). Η προσφυγή στους θεσμούς είναι η ακριβής αντίθεση της «πίεσης».

«Αλλότριος σκοπός» είναι ακριβώς η εργαλειοποίηση του πειθαρχικού μηχανισμού για να αποσιωπηθεί μια ανεξάρτητη φωνή — αποτέλεσμα που εδραιώνει και η ασύμμετρη κρατική χορηγία (€1.090.000 το 2025· περίπου €8,41 εκατ. σωρευτικά 2017–2025) αποκλειστικά προς την ευνοούμενη οργάνωση, μαζί με τον αποκλεισμό μας από τη διαβούλευση. Η ατιμωρησία δεν αποτρέπεται διώκοντας όσους κατήγγειλαν, αλλά διερευνώντας τις καταγγελίες. Η κριτική σε ζητήματα ασφάλειας και υγείας είναι θεμιτή συνδικαλιστική δράση, που το «καθήκον πίστης» δεν αναιρεί· η δε αναπλαισίωση συνδικαλιστικής ενέργειας ως «προσωπικής» είναι «χωρίς νομική ή πραγματική βάση» (Straume, §§95, 108). Οι Δεσμοφύλακες είναι δημόσιοι υπάλληλοι, όχι Σώμα Ασφαλείας, και δεν εμπίπτουν στις στενά ερμηνευόμενες ρήτρες των άρθρων 21(5) Συντάγματος και 11§2 ΕΣΔΑ (Demir και Baykara κατά Τουρκίας, 34503/97, 12.11.2008, §§97, 107).

Δεν ζητούμε εύνοια ούτε ασυλία. Ζητούμε τον τερματισμό της πειθαρχικής διαδικασίας που εκκίνησε λόγω προστατευόμενης συνδικαλιστικής δράσης, γραπτή δέσμευση ότι δεν θα υπάρξουν περαιτέρω δυσμενή μέτρα και ισότιμη συμμετοχή στη διαβούλευση. Η προστασία όσων αναδεικνύουν ζητήματα δημοσίου συμφέροντος δεν είναι προνόμιο· είναι προϋπόθεση κράτους δικαίου.