Δεκαέξι χρόνια μετά την αγορά μαρμάρων για την ανέγερση πολυτελούς κατοικίας, η δικαστική διαμάχη μεταξύ ιδιοκτήτη και εταιρείας προμήθειας ολοκληρώθηκε με το Εφετείο να επικυρώνει ότι οι φθορές που εμφανίστηκαν δεν οφείλονταν στην ποιότητα των υλικών, αλλά σε προβλήματα τοποθέτησης και υγρασίας, απορρίπτοντας αξιώσεις αποζημιώσεων άνω των €80.000 και διατηρώντας την υποχρέωση καταβολής του ανεξόφλητου υπολοίπου των €13.093.43.

Η υπόθεση αφορούσε παραγγελία μαρμάρων τύπου «Bianco Perlino» που πραγματοποιήθηκε το 2010 για εσωτερική και εξωτερική επένδυση κατοικίας υπό ανέγερση. Τα μάρμαρα παραδόθηκαν, ελέγχθηκαν από τον αγοραστή και τοποθετήθηκαν από εργολάβο της επιλογής του. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το αρχικό αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, ωστόσο αργότερα εμφανίστηκαν αλλοιώσεις στα εξωτερικά μάρμαρα.

Η εταιρεία είχε καταχωρίσει αγωγή, διεκδικώντας υπόλοιπο οφειλής ύψους €13.093,43 για την προμήθεια των υλικών, ενώ ο πελάτης προχώρησε σε ανταπαίτηση, ζητώντας αποζημιώσεις άνω των €80.000, υποστηρίζοντας ότι τα μάρμαρα ήταν ελαττωματικά και απαιτούσαν αντικατάσταση.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχθεί τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της εταιρείας και είχε καταλήξει ότι τα προβλήματα δεν οφείλονταν στην ποιότητα των μαρμάρων, αλλά σε εξωγενείς παράγοντες που σχετίζονταν με την τοποθέτηση και τη διαχείριση της υγρασίας. Αντίθετα, απέρριψε τις θέσεις και τις πραγματογνωμοσύνες που προσκομίστηκαν από την πλευρά του ιδιοκτήτη.

Στην έφεσή του, ο ιδιοκτήτης υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι στερήθηκε τη δυνατότητα να καλέσει σημαντικό μάρτυρα, αφού η πρωτόδικη δικαστής δήλωσε ότι θα έπρεπε να εξαιρεθεί από την υπόθεση λόγω προσωπικής σχέσης με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας ότι η δικαστής ενήργησε ορθά για να διασφαλίσει την αμεροληψία της διαδικασίας και ότι τελικά η ίδια η υπεράσπιση επέλεξε να μην καλέσει τον μάρτυρα και να συνεχίσει τη δίκη.

Το Εφετείο επανέλαβε ότι σπάνια παρεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου δικαστηρίου και έκρινε πως η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Υιοθέτησε το συμπέρασμα ότι τα εσωτερικά και εξωτερικά μάρμαρα προέρχονταν από την ίδια παραλαβή και ότι μόνο τα εξωτερικά παρουσίασαν προβλήματα, γεγονός που υποδείκνυε την ύπαρξη εξωγενούς αιτίας και όχι ελαττωματικού προϊόντος.

Σύμφωνα με την απόφαση, οι ειδικοί μάρτυρες της εταιρείας κατέληξαν ότι η φθορά οφειλόταν κυρίως σε υγρασία που εισχωρούσε μέσω του υποστρώματος και των αρμών, καθώς και στην απουσία κατάλληλης στεγανοποίησης κατά την τοποθέτηση. Το Εφετείο έκρινε ότι οι σχετικές μαρτυρίες ήταν αξιόπιστες και επιστημονικά τεκμηριωμένες.

Απορρίπτοντας όλους τους βασικούς λόγους έφεσης, το Δικαστήριο διατήρησε την πρωτόδικη απόφαση υπέρ της εταιρείας για το ανεξόφλητο ποσό των €13.093,43. Ταυτόχρονα, απέρριψε και την αντέφεση της εταιρείας αναφορικά με απαίτηση για συμβατικό τόκο 9% ετησίως, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε με σαφήνεια ποιο συγκεκριμένο τιμολόγιο παρέμενε απλήρωτο, ώστε να καθοριστεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης του τόκου.

Ως αποτέλεσμα, τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση απορρίφθηκαν. Το Εφετείο επιδίκασε έξοδα €3.000 πλέον ΦΠΑ υπέρ της εταιρείας για την έφεση και €2.400 πλέον ΦΠΑ υπέρ του ιδιοκτήτη για την αντέφεση, διατάσσοντας τελικά τον συμψηφισμό των εξόδων μεταξύ των δύο πλευρών.