Στον δεύτερο κύκλο ερευνών μπαίνει πλέον η Αστυνομία μετά τη διερεύνηση των καταγγελιών και ισχυρισμών που αφορούσαν θεσμούς περί διαφθοράς και παιδεραστίας, για τους οποίους όπως ανακοινώθηκε προχθές από την Αστυνομία, δεν τεκμηριώθηκε οτιδήποτε και πως όλα τα σχετικά μηνύματα ήταν κατασκευασμένα.
Μετά τις οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας για διερεύνηση διάπραξης τυχόν αδικημάτων από τη δημιουργία των μηνυμάτων, την κυκλοφορία τους (διάδοση) και τις δηλώσεις ή αναρτήσεις στο διαδίκτυο, τώρα θα εξεταστεί κατά πόσον είτε οι εμπλεκόμενοι είτε άλλοι έχουν οποιαδήποτε ευθύνη. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Αρχηγός Αστυνομίας, οι εμπλεκόμενοι έχουν ενημερωθεί και σε κάποιο στάδιο θα κληθούν να ανακριθούν. Σε όλες τις περιπτώσεις ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας και έχουν το δικαίωμα της σιωπής ή να απαντήσουν στις ερωτήσεις των ανακριτών. Ωστόσο, πριν φτάσει η Αστυνομία στο στάδιο αυτό δεν αποκλείεται να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις αναφορικά με τα δεκάδες sms ή και τις αναρτήσεις – δηλώσεις, ώστε όταν κληθούν τα πρόσωπα που είναι στο ενδιαφέρον των ανακριτών, να ερωτηθούν επί συγκεκριμένων ζητημάτων.
Σημειώνεται ότι τα αδικήματα που διερευνώνται είναι ο καταρτισμός πλαστών μηνυμάτων, η διάδοση ψευδών ειδήσεων καθώς και η κατάπτωση των θεσμών μέσω δηλώσεων ή αναρτήσεων. Όσον αφορά στην κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, αυτή η κατηγορία εξυπακούει και ένοχη διάνοια, κάτι που εδώ εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να υπάρχει. Είναι γνωστό πως η ίδια η «Σάντη» έχει καταθέσει πως τα μηνύματα που κατασκεύαζε τα έδινε στον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη χωρίς να τον ενημερώνει ότι είναι πλαστά. Οπόταν και εξυπακούεται ότι ο Ν. Κληρίδης δεν γνώριζε πως τα μηνύματα ήταν προϊόν κατασκευάσματος.
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», ανοικτό ζήτημα παραμένει η λήψη κατάθεσης από τον δημοσιογράφο Στέλιο Ορφανίδη, το όνομα του οποίου ενεπλάκη στην υπόθεση ειδικά στο θέμα της δήθεν μετάβασης της «Σάντης» στη Γερμανία. Αυτός αναζητήθηκε αλλά δεν εντοπίστηκε γι’ αυτό και στάλθηκε αίτημα στις Αρχές της Βρετανίας για βοήθεια στον εντοπισμό του. Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός γνώριζε πως το ηχητικό που του απέστειλε η «Σάντη» ήταν πλαστό, οπόταν δεν ελέγχεται, ωστόσο αναζητείται για τη λήψη κατάθεσης.
Στο μεταξύ, νομικοί και άλλοι σε δηλώσεις τους ζητούν όπως η Αστυνομία δώσει απαντήσεις σε όλα και να μην αφήσει κενά, όπως για τα κίνητρα της «Σάντης», το που εύρισκε ονόματα άγνωστα στο ευρύ κοινό και αν είχε υποκινητές ή συνεργούς στη δημιουργία των μηνυμάτων. Προχθές, ρωτήθηκε από τον «Φ» ο Αρχηγός Αστυνομίας σε σχέση με το κατά πόσον άλλα άτομα βοήθησαν την 45χρονη γυναίκα και απάντησε αρνητικά, ότι δηλαδή δεν προέκυψε μαρτυρία που να ενισχύει ένα τέτοιο σενάριο, ενώ για το πού εντόπιζε τα ονόματα, η εξήγηση που έδωσε ο βοηθός αρχηγός καταπολέμησης του εγκλήματος Μάριος Αγιώτης, ήταν «από έρευνα στο διαδίκτυο».
Όσον αφορά στα κίνητρα της «Σάντης» υπάρχει η αναφορά της ίδιας που περιλαμβάνεται στον όρκο ο οποίος είχε κατατεθεί από την Αστυνομία στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του εντάλματος έρευνας στα υποστατικά του Ν. Κληρίδη.
Όπως αναφέρει η Αστυνομία, στις 6/4/2026 η Κ. Κ. κλήθηκε στην Αστυνομία και της λήφθηκε ανακριτική κατάθεση. Στο πλαίσιο της κατάθεσής της διευκρίνισε ότι το αρχικό κίνητρό της για κατασκευή της όλης ιστορίας ήταν για να νιώσει σημαντική, εξ’ ου και πλησίασε το δικηγόρο Νίκο Κληρίδη. Του έκανε αναφορά στον δικαστή Μ. Χ., ούτως ώστε ο Νίκος Κληρίδης να μπορούσε να πιστέψει ότι μιλούσε με άτομο που έχει αξία στην κοινωνία.
Με τον καιρό όμως και μέσα από τη συζήτηση μεταξύ των δύο, αυτή φαίνεται να κατασκεύαζε τα μηνύματα μετά από ερωτήσεις που της έκανε ο Ν. Κληρίδης, για θέματα και άτομα που τον απασχολούσαν. Αφού ο Ν. Κληρίδης την ερωτούσε, αυτή έκανε σχετική έρευνα στο διαδίκτυο, εξασφάλιζε πληροφορίες και με σκοπό να τον ικανοποιήσει, κατασκεύαζε τα μηνύματα τα οποία του παρουσίαζε ως σαν να ήταν αληθινά. Φυσικά ο Ν. Κληρίδης δεν γνώριζε ούτε και η «Σάντη» του είπε ότι τα μηνύματα ήταν πλαστά.
Στο μεταξύ, επανήλθε χθες ο πρώην Ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης μετά την ανακοίνωση του πορίσματος της Αστυνομίας τονίζοντας πως επιβεβαιώθηκαν αυτά που έλεγε από την πρώτη στιγμή». Ο κ. Παπαδάκης, το όνομα του οποίου βρισκόταν στους ισχυρισμούς του Μακάριου Δρουσιώτη, είπε ότι «εγώ αυτή τη στιγμή κινούμαι νομικά κατά του Δρουσιώτη για ανάρτηση ψευδών, πλαστών ειδήσεων με δόλο».
Μιλώντας στο Σίγμα, ο κ. Παπαδάκης άφησε να εννοηθεί ότι κάποιος άλλος ενδέχεται να βρίσκεται πίσω από την κατασκευή των μηνυμάτων, διερωτώμενος «πώς βρέθηκε το όνομα το δικό μου σε μια κουβέντα που δεν κολλούσε πουθενά. Αυτά παραμένουν. Αυτοί που μπορούν να δώσουν τις απαντήσεις, είναι η επονομαζόμενη «Σάντη», ο Μακάριος Δρουσιώτης, ο Νίκος Κληρίδης, ο οποίος φαίνεται ότι διακινούσε αυτά τα μηνύματα και ο Στέλιος Ορφανίδης, ο περιβόητος ερευνητής ο οποίος είναι εξαφανισμένος στο εξωτερικό. Αυτοί οι τέσσερις μπορούν να δώσουν νομίζω τις απαντήσεις. Ποιος τελικά τα κατασκεύασε; Όντως τα κατασκεύασε η «Σάντη», για λογαριασμό ποιου; Ή μήπως είναι κάποιος άλλος και στο τέλος τα φορτώθηκε η «Σάντη».
Ο ίδιος είπε πως έχει δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του να κινηθούν νομικά κατά του κ. Δρουσιώτη, ο οποίος όπως ισχυρίστηκε, προχώρησε σε δημοσιοποίηση πλαστών μηνυμάτων, με δόλο μάλιστα.
Το Ανώτατο επιφυλάχθηκε σε αίτημα του Νίκου Κληρίδη
Σε μια άλλη εξέλιξη, χθες το Ανώτατο Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφασή του στην αίτηση του Νίκου Κληρίδη για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας στα υποστατικά του στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης «Σάντη».
Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν προτίθεται να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση. Παράλληλα, ανέφερε ότι επικοινώνησε με έναν εκ των ανακριτών της υπόθεσης, ο οποίος επιβεβαίωσε πως από την έναρξη των ερευνών είχαν δοθεί οδηγίες να μην υπάρξει πρόσβαση σε δεδομένα ιδιωτικής επικοινωνίας που ενδεχομένως περιλαμβάνονταν στα αντικείμενα που παραλήφθηκαν κατά την έρευνα. Όπως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έγινε οποιαδήποτε επεξεργασία του περιεχομένου των κατασχεθέντων αντικειμένων.
Από πλευράς του αιτητή, ο δικηγόρος Αλέξανδρος Κληρίδης, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός πως ο Γενικός Εισαγγελέας δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η υπεράσπιση υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της αίτησης και της γραπτής αγόρευσης που είχε κατατεθεί κατά το στάδιο εξασφάλισης άδειας για την καταχώρησή της. Όπως υποστήριξε, το αντικείμενο της διαδικασίας δεν αφορά το ανακριτικό έργο που ακολούθησε την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, αλλά τη νομιμότητα της έκδοσης και εκτέλεσής του.
Πρόσθεσε ακόμη ότι η πρόσβαση της Αστυνομίας στα υποστατικά και στις ηλεκτρονικές συσκευές του αιτητή συνιστά από μόνη της παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως του κατά πόσο τα δεδομένα που κατασχέθηκαν έτυχαν περαιτέρω επεξεργασίας. «Η παραβίαση υπήρχε και η αποκατάσταση αυτής της παραβίασης ξεκινά με την έκδοση του προνομιακού εντάλματος certiorari, ως η αίτησή μας», ανέφερε.
Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τις θέσεις των δύο πλευρών, επιφύλαξε την απόφασή του.