«Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης. Άγιος Γεώργιος Κερύνειας. Ένα ταξίδι στη μνήμη», αυτός είναι ο τίτλος του καλαίσθητου, περίπου 280 σελίδων, αρτιγέννητου λευκώματος του Προσφυγικού Σωματείου «Άγιος Γεώργιος Κερύνειας» (εκδ. Εν Τύποις). Το έργο παρουσιάστηκε στις 3 Ιουνίου, στη Λευκωσία, στο πλαίσιο εκδήλωσης για τα σαράντα χρόνια του Σωματείου. Αφιερώνεται στους Αηγιωρκίτες και τις Αηγιωρκίτισσες, για «να θυμηθούν οι παλιοί, να γνωρίσουν οι νέοι». Την εκδοτική επιτροπή απάρτισαν, με συντονίστρια την Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος, οι Άντρη Χρυσοστόμου, Ιωάννα Κύρρη, Αντρέας Βασιλειάδης, Ήρα Μαυρομμάτη, Γιόλα Βούρκου, Γιάννης Ιωάννου, Mάρω Κουτσοκούμνη-Σφηκουρή και Πέτρος Χατζηνικολάου. «Αυτό το λεύκωμα είναι ένα ταξίδι στον δικό μας παράδεισο, ταξίδι στη μνήμη και στο όνειρο. Στις εικόνες του φωλιάζουν ψυχές και καρδιές», επισημαίνει η πρόεδρος του σωματείου Άντρη Χρυσοστόμου. «Ως σωματείο και προσωπικά αντιμαχόμαστε τη λήθη, ώστε ο χρόνος να μην αμβλύνει τον πόθο της επιστροφής. Η έκδοση επιχειρεί ένα επαναπατρισμό, δια της μνήμης», τονίζει η αντιπρόεδρος Ειρήνη Πράτσου-Ξενοφώντος.

To οπισθόφυλλο κεντά ποίημα του αείμνηστου φιλόλογου και χρονογράφου Γιώργου Ξενοφώντος-Σέρτη –εις μνήμην του οποίου εκδόθηκε το βιβλίο– υπό τον τίτλο «Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης». Γλαφυρός και σαφής, ο Γ. Σέρτης μας ωθεί να μεταλάβουμε τον Άη Γιώρκη με όλες τις αισθήσεις, με μια περιδιάβαση εικονοπλαστική, σε ένα τοπίο σε κίνηση, όπως οφείλει να είναι. Σε κίνηση, όπως οφείλουν να είναι και οι άνθρωποι, για την επιστροφή.

«Λεμονανθοί μοσχοβολούν προκλητικά

χαλί πράσινο απλώνεται

από τον Πενταδάκτυλο

ίσαμε τη θάλασσα

Να το ξέρεις!

Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης.

Ελιές χιλιόχρονες πάππου προς πάππο

χαρουπιές, κυνηγημένες από το κύμα

ανεβαίνουν τρεχάτες

στο δικό μας βουνό.

Να το θυμάσαι!

Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης.

Σπίτια ντυμένα σε πράσινο χρώμα.

Άνθρωποι ξένοι πατούν

τη γη των γονιών μας,

τη δική μας γη.

Να μην το ξεχνάς!

Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης».

Ένα χωριό στη σκιά του Πενταδακτύλου, με τον ήλιο στα μαλλιά και τη θάλασσα στα πόδια. Οι εικόνες του δικού μας Άη Γιώρκη είναι κυρίαρχες στον λόγο του Σέρτη, και, ανάμεσα, σαν καρφί η κατοχή.

Το βιβλίο αρθρώνεται σε οκτώ θεματικές ενότητες, με εστίαση σε χώρο και ανθρώπους: 1) Θάλασσα και νοσταλγία· 2) Χέρια που δημιούργησαν ζωές· 3) Σχολικές σελίδες· 4) Το ξεκίνημα της κοινής μας ζωής· 5) Στιγμές ευλογημένες· 6) Ρίζες και ανθοί· 7) Στιγμές χαράς και διασκέδασης· 8) Αθάνατοι.

Στις σελίδες, τοπίο και άνθρωποι μεταβάλλονται. Άνθρωπος είναι ο τόπος, άλλωστε. Βλέπουμε τη γέννηση, την εξέλιξη, τη δημιουργία, και, έπειτα, τον χαλασμό, τη ζωή να σκοτώνεται ή να αγνοείται. Τέλος, ο αγώνας, για τη μνήμη, ως την επιστροφή. Ανθρωπότυποι και σκηνές προβάλλουν τη σύνδεση του Άη Γιώρκη με τον υπόλοιπο κυπριακό και ελληνικό κόσμο. 

Των κεφαλαίων προηγούνται χαιρετισμός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Γεωργίου, πρόλογος της Χρύσως Αδάμου, εισαγωγή της Άντρης Χρυσοστόμου και τρία αγιωργίτικα αφιερώματα του Γ. Σέρτη (στον «Φιλελεύθερο»).

Μια κιβωτός μορφών και τοπίων

Στο βιβλίο το παρελθόν αναμετράται με το παρόν, για το μέλλον. Η ποίηση του φιλολόγου Στέλιου Παπαντωνίου διανθίζει τα πρωτοσέλιδα των ενοτήτων. Μια προσεκτική ματιά φανερώνει πως το βιβλίο ακολουθεί τη δομή του ποιήματος του Γ. Σέρτη.

Στο πρώτο κεφάλαιο, το βλέμμα κοντοστάθηκε, καταρχάς, στο ξωκλήσι του Αγίου Φανουρίου και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Λευτεριά, η παράκληση. Έπειτα, μια περιδιάβαση σε περιβόλια, σπίτια, καταστήματα και άλλα υποστατικά ορφανεμένα από τους ιδιοκτήτες τους. Σε σπίτια, παρόντα στο βιβλίο αλλά και απόντα, αφού δεν βρέθηκαν φωτογραφίες. «Ο Άγιος Γεώργιος εξελισσόταν γοργά. Πολλοί Λευκωσιάτες έκτισαν εξοχικά και περνούσαν εκεί διακοπές και Σαββατοκύριακα», θυμούνται οι κάτοικοι. Μια εξέλιξη παραθαλάσσια, που αδόκητα συνεθλίβη, όπως και σε άλλους ελληνικούς τόπους: «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί» (Γ. Σεφέρης).

Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο αναγνώστης συναντά ζείδωρα χέρια και πρόσωπα: αγγειοπλάστες, γεωργούς, κτηνοτρόφους, βοσκούς, εμπόρους, κεντήστρες, τεχνίτες, μαγείρισσες, εργάτες, εργάτριες. Στις φωτογραφίες βλέπουμε τους αμνούς, τα σταφύλια, τα αγγεία. Και ύστερα, ήλθαν η σφαγή, η οργή, τα θρύψαλα. Τότε, όμως, «Ήτανε όλα ωραία/ Οι απλοί άνθρωποι που μηδένιζαν τη σκέψη τους στο αύριο,/ ο αγέρας, που γέμιζε θαλασσινές νότες τα σπιτάκια,/ οι πράσινες ελιές, που ασήμωναν τον κάμπο» (Ν. Κρανιδιώτης).

Επόμενες σελίδες, οι σχολικές. Μαθητές, με πουκάμισα και γραβάτες, κορίτσια με ποδιές ή φούστες πλισέ, παιδιά διψασμένα για γνώση, μαζί με τους δασκάλους και τις δασκάλες τους. Φωτογραφίες από παρελάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, εκδρομές, παραστάσεις και επετειακούς εορτασμούς: Στιγμές μιας φωτεινής νεολαίας, που έμελλε να βιώσει την εισβολή και τα συνεπακόλουθα της. Ωστόσο, αξίες και παιδεία οι Αηγιωρκίτες και οι Αηγιωρκίτισσες τις πήραν μαζί τους, πολύτιμα εφόδια, στους αγώνες για επιβίωση και επανεκκίνηση, κι ας βρέθηκαν αλλού τα σώματα και αλλού οι καρδιές.

Το επόμενα τέσσερα κεφάλαια εστιάζουν στους συζυγικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς. To πρώτο εξ αυτών ανοίγει παράθυρο στα αρραβωνιάσματα και τους γάμους. «Κρατούσαμε σφιχτά/ ο ένας το χέρι του άλλου/ κι έτσι σταθήκαμε στον φωτογράφο/ με την απόφαση να κερδίσουμε τη ζωή/ κι όμως δεν ξέραμε», γράφει ο Στ. Παπαντωνίου.

Δεν ήξεραν, αλλά βρέθηκαν μπλεγμένοι στα σύρματα της ιστορίας. Οι στάσεις των σωμάτων, οι εκφράσεις, τα ενδύματα και, οι ανθοδέσμες, όλα χαρακτηριστικά της πεντηκονταετίας που προηγήθηκε της Εισβολής. Στάθηκα στη γαμήλια φωτογραφία του Γιώργου Ξενοφώντος και της Ειρήνης Πράτσου, στις 15/9/1974, διαπιστώνοντας πως, στον απόηχο της τραγωδίας, η ζωή πάσχιζε να πάρει ξανά την ανηφόρα.

Στο πέμπτο κεφάλαιο βλέπουμε φωτογραφίες με γονείς, παιδιά, εγγόνια, παππούδες, γιαγιάδες, σε φωτογραφεία, σπίτια, κήπους, χωράφια, δρόμους, εκκλησίες. Μορφές παιδικές, νεανικές και ώριμες. Το βλέμμα σκόνταψε στη φωτογραφία της Μαρίας Τσαγγαρίδη, με τα παιδιά της Φρόσω, Νίτσα, Ρήνα και Αντρέα, αγνοούμενο από το 1974.

Πολλές οι πολυμελείς οικογένειες, πλήθος τα αρχαία ελληνικά ονόματα: Αθηνά, Αίγλη, Αλέξανδρος, Αντιγόνη, Αφροδίτη, Αχιλλέας, Δημοσθένης, Έλλη, Ευθαλία, Ευτέρπη, Ευφροσύνη, Ζήνα, Θάλεια, Θεώνη, Λεωνίδας, Μερόπη, Ναυσικά, Νεοκλής, Νεοπτόλεμος, Οδυσσέας, Ολυμπία, Όμηρος, Πολύβιος, Πολυξένη, Σοφοκλής, Τεύκρος, Φιλάρετος, Φοίβος. Και εντάσσεται αυτή η αρχαιωνυμία σε τάση πανελλήνια, αναγεννησιακή, διαφωτιστική και ρομαντική, προς τεκμηρίωση της ελληνικής ταυτότητας και συνέχειας. 

Στις επόμενες σελίδες ξεδιπλώνονται εικόνες χαράς και διασκέδασης, από ανθεστήρια, αθλητικές δραστηριότητες, χορούς, οικογενειακές γιορτές, πανηγύρια και εκδρομές. Στην ενότητα αυτή και η ποδοσφαιρική ομάδα «Ίκαρος», λίγο πριν της λιώσουν τα φτερά. Στον «Ίκαρο» ανακάλυψα και τον Σωτήρη Φλουρή, καθηγητή μου στην Πάφο. Στην Πάφο, αφού σαν πουλιά οι εκτοπισθέντες του Άη Γιώρκη σκόρπισαν στο ελεύθερο μισό του νησιού.

Το τελευταίο κεφάλαιο είναι το πικρότερο: οι πεσόντες και αγνοούμενοι  του Αγίου Γεωργίου Κερύνειας. Αφηγείται ο Γ. Σέρτης: «Βαρύ το τίμημα –και– των Aϊ-Γιωρκιτών στο ποδοβολητό του Αττίλα που βρήκε τις πόρτες ανοιχτές. Στον βίαιο εκτοπισμό τους μετρήθηκαν, και οι απόντες –δολοφονημένοι και αγνοούμενοι– ήταν 34». Πολλοί, 15 στρατιώτες και 19 πολίτες, αφού ο Άγιος Γεώργιος είχε τη θλιβερή πρωτιά της άλωσης. Τι να πεις, για μια τέτοια πρωτιά; «Εσύ δεν λες τίποτα/ μα η πληγή στο σώμα του Ιησού/ δεν στερεύει» (Μ. Πασιαρδής).       

Χαρμολύπη, ελπίδα και μνήμη

Χαρμολύπη: Αυτή είναι η επίγευση του βιβλίου. Κι ελπίδα, που αναπτύσσεται σαν κισσός, ελισσόμενη γύρω από τη μνήμη. «Θ’ ανάψω απόψε ένα κερί/ Να ’ρθει το φως και να με βρει./ Ποιος μας πληγώνει;/ Ποιος μας πονά; Ποιος μας ενώνει;» (Πόλυς Κυριάκου). Ένα ουσιαστικό η απάντηση: «Η μνήμη».

Ο Άης Γιώρκης είναι εκεί, πάντα, διαμάντι στις ακτές της Κερύνειας, πολλά παιδιά αντάμωσαν στις 3 Ιουνίου, στη Λευκωσία, με τη μνήμη όπλο και άμυνα ώσπου, στα μετέπειτα του σκοταδιού, η ελευθερία να γείρει προς το μέρος μας. Ο Γ. Σέρτης γράφει: «Απόταν τους χειμώνες μας δεν ακολουθούν οι ανοιξιάτικες ευωδίες των λεμονανθών της κερυνειώτικης ακτής και των μοναδικών κυκλάμινων του Πενταδάκτυλου, γυροφέρνουμε σε όσα κράτησαν τον Ελληνισμό στις παλιές και νέες σκλαβιές του, καθώς ταύτιζε τη δουλεία με τους χειμώνες και την Άνοιξη με την ελπίδα της Απελευθέρωσης. Χειμώνας για το σκοτάδι, και φως για την Άνοιξη. Κανείς χειμώνας, όσο απειλητικός και αν εμφανίζεται, δεν διαρκεί για πάντα».

Ώσπου διάγουμε μέρες χειμέριες, εικόνες και λόγος αποτελούν πολύτιμους προβολείς μες στην ομίχλη. Και το αρτιγέννητο λεύκωμα, υπό τον τίτλο «Αυτός είναι ο Άης Γιώρκης» λειτουργεί ως οδοδείκτης, για τον ίσιο δρόμο, που μας πάει σε Άγιο Γεώργιο και Κερύνεια.

* Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.