Ο «Αττίλας Ι» ολοκληρώθηκε, τυπικά, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, με την κήρυξη εκεχειρίας, αφού είχε καταληφθεί η Κερύνεια. Στο μεταξύ, αιματηρούς βομβαρδισμούς είχαν υποστεί και η Λευκωσία και η Αμμόχωστος. Σύμφωνα με δημοσιογραφική καταγραφή, «απάνθρωποι και βίαιοι υπήρξαν οι βομβαρδισμοί της τουρκικής αεροπορίας. Οι Τούρκοι πιλότοι έπληξαν αδιάκριτα νοσηλευτικά ιδρύματα, εμβομβάρδισαν κατωκημένας περιοχάς, εμυδραλλιοβόλησαν αμάχους, έσπειραν  τον θάνατο με βόμβας ναπάλμ, εκτύπησαν ξενοδοχεία, εσκόρπισαν τον όλεθρο».

Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών παραιτήθηκε από την προεδρία της πραξικοπηματικής κυβέρνησης και καθήκοντα προεδρεύοντος ανέλαβε, βάσει του Συντάγματος, o Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Στην Ελλάδα, υπό το βάρος της τραγωδίας της Κύπρου, η Χούντα των Συνταγματαρχών κατέρρευσε. Την ίδια ημέρα, στη  λονδρέζικη εφημερίδα Evening Standard πρωταγωνιστούσε μια άλλη κατάρρευση.

«The grotesque sight of the body of the young boy dangling in the ruins of the hotel drew crowds of morbid sightseers. The building was cut in half like a cake; the 80 bedrooms of the blasted section folded together like a pack of cards (Η αποτρόπαιη εικόνα του σώματος του νεαρού αγοριού, το οποίο κρεμόταν στα ερείπια του ξενοδοχείου προσέλκυσε πλήθη περίεργων θεατών. Το κτίριο είχε κοπεί στη μέση σαν τούρτα· τα 80 δωμάτια της κατεστραμμένης πτέρυγας είχαν σωριαστεί σαν τραπουλόχαρτα)», τόνισε, ως αυτόπτης μάρτυρας, ο δημοσιογράφος Michael Fresco, σε ανταπόκρισή του, η οποία δημοσιεύτηκε, μαζί με φωτογραφίες, υπό τον τίτλο «Ι see horror of Famagusta».

Το κτίριο ήταν το τετράστερο δωδεκαώροφο ξενοδοχείο «Salaminia Tower», ιδιοκτησίας Πιερίδη και Φραγκούδη, στην παραλία της Γλώσσας. Ένα ξενοδοχείο πέραν των 200 κλινών, όπου –μεταξύ άλλων– διέμειναν επανειλημμένα ταξιδιωτικοί πράκτορες, κατά τις επισκέψεις τους στο νησί, αποκομίζοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Πλέον, το ξενοδοχείο πρέσβευε τη φρίκη.

Σύμφωνα με κυπριακό φύλλο, της 1ης Αυγούστου 1974, το «Σαλαμίνια» διαλύθηκε. Το μισό κτήριο ξεκόλλησε κυριολεκτικά, μετατρεπόμενο σε ερείπια, με τις ζημιές να ανέρχονται σε μισό εκατομμύριο λίρες. «Από τον βομβαρδισμό εφονεύθησαν δύο πρόσωπα. Ένας νεαρός, ο οποίος απησχολείτο το καλοκαίρι στο ξενοδοχείο, εκόπη στα δύο. Ένα μέρος του σώματός του παρέμεινε ψηλά στο κτίριο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ετάφη στα ερείπια», τονίστηκε.

Όψη του βομβαρδισμένου «Σαλαμίνια», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Ψηφιακός Ηρόδοτος / Συλλογή Μάρως Θεοδοσιάδου.

Το νεαρό αγόρι, στα χαλάσματα του «Σαλαμίνια», ήταν ο Ιάκωβος Παστός, εργαζόμενος στο ξενοδοχείο. Ο Ιάκωβος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού, τον Μάιο του 1960. Γονείς του ήταν ο Ανδρέας Παστός από τη Γύψου και η Σταυρούλλα Λαπούτη από τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Έως το 1965, ο Ιάκωβος απέκτησε τέσσερα αδέλφια: Ελένη, Μιχάλη, Μάρω και Παναγιώτα. Ακολούθησε ο χωρισμός των γονιών.

Η εξαδέλφη του Ιάκωβου, Σόφη Αγγελίδου, θυμάται τον Γιακουμή, όπως τον φώναζαν, ως ένα πανέξυπνο και ευγενικό παιδί, με μεγάλη, προστατευτική αγάπη για τη μητέρα του. Θυμάται, επίσης, το ταλέντο του στα μαστορέματα και τις κατασκευές, έστω και με ευτελή υλικά.

Ο μεσαίος, πάνω, ο Ιάκωβος Παστός. Μαζί και τρία από τα αδέλφια του.

Η Μάρω Παστού-Ιωάννου περιγράφει τη μητέρα της ως μια γυναίκα εργατικότατη, τιμιότατη, με μεγάλη αγάπη για τα παιδιά της. Μετά τον χωρισμό, πάσχιζε να ανταπεξέλθει στην ανατροφή τους ξενοδουλεύοντας στο Βαρώσι. Τον Ιούνιο του 1974 ο Ιάκωβος τελείωσε την Γ΄ Τάξη του Γυμνασίου Αρρένων. Επέλεξε, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τα ατμοπλυντήρια–καθαριστήρια «Αριζόνα», την εργασία στο «Σαλαμίνια». Κι αυτό, διότι οι απολαβές ήταν μεγαλύτερες και παράλληλα του παρεχόταν στέγη και σίτιση. Επίσης, ήθελε να φοιτήσει σε ξενοδοχειακή σχολή. Καταρχάς, του ανατέθηκαν καθήκοντα στην παραλία, στις ομπρέλες.

Ένας από τους συναδέλφους του ήταν ο Μάριος Κλεοβούλου, από τα Μανδριά Λεμεσού. Ο Μάριος προσελήφθη στο «Σαλαμίνια» το 1973, σε ηλικία 15 ετών, ως τρίτος μάγειρας, ενώ παράλληλα φοιτούσε στην Ξενοδοχειακή Σχολή «Ξενία». Όπως εξήγησε, σε συνομιλία μας, το πρωί της Δευτέρας, 22 Ιουλίου 1974, διευθετήθηκε η αποχώρηση, με βρετανική συνδρομή, όλων των τουριστών που διέμεναν στο ξενοδοχείο. Ακολούθως, αποχώρησε και το προσωπικό, πλην δύο υπαλλήλων που ορίστηκε να μείνουν τελευταίοι, για να κλείσουν τους χώρους. Οι παραμείναντες ήταν ο Μάριος και ο μεσήλικας, Ευάγγελος Φιλαρέτου, από την Έγκωμη.

Ο Ιάκωβος έφυγε, αλλά επέστρεψε, καθώς δεν βρήκε λεωφορείο για τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Επιστρέφοντας, ζήτησε να βοηθήσει τους συναδέλφους στο κλείσιμο. Ο βομβαρδισμός –παρά την τοποθέτηση βρετανικών σημαιών στην ταράτσα– βρήκε τον Μάριο στον τρίτο όροφο της πτέρυγας που παρέμεινε όρθια. Πανικόβλητος, αφού έκανε τον σταυρό του, πήδηξε από το μπαλκόνι. Ο ίδιος τονίζει πως η Παναγία τον βοήθησε και έπεσε στην άμμο χωρίς σοβαρά τραύματα. Έπειτα, αναζήτησε καταφύγιο στο γειτονικό ξενοδοχείο «Ασπέλια», πρώτα στο ισόγειο και έπειτα στο υπόγειο, όπως έπραξαν και άλλοι, που βρέθηκαν έξω κατά τους βομβαρδισμούς. Όταν εξήλθε, βρήκε τους δύο συναδέλφους του νεκρούς, τον Ευάγγελο με μία τρύπα στο κεφάλι και τον Ιάκωβο αιχμάλωτο στα ερείπια.

Στο μεταξύ, από το πρωί η Σταυρούλλα Λαπούτη αγωνιούσε για τον απόντα γιο, ενώ συγγενείς και γείτονες προσπαθούσαν να την καθησυχάσουν, λέγοντας πως στο ξενοδοχείο ήταν ασφαλής, λόγω των τουριστών. Η είδηση, από ραδιοφώνου, για βομβαρδισμό του «Σαλαμίνια» και νεκρό παιδί προκάλεσε πανικό. Σύμφωνα με οικείους, η μάνα, προαισθανόμενη το κακό, έκλαιγε.

Ο Ιάκωβος Παστός, νεκρός στο «Σαλαμίνα», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Πηγή: Νέαρχος Νεάρχου (επιμ.), Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τ. ΙΕ΄, Λευκωσία: ΙΑΜ, 2005.

Ο θείος του Ιάκωβου, Ανδρέας Αγγελίδης, μετέβη στο Βαρώσι και τον αντίκρισε να κρέμεται, ενώ κόσμος κοιτούσε συγκλονισμένος. Δημοσιογράφοι, Κύπριοι και ξένοι, τραβούσαν πλάνα και φωτογραφίες. Ο απεγκλωβισμός ήταν αδύνατος, συνεπώς, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι υπεύθυνοι του νεκροτομείου έκοψαν το άψυχο σώμα με πριόνι.

Την έκβαση αυτή επιβεβαιώνει ο Κρυστάλλης Δουκανάρης, ο οποίος πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς από την Αμμόχωστο τον Αύγουστο, ανήμερα των έβδομων γενεθλίων του: «Ο πατέρας μου ήταν πυροσβέστης και άνθρωπος με μεγάλο αίσθημα ευθύνης. Ήμασταν από τις τελευταίες οικογένειες που φύγαμε από την Αμμόχωστο, γιατί έσβηνε φωτιές μέχρι τη στιγμή που οι Τούρκοι έφτασαν μέσα στη πόλη. Μας είπε ότι προσπάθησαν να βρούνε τρόπο να βγάλουν όλο το σώμα του παιδιού, αλλά θα ήταν αδύνατο χωρίς να καταρρεύσουν όλα τα μπάζα καταπλακώνοντας αυτούς που θα το επιχειρούσαν. Μηχανήματα δεν υπήρχαν, μόνο τα σκαπτικά του οχήματος. Θυμάμαι έντονα εκείνες τις μέρες από το πραξικόπημα και μετά. Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, μαθαίναμε διάφορα συμβάντα άμεσα. Πολλά δεν γράφτηκαν ποτέ. Την ιστορία με το αγόρι τη θυμάμαι έντονα γιατί ήταν πολύ συγκλονισμένος».

Τόσο ο Ιάκωβος όσο και ο Ευάγγελος ετάφησαν στην Αμμόχωστο, στα κοιμητήρια του Σταυρού και του Αγίου Νικολάου αντίστοιχα. Μέσα στην αναταραχή των ημερών, από την οικογένεια του Ιάκωβου οι μόνοι που παρέστησαν στην ταφή ήταν η μητέρα και ο θείος Ανδρέας.

Μετά και τη δεύτερη Εισβολή και την κατάληψη του Αγίου Γεωργίου Σπαθαρικού, η μητέρα του Ιάκωβου εγκαταστάθηκε στον Συνοικισμό Κόκκινες, στη Λάρνακα. Οι συγγενείς θυμούνται τον Ιάκωβο ως θύμα, μάρτυρα και, ακόμα, μικρό ήρωα της ζωής. Το 1982, η Μάρω Παστού-Ιωάννου, παντρεμένη και εγκατεστημένη, πια, σε συνοικισμό, στο Τραχώνι Λεμεσού, ονόμασε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο, εις μνήμην του αδικοχαμένου αδελφού.

Ανδρέας Λαδόμματος, Σαλαμίνια Τάουερ Αμμοχώστου με θύμα της Τουρκικής Εισβολής, Νοέμβριος 1974 (σκαρίφημα).

Μετουσιώνοντας μνήμες και αισθήματα σε ποίηση, η Σόφη Αγγελίδου έγραψε, το 2022:

«Ο δρόμος της ζωής σου ήταν μικρός

το χαμόγελο στα χείλη σου μεγάλο,

δεν πρόλαβες της άνοιξης το φως

σαν αητός πέταξες σε δρόμο άλλο.

Μικρέ μου λαβωμένε αητέ

δεν πρόλαβες ν’ ανοίξεις τα φτερά σου,

μεγάλη σού  ’λαχε η λαβωματιά

έκοψε για πάντα τα όνειρά σου.

Μικρό παιδί στην μπόρα της ζωής

πικρό η ζωή σου έστησε καρτέρι

λευκό μπουμπούκι τώρα πια άνθισες

στων αθανάτων το εύοσμο παρτέρι».

Συγκλονισμένος από την εικόνα του Ιάκωβου, ήδη τον Νοέμβριο του 1974 ο ζωγράφος Ανδρέας Λαδόμματος αποτύπωσε σε μια λιτή, υποβλητική σύνθεσή του το αγόρι, κρεμάμενο υπό ερειπίων.

Ανδρέας Λαδόμματος, Σαλαμίνια Τάουερ Αμμοχώστου με θύμα της Τουρκικής Εισβολής, Νοέμβριος 1974.

Ο εξ Αμμοχώστου συνταξιούχος εκπαιδευτικός Λοΐζος Πουργουρίδης είδε, προ εξαετίας περίπου, στον Ιάκωβο έναν «μικρό Χριστό»:

«Μετά τον βομβαρδισμό, ένας μικρός Χριστός,

μες στα χαλάσματα βρέθηκε, σταυρωμένος,

ήταν ένας έφηβος ο Ιάκωβος Παστός,

στα συντρίμμια του «Σαλαμίνια», κρεμασμένος […].

Έχουν περάσει από τότε τόσα χρόνια,

και η εικόνα αυτή η τραγική

στη μνήμη είναι χαραγμένη αιώνια,

μια ακόμη θηριωδία Τουρκική».

            Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, μαθηματικός και ποιητής, από το Βασίλι Καρπασίας, εστίασε στην εικόνα του κρεμασμένου ανάποδα Ιάκωβου, προβάλλοντας σε αυτήν τη μοίρας της πόλης του:

«Τι τύχη κι αυτός

Να βλέπει έτσι την πόλη του!

Για την ακρίβεια

Ένα μέρος της πόλης

Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά

Καταπράσινα περιβόλια

Να κρέμονται

Από έναν θαλασσή ουρανό.

Τα κάτω άκρα άνω

Φυτεμένα σε συντρίμμια

Τα άνω άκρα κάτω

Με τα δάχτυλα τεντωμένα.

Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη

Χώρεσε στην παλάμη του»  («Διθαλάσσου», 2012).

            «Κάθε φορά, που έρχεται η εικόνα του στο μυαλό μου, συγκλονίζομαι. Δεν ξέρω αν έγραψα κάτι, αν μπορεί να γραφτεί κάτι, που να περικλείει το μέγεθός της», λέει.

Όντως, ακόμη κι αν δεχθούμε, ακολουθώντας τον Φοίβο Σταυρίδη, πως «όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου,

τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν

κι άλλα που περιμένουμε και δε θα ʼρθούν

ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμυθιασμένα είδωλα

μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο

μιας ανεπίδοτης ζωής»,

σε ποια συμμετρία μπορεί να ενταχθεί ένα εφηβικό σώμα, κρεμασμένο ανάποδα;

*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.

Στους συνδέσμους βίντεο, ημερομηνίας 22 Ιουλίου 1974, με πλάνα από το «Σαλαμίνια»:

https://www.digital-herodotus.eu/archive/video/items/1666/ksenodokheio-salaminia-tower-ammokhostos-katestrammeno/?page=
https://www.digital-herodotus.eu/archive/video/items/1665/ksenodokheio-salaminia-tower-ammokhostos-katestrammeno/?page=