Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΛίγοι στο Ισραήλ μπορούν να καταλάβουν την Τουρκία τόσο καλά όσο ο δρ Χάι Εϊτάν Κοέν Γιαναροτζάκ. Εβραίος της Τουρκίας και ο ίδιος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη χώρα και, μετά τις πρώτες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, έφυγε για το Ισραήλ, όπου ειδικεύτηκε στη μελέτη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Μιλήσαμε την ημέρα που υπογράφηκε η στρατιωτική συμφωνία-μαμούθ Ελλάδας-Ισραήλ. Και ήταν μια εξαιρετική αφετηρία…
Η συμφωνία των 3,035 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία μεγάλη αγορά οπλικών συστημάτων. Δημιουργεί, κατά τον δρα Κοέν Γιαναροτζάκ, ολότελα νέες αμυντικές δυνατότητες και μεταβάλλει τις περιφερειακές ισορροπίες, εισάγοντας στην ελληνική αρχιτεκτονική ασφαλείας τεχνολογία δοκιμασμένη σε πραγματικές συνθήκες πολέμου.
«Πρέπει πρώτα να υπογραμμίσουμε ότι τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας είναι από τα πλέον προηγμένα, αλλά και από τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα και δοκιμασμένα στον κόσμο», εξηγεί στον «Φ». «Έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε διαφορετικές αποστάσεις, απέναντι σε διαφορετικούς αντιπάλους και διαφορετικές τεχνολογίες. Όταν το ιρανικό καθεστώς εξαπέλυσε μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον του Ισραήλ, τα ποσοστά επιτυχίας ξεπέρασαν το 95%. Πρόκειται για κάτι εντυπωσιακό».
Το ίδιο πλέγμα, προσθέτει, προσέφερε στο Ισραήλ προστασία απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς και ρουκέτες. «Ανάλογη προστασία θα προσφέρει και στον ελληνικό λαό, εάν ποτέ παραστεί ανάγκη».
Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκονται τα συστήματα David’s Sling, Barak MX και SPYDER, μαζί με ραντάρ και ένα εθνικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου, που θα τα συνδέει σε ενιαίο δίκτυο. Είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ παραδίδει σε άλλη χώρα ένα ολοκληρωμένο, πολυεπίπεδο εθνικό σύστημα αεράμυνας, προσθέτει.
Πως λειτουργεί
Κάθε επίπεδο καλύπτει διαφορετικό τμήμα του φάσματος των απειλών. Το David’s Sling προορίζεται για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων και βαρέων πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, το Barak MX για πυραύλους και αεροσκάφη σε μεσαίες αποστάσεις και το κινητό SPYDER για στόχους σε χαμηλότερα ύψη και μικρότερες αποστάσεις, περιλαμβανομένων των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η ουσιαστική καινοτομία, ωστόσο, βρίσκεται στη διασύνδεσή τους: τα ραντάρ θα τροφοδοτούν ένα κοινό κέντρο, το οποίο θα εντοπίζει και θα αξιολογεί κάθε απειλή και θα αναθέτει την αντιμετώπισή της στο καταλληλότερο σύστημα αναχαίτισης. Έτσι, η Ελλάδα δεν αποκτά απλώς τρεις νέες συστοιχίες, αλλά μια ενιαία εθνική «ομπρέλα».
Στο πρόγραμμα προβλέπεται και σημαντική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, ώστε η χώρα να αποκτήσει όχι μόνο το υλικό, αλλά και την τεχνογνωσία για τη λειτουργία, την υποστήριξη και τη μελλοντική εξέλιξή του.

Το τοπίο και τι σημαίνει
Ο δρ Γιαναροτζάκ εντάσσει τη συμφωνία στο ευρύτερο πλέγμα των νέων συμμαχιών. Αναφέρεται στην αμυντική συμφωνία της Μέκκας μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν, στην οποία, σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο, ενδιαφέρονται να προσχωρήσουν και άλλα κράτη.
«Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η στρατηγική συνεργασία Ισραήλ-Ελλάδας, στην οποία πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλάβουμε και την Κύπρο, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία», εκτιμά. «Και εάν κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα, θα διαπιστώσουμε ότι δεν βρίσκονται μόνο αυτές οι τρεις χώρες στην ίδια πλευρά. Πιστεύω ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και η Ινδία μπορούν να τοποθετηθούν στην ίδια παρένθεση, ακόμη και αν δεν υπάρχει ανοικτή διακήρυξη μιας τέτοιας συμμαχίας».
Γιατί ανησυχεί η Άγκυρα
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι αμυντικό σύστημα. Η Άγκυρα, όμως, την αντιμετωπίζει ως κίνηση εναντίον της. Γιατί, όμως, πέρα από τη ρητορική – η εξήγηση της οποίας είναι απλή-, ενοχλείται τόσο η Άγκυρα; Τον ρωτήσαμε. Για τον Ισραηλινό αναλυτή, η απάντηση βρίσκεται στην αλλαγή που επιφέρει στον συσχετισμό ισχύος.
«Η αναστάτωση στην Άγκυρα προκαλείται από το γεγονός ότι η προηγμένη ισραηλινή τεχνολογία εισέρχεται στην εξίσωση ως παράγοντας που αλλάζει το παιχνίδι. Ενισχύει τη θέση της Ελλάδας με τρόπο πρωτοφανή και γι’ αυτό βλέπουμε αυτή την οργή», αναφέρει.
Η ενίσχυση αυτή δεν δίνει στην Αθήνα τη δυνατότητα να επιτεθεί στην Τουρκία, ξεκαθαρίζει. Περιορίζει, όμως, δραστικά την ευπάθειά της απέναντι σε πυραύλους, drones και αεροπορικές απειλές και, συνεπώς, μειώνει τη δυνατότητα οποιουδήποτε αντιπάλου να την εκβιάσει μέσω της απειλής ενός αιφνιδιαστικού πλήγματος.
Υπό αυτή την έννοια, προσθέτει, ένα αμυντικό σύστημα μπορεί να αλλάξει την ισορροπία χωρίς να περιλαμβάνει ούτε ένα επιθετικό όπλο: ενισχύει την αποτροπή, αυξάνοντας την αβεβαιότητα και το κόστος για εκείνον που θα σκεφτόταν να επιτεθεί.
Οι άλλοτε σύμμαχοι
Ο καθηγητής απορρίπτει την ερμηνεία ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί ισραηλινή επιλογή αντιπαράθεσης. Υποστηρίζει ότι η τουρκική πολιτική απομάκρυνε το Ισραήλ, στρέφοντάς το περισσότερο προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
«Οι Τούρκοι το προκάλεσαν στον εαυτό τους, όταν υιοθέτησαν μια έντονα ανταγωνιστική εξωτερική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ και αναβάθμισαν την παραδοσιακά φιλοπαλαιστινιακή πολιτική τους σε φιλο-Χαμάς πολιτική. Στο παρελθόν, το Ισραήλ ήταν πολύ προσεκτικό ώστε να μην εξοργίσει την Τουρκία. Με τις δικές της ενέργειες, όμως, η Άγκυρα απάλλαξε την ισραηλινή πλευρά από αυτούς τους περιορισμούς. Η Ιερουσαλήμ δεν βλέπει πλέον κανέναν λόγο να περιορίζει τη συνεργασία της με την Ελλάδα και την Κύπρο, τη στιγμή που η τουρκική πλευρά επιλέγει συνειδητά να επιδεινώνει τις σχέσεις».
Υπενθυμίζει δε ότι τη δεκαετία του 1990 το Ισραήλ και η Τουρκία πραγματοποιούσαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και θεωρούνταν σύμμαχοι, ενώ η Αθήνα τηρούσε πιο επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Η αντιστροφή, λέει, προέκυψε από τις επιλογές της Άγκυρας.
«Γι’ αυτό χρησιμοποίησα τη φράση ότι η Τουρκία έσπρωξε το Ισραήλ στην αγκαλιά της Ελλάδας. Δεν τη χρησιμοποίησα με αρνητική έννοια. Αντιθέτως, οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων στην Ιερουσαλήμ είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με την εμβάθυνση των σχέσεων με την Αθήνα. Προσωπικά, υποστηρίζω απολύτως αυτή τη συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ», λέει εμφατικά.
«Frenemy» η Τουρκία
Ρωτήσαμε εάν, τελικά, η Τουρκία είναι εχθρικό κράτος για το Ισραήλ. Ο ειδικός, Εβραίος με καταγωγή από την Τουρκία, αποφεύγει μια μονοσήμαντη απάντηση. Η διατύπωσή του, ωστόσο, αφήνει λίγα περιθώρια παρερμηνείας.
«Στα χαρτιά», τονίζει, «η Τουρκία θα πρέπει ακόμη να θεωρείται φιλικό κράτος. Η συμπεριφορά της απέναντι στο Ισραήλ, όμως, δυστυχώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φιλική», εξηγεί. Γι’ αυτό, προσθέτει, αρκετοί Ισραηλινοί αναλυτές χρησιμοποιούν τον όρο «frenemy», έναν συνδυασμό των αγγλικών λέξεων «friend» και «enemy» — φίλος και εχθρός ταυτόχρονα.
Δεν θέλουμε σύγκρουση
Παρά τη βαθιά κρίση, επιμένει ότι οι δύο χώρες δεν πρέπει να περάσουν το κατώφλι της ανοικτής εχθρότητας. «Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική και για την Τουρκία και για το Ισραήλ. Τα διπλωματικά κανάλια πρέπει να παραμείνουν ανοικτά και οι δύο πλευρές πρέπει να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν ό,τι μπορούν», αναφέρει.
Η διατήρηση αυτών των διαύλων, στη δική του ανάγνωση, δεν σημαίνει επιστροφή στην παλαιά συμμαχία ούτε παραγνώριση της σημερινής τουρκικής πολιτικής. Αποτελεί μηχανισμό αποτροπής ενός λάθους υπολογισμού. Καθώς ισραηλινές και τουρκικές δυνάμεις ενδέχεται να βρεθούν σε γειτονικά πεδία, από τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο, ακόμη και ένα περιορισμένο επεισόδιο θα μπορούσε να αποκτήσει ανεξέλεγκτη δυναμική. Η επικοινωνία, προσθέτει, είναι επομένως αναγκαία ακριβώς επειδή η πολιτική σχέση είναι τόσο κακή και όχι επειδή έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.

Αναγνωρίζει, όμως, ότι αυτό μοιάζει σχεδόν αδύνατο εξαιτίας της «συστηματικής εκστρατείας απονομιμοποίησης του Ισραήλ» από την τουρκική ηγεσία. Όσο, όμως, δεν έχει κηρυχθεί ανοικτή εχθρότητα, «παραμένει φως στην άκρη του τούνελ». Και το εξηγεί ακόμη πιο απλά: «Το Ισραήλ έχει ήδη αρκετούς εχθρούς. Δεν έχει συμφέρον να προσθέσει την Τουρκία στον κατάλογο. Θα ήταν στρατηγικό λάθος».
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και το πρόσφατο ισραηλινό πλήγμα στη Συρία, το οποίο προηγήθηκε μιας σχεδιαζόμενης ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων. Κατά τον ίδιο, σκοπός δεν ήταν να προκληθεί σύγκρουση, αλλά να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη: η Ιερουσαλήμ είχε διαμηνύσει ότι δεν θα δεχόταν τουρκική στρατιωτική παρουσία κοντά στα σύνορά της και, όταν η προειδοποίηση αγνοήθηκε, έπληξε τις εγκαταστάσεις πριν από την άφιξη των τουρκικών δυνάμεων.
«Ήταν μια χειρουργική επιχείρηση, χωρίς να αναφερθούν θύματα, αλλά με απολύτως σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα. Το Ισραήλ μίλησε στη γλώσσα της Μέσης Ανατολής, επειδή αυτό απαιτούσαν οι περιστάσεις. Η ενέργεια έγινε ακριβώς για να κρατηθεί η Τουρκία μακριά από τα ισραηλινά σύνορα και να αποφευχθεί μια μελλοντική αναμέτρηση».
Η τριμερής συνεργασία δεν περιορίζεται σε αγορές οπλικών συστημάτων
Ρωτήσαμε τον δρα Κοέν Γιαναροτζάκ εάν, παρά ταύτα, η τριμερής συνεργασία Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας είναι, έστω και εκ των πραγμάτων, ευκαιριακή. Το απέρριψε κατηγορηματικά, λέγοντας πως η τριμερής συνεργασία δεν περιορίζεται σε αγορές οπλικών συστημάτων και στρατιωτικές ασκήσεις.
«Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ μοιράζονται κοινές ιουδαιοχριστιανικές αξίες και είναι δημοκρατικά κράτη. Υπάρχει, επιπλέον, εξαιρετικά σημαντική επαφή μεταξύ των κοινωνιών τους».

Η Ελλάδα και η Κύπρος αποτελούν κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς για τους Ισραηλινούς, ενώ η Κύπρος έχει ιδιαίτερη θέση λόγω της εγγύτητας. Η πραγματική ποιότητα της σχέσης, όμως, φάνηκε στις δύσκολες στιγμές.
«Κατά τον τελευταίο πόλεμο, η Ελλάδα και η Κύπρος απέδειξαν τη φιλία τους. Λειτούργησαν ως σημαντικοί κόμβοι για τους Ισραηλινούς που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στη χώρα, ενώ δέχθηκαν και ισραηλινές πτήσεις. Από ισραηλινής πλευράς, αυτές οι χειρονομίες δεν θα ξεχαστούν ποτέ».
Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει να εμπλακεί σε αναμέτρηση
Όσον αφορά τα σενάρια περί ενδεχόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας στην Κύπρο ή γύρω από αυτήν, είναι κατηγορηματικός: «Θέλω να το υπογραμμίσω: από ισραηλινής πλευράς, οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία είναι ανεπιθύμητη. Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει να εμπλακεί σε μια τέτοια αναμέτρηση».
Δεν παραγνωρίζει ούτε την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο ούτε την ισχυρή παρουσία του τουρκικού πολεμικού Ναυτικού. Θεωρεί, όμως, ότι πολλοί «συνωμοσιολόγοι» εντοπίζουν κάθε φορά και ένα διαφορετικό πιθανό πεδίο σύγκρουσης: την Κύπρο, τη Συρία, την Ερυθρά Θάλασσα ή ακόμη και το Κέρας της Αφρικής.
Η γεωγραφία ασφαλώς καθιστά την Κύπρο κομβική για την Ανατολική Μεσόγειο, δεν τη μετατρέπει, όμως, αυτομάτως σε πεδίο ισραηλινοτουρκικού πολέμου, δηλώνει. Κατά τον αναλυτή, άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη πιθανών σημείων τριβής και άλλο η πολιτική πρόθεση για σύγκρουση.
Σημειώνει δε ότι η παρουσία ισχυρών ναυτικών δυνάμεων και η επιδείνωση της ρητορικής αυξάνουν τον κίνδυνο λανθασμένης ανάγνωσης μιας κίνησης, δεν αποτελούν όμως απόδειξη ότι η Ιερουσαλήμ σχεδιάζει δράση στο νησί ή εναντίον της Τουρκίας από κυπριακό έδαφος. Η συνεργασία με τη Λευκωσία αποσκοπεί, αναφέρει, στη σταθερότητα, στην ανθεκτικότητα και στην αποτροπή — όχι στη δημιουργία αφετηρίας για μια νέα πολεμική αναμέτρηση.
Και εξηγεί: «Το Ισραήλ δεν πρόκειται να ξεκινήσει μια τόσο επικίνδυνη περιπέτεια. Γιατί να το κάνει; Δεν θα είχε κανένα νόημα, εκτός εάν εμφανιζόταν μια πολύ συγκεκριμένη και απτή απειλή εναντίον του Ισραήλ από εκείνη την περιοχή. Σήμερα, αυτό δεν συμβαίνει».
«Επομένως», καταλήγει, «τα σενάρια για σύγκρουση στην Κύπρο δεν είναι τίποτε περισσότερο από αβάσιμες εικασίες».
Ποιος είναι
Ο δρ Χάι Εϊτάν Κοέν Γιαναροτζάκ είναι Ισραηλινός ακαδημαϊκός και αναλυτής, ειδικός στη σύγχρονη Τουρκία, στην εξωτερική πολιτική της Άγκυρας και στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Τουρκία, προτού εγκατασταθεί στο Ισραήλ το 2006. Είναι ερευνητής στο Κέντρο Μοσέ Νταγιάν για τις Μεσανατολικές και Αφρικανικές Σπουδές του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, καθώς και στο Jerusalem Institute for Strategy and Security (JISS). Διδάσκει επίσης στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και είναι επιμελητής της έκδοσης Turkeyscope: Insights on Turkish Affairs.
