Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο δύσκολο δεν είναι να αποδεχθεί ο Πάριος ότι «μεγάλωσε». Αλλά να αντέξουμε εμείς να τον κοιτάξουμε έτσι. Γιατί στον καθρέφτη του, αναπόφευκτα, καθρεφτιζόμαστε κι εμείς. Που μεγαλώσαμε -και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε- μαζί του.
Υπάρχει μια παράδοξη, σχεδόν αθέατη, μορφή αλαζονείας στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους καλλιτέχνες όταν μεγαλώνουν, όταν πια βρίσκονται στη χρονολογική τους «δύση», όταν γερνούν.
Για όσο καιρό βρίσκονται στην ακμή τους, τους παραχωρούμε το προνόμιο (γενναιόδωρα, με χαρά και χωρίς μέτρο για το «ευλογημένο» τάλαντό τους) να εκφράζουν όσα εμείς δυσκολευόμαστε να αρθρώσουμε: Τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την επιθυμία, το κενό – ακόμη και τον φόβο του τέλους (πριν αυτό, εκ των πραγμάτων, συμβεί στ’ αλήθεια μπροστά στα μάτια μας).
Τους εντάσσουμε στη συλλογική μας μνήμη – κάποτε και στην απολύτως ιδιωτική. Και όταν, χρόνια αργότερα, ο χρόνος αρχίζει να εγγράφεται επάνω στο σώμα και στη φωνή τους, τους εγκαλούμε (αποδομώντας τους) επειδή δεν κατάφεραν να τον νικήσουν· σα να υπήρξε ποτέ τέτοια συμφωνία μεταξύ μας.
Η πρόσφατη συναυλία του Γιάννη Πάριου στη Λάρνακα στάθηκε αρκετή για να ενεργοποιήσει έναν γνώριμο μηχανισμό της ψηφιακής εποχής – αυτόν που πλέον εκφράζεται με ασυδοσία, ενώ κάποτε παρέμενε μόνο ως «κουτσομπολιό» πίσω από κλειστά παντζούρια. Μερικά αποσπάσματα αναρτήθηκαν απ’ το ίδιο βράδυ της εμφάνισής του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, η φωνητική του απόδοση σχολιάστηκε, η ηλικία του τέθηκε στο μικροσκόπιο και κάποιοι αποφάνθηκαν ότι «πρέπει να σταματήσει!».

Ένας στενός συνεργάτης του αντέδρασε οργισμένα· και άλλοι, πολλοί. Η συζήτηση είχε ήδη αρχίσει, αφού μια καριέρα έξι δεκαετιών, μπορεί σήμερα -πολύ εύκολα- να βρεθεί στο «εδώλιο» εξαιτίας μερικών δευτερολέπτων videos τραβηγμένων από ένα κινητό. Μόνο που πίσω από το -θλιβερό- λεκτικό περιστατικό της προηγούμενης Παρασκευής κρύβεται ένα ερώτημα πολύ σοβαρότερο από το αν ο Γιάννης Πάριος τραγούδησε καλά ή λιγότερο καλά ένα βράδυ στην Λάρνακα: Ποιος νομιμοποιείται να κηρύξει το τέλος ενός καλλιτέχνη; Ποια κρίση;
Η φθορά ως ενοχή
Ο σύγχρονος άνθρωπος διατηρεί μια εξαιρετικά αντιφατική σχέση με το γήρας: Από τη μια διακηρύσσει την αποδοχή της διαφορετικότητας και από την άλλη εξακολουθεί να λατρεύει -σχεδόν μεταφυσικά- τη νεότητα ως θεότητα (συνέβαινε ανέκαθεν, συμβαίνει και στις μέρες μας, ίσως λίγο πιο έντονα λόγω της ανοικονόμητης διάδοσης της «ωραίας εικόνας»). Γιατί, όλοι μας, έχουμε συμφιλιωθεί με πολλές εκδοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι όμως με την πιο αναπόδραστη: τη φθορά της.
Όμως, στον μεγεθυντικό φακό περιπτώσεων δημοσίων προσώπων -πόσο μάλλον «μύθων»- η απαίτηση γίνεται σχεδόν απάνθρωπη: Δεν τους ζητάμε απλώς να μεγαλώσουν αξιοπρεπώς· τους ζητάμε να παραμείνουν πιστοί στην ανάμνησή μας γι’ αυτούς. Πράγμα φυσικά αδύνατον.
Θέλουμε τον ηθοποιό με το πρόσωπο που είχε όταν τον πρωτοείδαμε, τον τραγουδιστή με τη φωνή με την οποία ερωτευτήκαμε, τον performer με το σώμα που αψηφούσε κάποτε τη βαρύτητα. Απαιτούμε, με άλλα λόγια, από τα δημόσια πρόσωπα (και δη, τα πιο προβεβλημένα) να παραμείνουν ακίνητα μέσα στον χρόνο αφού, ως «καθρέφτης» μας, δεν θα «αναγκαστούμε» κι εμείς να υποχρεωθούμε στην αναμέτρηση με το γεγονός ότι ο χρόνος πέρασε και από πάνω μας αδυσώπητα.
Ο ίδιος ο Γιάννης Πάριος, εξάλλου, είχε κάνει ήδη από το 2011 μια ενδιαφέρουσα διάκριση: «Όσο περνάει ο χρόνος, εσύ δεν πρέπει να γερνάς, αλλά να μεγαλώνεις». Και πρόσθετε: «Το να γερνάς είναι ασθένεια, το να μεγαλώνεις όμως είναι αναπόφευκτο».
Σοφότερον το σαφές. Ίσως εδώ να βρίσκεται και η ειρωνεία του λεκτικού ορυμαγδού που ξεκίνησε να εκπυρσοκροτείται από την Παρασκευή, μετά το τέλος της συναυλίας του «Όλη η ζωή μου», στο Παττίχειο Αμφιθέατρο της Λάρνακάς. Γιατί ο ίδιος μοιάζει να είχε ήδη αποδεχθεί -χρόνια πριν- αυτό που εμείς δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε -σήμερα- ακούγοντάς τον, κοιτάζοντάς τον και «σταυρώνοντάς» τον: ότι, δηλαδή, μεγάλωσε.
Ποιος δικαιούται να κρίνει
Θα ήταν, βεβαίως, εξίσου προβληματικό να μετατρέψουμε τον σεβασμό προς έναν μεγάλο καλλιτέχνη σε ασυλία – το καλλιτεχνικό παρελθόν δεν μπορεί να λειτουργεί ως ισόβιο άλλοθι για το παρόν. Γιατί ο θεατής που αγοράζει ένα εισιτήριο δικαιούται και να απογοητευτεί.
Όπως και ο κριτικός οφείλει να κρίνει αυτό που συμβαίνει σήμερα και όχι να υποκλίνεται σε εκείνο που συνέβαινε πριν από 40 χρόνια. Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διάκριση: Άλλο να πεις «δεν τραγούδησε καλά απόψε» και άλλο «δεν πρέπει να ξανατραγουδήσει ο Πάριος!». Στην πρώτη περίπτωση κρίνεις ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Στη δεύτερη, διεκδικείς το δικαίωμα να ορίσεις το τέλος μιας ξένης (προσωπικής, όσο και δημόσιας) διαδρομής. Κι αυτό το δικαίωμα δεν είναι αυτονόητο.
Όπως η Χαρούλα;
Η σχεδόν αυτόματη επίκληση της Χαρούλας Αλεξίου (της Χαρούλας της καρδιάς μας) κάθε φορά που γερνά μια μεγάλη φωνή είναι πλέον προβληματική (διάβασα σχεδόν με αποστροφή ορισμένα από τα δεικτικά σχόλια σύγκρισης μεταξύ των δύο στα social media, αλλά δεν θα ‘θελα να αναπαραχθούν και από εδώ).
Γιατί η Χαρούλα επέλεξε να σταματήσει να τραγουδά όταν αισθάνθηκε ότι η φωνή της δεν ανταποκρινόταν πλέον στις απαιτήσεις που η ίδια είχε από τον εαυτό της. Η πράξη της υπήρξε βαθιά αξιοπρεπής ακριβώς επειδή υπήρξε καθόλα προσωπική.
Δεν μπορεί, όμως, η προσωπική της αυτογνωσία να μετατραπεί σε γενικό κανονισμό περί «αξιοπρεπούς αποχώρησης» – δεν υπάρχει ένας και μοναδικός «ενάρετος» τρόπος να γεράσει κανείς. Ποιος μπορεί να το ορίσει, άλλωστε; Για κάποιον «αξιοπρέπεια» μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζει το όριό του και αποχωρεί.
Για κάποιον άλλον μπορεί να σημαίνει ότι παραμένει, αποδεχόμενος πως δεν είναι πλέον εκείνος που υπήρξε. Και ίσως -ίσως!- αυτή η δεύτερη εκδοχή να απαιτεί ενίοτε εξίσου μεγάλο θάρρος.
Η μνήμη του βιωμένου στη φωνή

Η φωνή είναι σώμα. Υπόκειται, επομένως, στη βιολογία. Χάνει έκταση, δύναμη, αντοχή, ακρίβεια τονικότητας. Το να αρνούμαστε, καταρχάς, αυτή την πραγματικότητα στο όνομα του σεβασμού δεν είναι ευγένεια· είναι υπεκφυγή της πραγματικότητας. Αλλά η ερμηνεία δεν είναι εργαστηριακή μέτρηση φωνητικών δυνατοτήτων.
Είναι και χρόνος. Γιατί μια φωνή μπορεί να χάσει από τη νεανική της «λάμψη», αλλά να αποκτήσει κάτι που η νεότητα, από τη φύση της, αδυνατεί να διαθέτει: Τη μνήμη του βιωμένου.
Ένα ερωτικό τραγούδι ειπωμένο από έναν άνθρωπο στα 80 του χρόνια δεν είναι το ίδιο τραγούδι που έλεγε στα 30 του, ακόμη και όταν οι νότες και οι λέξεις παραμένουν απαράλλακτες. Ανάμεσα στις δύο ερμηνείες παρεμβάλλεται μια ολόκληρη ζωή – δεκάδες άλλες εμπειρίες που προσδίδουν άλλο «αίμα» στις φωνές.
Μπορεί, άραγε, να είναι το ίδιο το «Τι θέλεις να κάνω» όταν το ερμήνευε ο Πάριος του 1972 και όταν το τραγουδά ο Πάριος του 2026; Μπορεί να έχουν το ίδιο υπαρξιακό φορτίο το «Ποιος να συγκριθεί μαζί σου», το «Μάτια μπλε» ή το «Σε χρειάζομαι», όταν ανάμεσα στις δύο ερμηνείες έχει παρεμβληθεί σχεδόν μια ολόκληρη ζωή – μισός αιώνας; Δεν σημαίνει αυτό, βεβαίως, ότι κάθε φθαρμένη φωνή αποκτά αυτομάτως «βάθος»· η ηλικία δεν εξαγνίζει την κακή τέχνη. Σημαίνει, όμως, ότι η τεχνική ατέλεια δεν ακυρώνει υποχρεωτικά την ερμηνεία.
Και, ίσως, ο ίδιος ο (εκτός από ταλαντούχος, και ευφυής) Πάριος να έχει δώσει, προλαβαίνοντας τα τωρινά, την καλύτερη απάντηση, μιλώντας το 2025 για τον χρόνο και τη ζωή: «Η ζωή είναι τόσο λίγη {…} Γιατί να μην τη ζήσουμε; Και να τη ζήσουμε όπως εμείς θέλουμε! Αν μου δώσει και μια λύπη ή έναν πόνο – κι αυτά μέσα στη ζωή είναι. Εξαίρεση θα είμαι εγώ;».
Eλεύθερα, 06.09.2026