Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Πώς συνδέεται ο κόσμος των διαδικτυακών κλικ με την κυκλοφορία της «Sun» το 1969; Ένα κείμενο με αφορμή την ταινία «Ink» του Ντάνι Μπόιλ, που ανοίγει την αυλαία στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Το κλικ που πληρώνει

Πετάς από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, σαν πεταλούδα μαγνητισμένη από το φως της οθόνης. Κάθε δευτερόλεπτο ξεπετάγεται ένα πιασάρικο τιτλάκι, μια τραβηχτική εικόνα, φτιαγμένη στο γιγάντιο χωνευτήρι του «Α.Ι.». Τσιμπάς το δόλωμα και το δικό σου κλικ πληρώνει τον -συνήθως ανώνυμο- «δημιουργό περιεχομένου». Εκείνος ψαρεύει την προσοχή σου κι εσύ ενδίδεις.

Η απογοήτευσή σου όταν ανοίγει η σελίδα δεν καταγράφεται στον αλγόριθμο. Το ζητούμενο είναι να ενδώσεις, εσύ και ο διπλανός σου, στον πειρασμό του κλικ. Όσο πιο εξυπνακίστικο και σκανδαλώδες είναι το περιεχόμενο, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να αναμεταδοθεί, να γίνει viral. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι η καραμέλα που αποκοιμίζει τις αισθήσεις.

Trainspotting

Η κατάσταση θυμίζει τον μονόλογο του αυτοκαταστροφικού Μαρκ Ρέντον στο «Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ: «Διάλεξε τη ζωή… διάλεξε τεράστια τηλεόραση, πλυντήρια, αυτοκίνητα, CD player και ηλεκτρικά ανοιχτήρια, σταθερή υποθήκη, ρούχα επώνυμα, καναπέ, διάλεξε ν’ αναρωτιέσαι ποιος είσαι την Κυριακή το πρωί». Αλήθεια, ποιος είσαι πραγματικά, πέρα από τα «κλικ» σου; Το σύστημα «δημιουργίας περιεχομένου» αδιαφορεί. Αρκεί να συμμετέχεις στο καταναλωτικό πανηγύρι, να επιβεβαιώνεις τον ναρκισσισμό του εκάστοτε influencer. Αν διαμαρτυρηθείς, ο τελευταίος θα αντιτάξει: «μα εγώ προσφέρω εκείνο που θέλει ο κόσμος».

Και εγένετο… κίτρινη δημοσιογραφία

Πίσω στο μακρινό 1969 κάποιος άλλος είχε προφέρει αυτές τις ίδιες λέξεις. Το όνομά του: Ρούπερτ Μέρντοχ. Ο τότε 38χρονος Αυστραλός μεγιστάνας των μέσων μαζικής ενημέρωσης έκανε το μεγάλο άνοιγμα στη Βρετανία, εξαγοράζοντας την εφημερίδα «Sun» που έπνεε τα λοίσθια. Ενώ οι ανταγωνιστές της Mirror γελούσαν με την «καταδικασμένη» εξαγορά, εκείνος έθετε τους κανόνες της νέας, κίτρινης δημοσιογραφίας: απλοϊκή γλώσσα, τίτλοι που κάνουν «μπαμ», σκανδαλοθηρικό περιεχόμενο, ακραία, πολωτική ρητορική.

Αυτή ήταν η πρώιμη, χάρτινη εκδοχή των σύγχρονων κοινωνικών δικτύων. Ήταν ο αναδυόμενος λαϊκισμός των ταμπλόιντ, καμουφλαρισμένος ως η «φωνή του λαού» απέναντι στις ελίτ. Το πρώτο φύλλο της νέας «Sun» κυκλοφόρησε στις 17 Νοεμβρίου 1969, με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Σκάνδαλο με Αναβολικά στον Ιππόδρομο». Στην περίφημη σελίδα 3 πόζαρε ένα μοντέλο με εσώρουχα. Η λεζάντα «ντυμένη με το κοστούμι γενεθλίων της» υπονοούσε όλα τα υπόλοιπα. Η «ταμπλόιντ επανάσταση» επισημοποιήθηκε, όταν ένα εκατομμύριο αντίτυπα βρέθηκαν να πετάνε από τα σταντ σαν φθινοπωρινά φύλλα. Δύο μήνες πριν, ο Γερμανός φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο εγκατέλειπε τα εγκόσμια, προτού δει τη θεωρία του για τη μαζική κουλτούρα να επιβεβαιώνεται – και μάλιστα με πάταγο.

Το επικριτικό «Μελάνι» του Μπόιλ

Ink

Κάτι πολύ ουσιώδες συνδέει τον Νοέμβριο του 1969 με την εποχή μας, τον πρώιμο αναγνώστη της «Sun» και τον σύγχρονο «κλικαδόρο» των κοινωνικών δικτύων. Οι Τέοντορ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ το είχαν περιγράψει στην «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» με τις εξής λέξεις: «προκατασκευασμένη διασκέδαση», «ακύρωση της κριτικής σκέψης», «μετατροπή του καταναλωτή σε παθητικό δέκτη». Την επικαιρότητα αυτής της κριτικής υπομνηματίζει και η νέα ταινία του Ντάνι Μπόιλ («Ink») που ανοίγει, σε λίγες μέρες, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Ο Βρετανός δημιουργός (βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Τζέιμς Γκρέιαμ), επιχειρεί να εξετάσει τα αδιέξοδα του «Trainspotting» κάτω από το πρίσμα του μηχανισμού ο οποίος τα γέννησε. Με αφορμή την εξαγορά της «Sun», ψηλαφίζει μια σειρά από καίριες θεματικές: το τέλος των ηθικών φραγμών, τη θυσία της ερευνητικής δημοσιογραφίας στον βωμό του εμπορίου, την άνοδο του πολιτικού λαϊκισμού, τη μετατροπή της αληθινής ζωής σε κάλπικη ψυχαγωγία. Παράλληλα, υπονοεί πως ο Μέρντοχ (στην ταινία τον υποδύεται ο Γκάι Πιρς) υπήρξε ο αδίστακτος οραματιστής που έστρωσε το χαλί στον «θαυμαστό νέο κόσμο», στην άνευ ορίων ψυχαγωγία. Στον κόσμο που χωρίζει τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς», που ισοπεδώνει τα πάντα με μια μονοκονδυλιά, με μια βιτριολική ανάρτηση στο διαδίκτυο.

Μια απαγωγή, εκατομμύρια πωλήσεις

Η νέα πραγματικότητα αποτυπώνεται αιχμηρά στο θεατρικό -υποψιάζομαι και στην ταινία- μέσα από ένα πραγματικό γεγονός. Πρόκειται για την απαγωγή -και την πιθανότατη δολοφονία- της Μιούριελ ΜακΚέι η οποία έπεσε θύμα τραγικού λάθους, αφού ο πραγματικός στόχος ήταν η σύζυγος του Μέρντοχ, Άννα. Καθώς το ζεύγος ΜακΚέι ήταν στενοί φίλοι του μεγιστάνα των μίντια, ο δαιμόνιος αρχισυντάκτης της «Sun» (Λάρι Λαμπ), βρέθηκε σε προνομιακή θέση. Έχοντας άμεση πρόσβαση στο περιβάλλον του θύματος, μετέτρεψε την υπόθεση σε αστυνομικό σίριαλ.

Συνεχόμενα δραματικά φωτορεπορτάζ και πηχυαίοι τίτλοι έκαναν το κοινό να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Η ιστορία δεν είχε -δυστυχώς- το αίσιο τέλος που βλέπεις στις σαπουνόπερες: ενώ οι απαγωγείς συνελήφθησαν, η Μιούριελ δεν βρέθηκε ποτέ. Ωστόσο, η αστρονομική άνοδος των πωλήσεων απέδειξε πως τα πάντα, ακόμα και ο ανθρώπινος πόνος, είναι πλέον εξαγοράσιμα.

Dolce Vita

Σε μια μηχανή που κατασκευάζει, αλέθει και ανακυκλώνει ιστορίες, δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς. Θύμα της ίδιας μηχανής θα έπεφτε -χρόνια αργότερα- και η πριγκίπισσα Νταϊάνα, το «ρόδο της Αγγλίας», κυνηγημένη από ένα τσούρμο παπαράτσι. Πόσο προφητικός μπορεί να είναι στ’ αλήθεια ο κινηματογράφος… Όχι τόσο ο Μπόιλ με το «Trainspotting» όσο ο αγαπημένος Φελλίνι, ο οποίος τα είδε όλα αυτά με την «Dolce Vita» του. Στο μακρινό 1960 απεικόνισε ήδη την παρακμή μιας Πομπηίας που ναρκισσεύεται, ακόμα κι επάνω στις στάχτες της.

Ελεύθερα, 30.08.2026