Άλλη μια προσπάθεια ανάκτησης τουρκοκυπριακών περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές από κληρονόμους και διαχειριστή έπεσε στο κενό. Το τριμελές Εφετείο απέρριψε την έφεση του διαχειριστή της περιουσίας ζεύγους Τ/κ που απεβίωσε και δυο κληρονόμων του, οι οποίοι ζητούσαν ανάκτηση της περιουσίας, αποζημιώσεις €40 εκατ. για παράνομη επέμβαση και άλλες θεραπείες.
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή έγινε επίκληση στην υπόθεση της Τιτίνας Λοϊζίδου, με το Εφετείο να διαχωρίζει κάθετα την υπόθεση της κ. Λοϊζίδου με την παρούσα, αφού οι κληρονόμοι «ουδέποτε ζήτησαν από κατοχική δύναμη, ως είναι η Τουρκία, να εγκατασταθούν ή να τους παραχωρηθεί η περιουσία τους για χρήση, αλλά, μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου ζήτησαν άδεια για να πουλήσουν την περιουσία τους, η οποία διαχειριζόταν δυνάμει νομοθεσίας (από τον Κηδεμόνα), ζήτημα το οποίο εξεταζόταν».
Όπως αναφέρθηκε και πρωτόδικα σε αγωγή τους που απορρίφθηκε και η απόφαση υιοθετήθηκε και από το Εφετείο, στην υπόθεση Λοϊζίδου κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της προσφεύγουσας από ένα κράτος μέλος του ΟΗΕ (Τουρκία) το οποίο με στρατιωτική κατοχή, δια της βίας, αποστέρησε σ’ αυτήν την απόλαυση της περιουσίας της και όχι ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της κατ’ εφαρμογή νομοθεσίας κράτους αναγνωρισμένου από τον ΟΗΕ (Κυπριακή Δημοκρατία), όπως συμβαίνει με την εφαρμογή της κυπριακής νομοθεσίας (Ν. 139/1991 ως αυτός τροποποιήθηκε).
Ο διαχειριστής της περιουσίας των Τ/κ και δυο εκ των κληρονόμων τους, είχαν καταχωρήσει αγωγή με την οποία αξίωναν σωρεία θεραπειών όπως και αποζημιώσεις πέραν των €40 εκατ. για παράνομη επέμβαση στην περιουσία τους που αποτελείτο από 125 ακίνητα. Όπως αναφέρεται σε απόφαση του Εφετείου, κάποια από τα ακίνητα τους χρησιμοποιούνται (α) για γεωργικούς σκοπούς από τρίτα πρόσωπα και, (β) κάποια κατοικούνται από τρίτα πρόσωπα, χωρίς τα εν λόγω πρόσωπα, που χρησιμοποιούν ή κατοικούν στην περιουσία τους, να περιληφθούν στην αγωγή.
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το ζεύγος Τ/κ που απεβίωσε ήταν κύπριοι πολίτες, ανήκοντες στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και την περιουσία τους διαχειρίζεται ο διαχειριστής, και οι εκ των κληρονόμων, κόρη και εγγονή. Το ζεύγος των Τ/κ μέχρι τον Αύγουστο του 1974 κατοικούσαν στην Πάφο, και η θυγατέρα τους μέχρι το 1975 κατοικούσε στην Επισκοπή Λεμεσού, οπότε μετακόμισαν, χωρίς τη θέληση τους, σε περιοχή της Αμμοχώστου. Επίσης, ότι θυγατέρα, η οποία είναι κύπρια πολίτης, ανήκουσα και αυτή στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, κατοικεί πλέον μόνιμα εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, η δε εγγονή είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ από το 1969. Όλοι οι προαναφερόμενοι εξαναγκάστηκαν το 1974, ως ισχυρίζονται, να εγκαταλείψουν την περιουσία τους, και δεν την εγκατέλειψαν από μόνοι τους.
Πυρήνας των δικογραφημένων ισχυρισμών, όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, είναι πως ο Κηδεμόνας των Τ/κ μετά τον Αύγουστο του 1974 έλαβε τον έλεγχο και την κατοχή της επίδικης περιουσίας και την χρησιμοποιεί χωρίς την άδεια και/ή συγκατάθεση των προαναφερόμενων προσώπων, ενώ, ουδέν ποσό καταβλήθηκε σ’ αυτούς ως αποζημίωση ή ενοίκιο. Παρ’ ότι οι ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας ζήτησαν, μέσω του συνηγόρου τους, την επιστροφή της περιουσίας τους πλέον σχετικές αποζημιώσεις, δεν έλαβαν απάντηση.
Στην αντίπερα όχθη, οι θέσεις που προέβαλαν, πρωτόδικα, ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Κηδεμόνας (υπουργός Εσωτερικών) συνίστανται στο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέποτε εξανάγκασε τα αποβιώσαντα πρόσωπα και τις εφεσείουσες 3 και 4 (μητέρα και κόρη) να εγκαταλείψουν την περιουσία τους. Ακόμη, ότι δεν προέβησαν παράτυπα, ή χωρίς οποιαδήποτε έγκριση, σε χρήση της επίδικης περιουσίας, αλλά, οι ενέργειες τους έγιναν σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λέγουν, επίσης, ότι εφόσον οι εφεσείουσες 3 και 4 αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους πως δεν έχουν σκοπό να επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, και άρα ούτε στην ακίνητη περιουσία τους, ο Κηδεμόνας δεν τους εμποδίζει να την απολαμβάνουν.
Οι τρεις εφέτες απέρριψαν τον ισχυρισμό ότι τα αποβιώσαντα πρόσωπα και οι εφεσείουσες 3 και 4 εκδιώχθηκαν το 1974 ή το 1975 από την επίδικη περιουσία τους. «Το 1974, ως είναι παγκοίνως γνωστό, υπήρξε ρύθμιση όπου δεν ήταν υποχρεωτική η μετακίνηση για όλους, αλλά κατ’ επιλογή ενός εκάστου πολίτη, εξ ου και κάποιοι τουρκοκύπριοι ζουν μετά το 1974 στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να έχουν εκδιωχθεί ή να έχουν υποχρεωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους ή τη διαμονή τους από το μη κατεχόμενο τμήμα της χώρας».
Επιπρόσθετα διαπιστώθηκε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν πως ο εφεσίβλητος 2 – Υπουργός Εσωτερικών – Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών – επεμβαίνει παράνομα στην επίδικη περιουσία τους. Αν και υπάρχει επέμβαση στην κατοχή, η έκρυθμη κατάσταση, την οποία κήρυξε η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεχίζει να υφίσταται, συνεπώς η επέμβαση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην εξουσία που παρέχεται στον Κηδεμόνα – εφεσίβλητο 2 – από τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ήτοι τον Ν.139/1991, ειδικότερα μέσα από τις διατάξεις των Άρθρων 2, 3 και 5, στο περιεχόμενο των οποίων παραπέμπουμε.
Ήταν η κατάληξη του Εφετείου πως όλοι οι εφεσίοντες δεν διέμεναν ή διαμένουν στις υπό έλεγχο από τη Δημοκρατία περιοχές. Συνεπώς, η περιουσία τους, ως τουρκοκυπριακή, ευρισκόμενη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές ορθά και νόμιμα τέθηκε υπό την κηδεμονία του εφεσίβλητου 2. «Συνεπώς, το όποιο παράπονο της εφεσείουσας 3, αναφορικά με την μη επιδίκαση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων λόγω, κατ’ ισχυρισμόν, παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος της, εξ αιτίας της εφαρμογής του Ν. 139/1991 (ως τροποποιήθηκε), κρίνεται ανεδαφικό», ανέφερε το Εφετείο που απέρριψε την έφεση με έξοδα €7.400 προς όφελος της Δημοκρατίας.