Αγωγή κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών απέρριψε την Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2026, το Εφετείο σε σχέση με μεγάλης έκτασης τουρκοκυπριακή περιουσία (125 τεμάχια) στην επαρχία Πάφου, σε μέρος της οποίας έχει ανεγερθεί ο Διεθνής Αερολιμένας Πάφου, η Αεροπορική Στρατιωτική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», συνοικισμός αυτοστέγασης και τεμάχια έχουν δοθεί για γεωργικές καλλιέργειες σε Ελληνοκύπριους πρόσφυγες.

Οι αιτητές, ήτοι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες και κληρονόμοι και Ελληνοκύπριος διαχειριστής, ζητούσαν από το Δικαστήριο (α) την έκδοση διατάγματος παράδοσης της περιουσίας, και σωρεία αποζημιώσεων που ανέρχονται σε ύψος 41 εκατομμυρίων Ευρώ περίπου, όπως, μεταξύ άλλων, (β) αποζημίωση για παράνομη επέμβαση από την Κυπριακή Δημοκρατία στην περιουσία ή/και για ενοίκιο, (γ) αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων, (δ) τιμωρητικές αποζημιώσεις και (ε) άλλα επιμέρους ποσά για κάθε εφεσείοντα μηνιαίως μέχρι την παράδοση ελεύθερης κατοχής της επίδικης περιουσίας.

Η υπόθεση είχε πρωτοδίκως εκδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το 2022, το οποίο και απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι δεν έχει αποδειχθεί παράνομη επέμβαση εκ μέρους της Δημοκρατίας και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εναγόντων, και ότι ο Κηδεμόνας ορθά αποφάσισε να μην επιτρέψει την απόδοση της περιουσίας και τη μεταβίβασή της στον Ελληνοκύπριο διαχειριστή αφού, όπως διεφάνη, υπήρχε κι άλλος κληρονόμος, ο οποίος δεν αποκαλύφθηκε και δεν ήταν ανάμεσα στους αιτητές απόδοσης της περιουσίας όταν το αίτημά τους για αποδέσμευση της περιουσίας εξετάστηκε από τον Κηδεμόνα.

Πρόθεση των αιτητών ήταν να πωληθεί όλη η επίδικη περιουσία στον Ελληνοκύπριο διαχειριστή, στη βάση συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους, χωρίς την αποκάλυψη ύπαρξης και της σύμφωνης γνώμης και του άλλου κληρονόμου.

Εκδικάζοντας την υπόθεση, το Εφετείο έκρινε ότι ορθά ο Κηδεμόνας απέρριψε το αίτημα για πώληση όλης της επίδικης περιουσίας και ορθά, κατά την εξέταση του αιτήματος, έλαβε υπ’ όψιν του τη διαμονή των αποβιωσάντων και κληρονόμων αλλά και την ύπαρξη άλλου κληρονόμου που δεν αποκαλύφθηκε από τον διαχειριστή. Είναι θέμα ευθύνης του Κηδεμόνα, ο οποίος είναι αρμόδιος για τη διαχείριση και προστασία όλων των δικαιωμάτων που προκύπτουν για την περιουσία που διαχειρίζεται και έχει όλες τις εξουσίες που έχει ο ιδιοκτήτης, να μεριμνεί και να ελέγχει, υπογραμμίζει στην απόφασή του το Εφετείο.

Ενδιαφέρον έχει επίσης η θέση του Εφετείου ως προς τους διάφορους ισχυρισμούς των αιτητών, τους οποίους και απέρριψε. Ειδικότερα,

1.           στον ισχυρισμό των αιτητών ότι οι αποβιώσαντες εκδιώχθηκαν από την περιουσία τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, το Εφετείο τονίζει εμφαντικά: «Δεν αποδεχόμαστε τον εν λόγω ισχυρισμό [καθώς] το 1974, ως είναι παγκοίνως γνωστό, υπήρξε ρύθμιση όπου δεν ήταν υποχρεωτική η μετακίνηση για όλους, αλλά κατ’ επιλογή ενός εκάστου πολίτη, εξου και κάποιοι Τουρκοκύπριοι ζουν μετά το 1974 στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να έχουν εκδιωχθεί ή να έχουν υποχρεωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους ή τη διαμονή τους από το μη κατεχόμενο τμήμα της χώρας». 

2.           Ως προς τον ισχυρισμό περί παράνομης επέμβασης της Δημοκρατίας, μέσω του Κηδεμόνα, στην περιουσία των Τουρκοκυπρίων, το Εφετείο, αφού σημειώνει ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό, τονίζει: «Αν και υπάρχει επέμβαση στην κατοχή, η έκρυθμη κατάσταση που κήρυξε η Κυπριακή Δημοκρατία [λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής] συνεχίζει να υφίσταται, συνεπώς η επέμβαση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην εξουσία του Κηδεμόνα από τις πρόνοιες της νομοθεσίας […] Όλοι οι εφεσείοντες ήταν και είναι Κύπριοι πολίτες, Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι δεν έχουν τη νόμιμη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Συνεπώς, η περιουσία τους, ως τουρκοκυπριακή, ευρισκόμενη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές ορθά και νόμιμα τέθηκε υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα».

3.           Σε σχέση με τον ισχυρισμό για παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Εφετείο έκρινε ότι από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι υπήρχε και άλλος κληρονόμος για τον οποίο δεν είχε γίνει αναφορά στην αίτηση για έγκριση πώλησης της επίδικης περιουσίας, ο Κηδεμόνας είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι αν ενέκρινε τη μεταβίβαση, δεν θα παραβιαζόταν δικαίωμα κληρονόμου στην περιουσία αφ’ ής στιγμής αίτημα των αιτητών ήταν έγκριση πώλησης όλης της επίδικης περιουσίας.

Απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση, το Εφετείο καταδίκασε τους ενάγοντες σε έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας.

Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκε η Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας κα Έλλη Φλωρέντζου.