Στα Δικαστήρια βρίσκονται οι Τ/κ κληρονόμοι και η Δημοκρατία για μεγάλη έκταση γης κυρίως στην Πάφο αξίας δεκάδων εκατομμυρίων, η οποία επηρεάζει προσφυγικούς συνοικισμούς, το αεροδρόμιο της πόλης ακόμη και την αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου».

Ο διαχειριστής της περιουσίας και οι κληρονόμοι σύναψαν συμφωνία πώλησης της περιουσίας προς €11,8 εκατ. και επιχείρησαν να την καταθέσουν στο Κτηματολόγιο Πάφου που εκτίμησε την αξία της σε €58 εκατ. Όμως, ο υπουργός Εσωτερικών και Κηδεμόνας των τ/κ περιουσιών αρνήθηκε να δώσει την έγκρισή του γιατί η γη χρησιμοποιείται για έργα δημόσιας ωφέλειας.

Ο διαχειριστής της περιουσίας και οι κληρονόμοι προσέφυγαν στο Δικαστήριο που απέρριψε την προσφυγή τους και καταχώρησαν έφεση. Το Διοικητικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι τόσο η προσφυγή, όσο και η παρούσα έφεση κρίνονται ως μη παραδεκτές, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας τόσο του Διοικητικού Δικαστηρίου, όσο και του Διοικητικού Εφετείου και τους παρέπεμψε στα αστικά Δικαστήρια.

Σύμφωνα με την απόφαση ημ. 30/4/2026 του Διοικητικού Εφετείου, ο πρώτος αιτητής είναι Ε/κ διορισμένος ως διαχειριστής της περιουσίας ζεύγους αποβιωσάντων Τουρκοκύπριων, οι οποίοι κατοικούσαν στην Πάφο μέχρι το έτος 1974, οπότε και, συνεπεία της τουρκικής εισβολής, μετακόμισαν σε περιοχή, η οποία δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η άλλη αιτήτρια είναι θυγατέρα των αποβιωσάντων, Τουρκοκύπρια, η οποία κατοικούσε στο χωριό Επισκοπή της Λεμεσού και ακολούθως, επίσης, μετακόμισε, κατά το έτος 1975, σε περιοχή που δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, ενώ η τρίτη αιτήτρια είναι θυγατέρα ,εγγονή των αποβιωσάντων Τ/κ, η οποία αναχώρησε από την Κύπρο περί το έτος 1969 και κατοικεί μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Όπως αναφέρεται, κατά το έτος 2012, υποβλήθηκαν αιτήματα πώλησης της περιουσίας των πιο πάνω Τουρκοκυπρίων. Επρόκειτο για περιουσία των αποβιώσαντων, με κληρονόμους την κόρη και εγγονή τους. Συγκεκριμένα, προσκομίστηκαν στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου τρία πωλητήρια έγγραφα για πώληση μεγάλης έκτασης και αξίας τ/κ περιουσίας στην Επαρχία Πάφου, που βρίσκεται στα χωρία Τίμη, Μανδριά, πόλη Πάφου, ενορία Άγιος Θεόδωρος και στην Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού.

Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε αίτηση για αγορά 125 τεμαχίων γης, με συνολική τιμή πώλησης €11.800.000 και αγοραία αξία, όπως είχε εκτιμηθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας €58.631.600. Ως αγοράστρια και στα τρία πωλητήρια έγγραφα αναφέρεται ελληνοκυπριακή εταιρεία, με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τον πρώτο αιτητή.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, τα αιτήματα αγοραπωλησίας των υπό αναφορά περιουσιών τέθηκαν ενώπιον του υπουργού Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με δύο υπηρεσιακά σημειώματα, ημερομηνίας 30/9/2013 και 4/7/2016, αντίστοιχα, ο οποίος, στη βάση των πληροφοριών που τέθηκαν ενώπιόν του, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να δοθεί η συγκατάθεσή του για αποδοχή των δηλώσεων μεταβίβασης και των πωλητηρίων εγγράφων για κατάθεση, αλλά ούτε και ήταν δυνατή η διαβούλευση με τους κληρονόμους για φιλικό διακανονισμό σχετικά με τις τ/κ περιουσίες που είχαν χρησιμοποιηθεί για έργα δημόσιας ωφελείας. Συναφώς, ως αναφέρεται και στην ένσταση της Δημοκρατίας, μεγάλο μέρος της υπό αναφορά τ/κ περιουσίας επηρεάζεται από συνοικισμούς αυτοστέγασης στη κοινότητα Τίμης, καθώς και από άλλα έργα δημόσιας ωφέλειας, όπως τη δημιουργία αρδευτικού καναλιού, δρόμων, του αεροδρομίου Πάφου και της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου».

Μάλιστα, στην απάντηση του τότε Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημ. 19/7/2016, από διερεύνηση που είχε γίνει, διαπιστώθηκε πως οι αποβιώσαντες διέμεναν από το 1974 μέχρι και την ημερομηνία θανάτου τους στις κατεχόμενες περιοχές, όπου τους είχαν παραχωρηθεί ε/κ περιουσίες, η δε θυγατέρα τους και ο σύζυγός της, αμέσως μετά το 1974 είχαν εγκατασταθεί στις κατεχόμενες περιοχές, όπου, επίσης, τους παραχωρήθηκαν μεγάλης έκτασης ε/κ περιουσίες.

Η αρνητική απόφαση του Κηδεμόνα προσβλήθηκε με προσφυγή η οποία και απερρίφθη. Κατέθεσαν έφεση με το Διοικητικό Εφετείο να επισημαίνει πως αν και δεν ασκήθηκε αντέφεση εκ μέρους της Δημοκρατίας σε σχέση με την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της πρώτης προδικαστικής ένστασης που προβλήθηκε σε σχέση με το παραδεκτό της προσφυγής (ότι δηλ. είχε δικαίωμα να την εξετάσει), το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ορθό και σκόπιμο, να εξετάσει το ζήτημα, κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει στην (αποκλειστική) δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του προαναφερθέντος Άρθρο 6Α (1),(2) του Νόμου και/ή της νομολογίας.

Στερούνται δικαιοδοσίας

Το Διοικητικό Εφετείο, αφού ανάλυσε τη νομολογία, έκρινε ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το ίδιο, στερούνται δικαιοδοσίας να εξετάσουν την παρούσα περίπτωση, για την οποία η ορθή δικαιοδοσία ανήκει αποκλειστικά στα κατά τόπον αρμόδια Επαρχιακά Δικαστήρια διά της καταχώρησης αγωγής. Υπό αυτό το πρίσμα, τόσο η προσφυγή, όσο και η παρούσα έφεση κρίνονται ως μη παραδεκτές, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας τόσο του Διοικητικού Δικαστηρίου, όσο και του Διοικητικού Εφετείου περί του θέματος.