Υπό στενή παρακολούθηση μπαίνουν τα παραπεμπτικά για εργαστηριακές εξετάσεις, με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας να θέτει σε πιλοτική εφαρμογή ειδικό «δείκτη» ελέγχου των γιατρών, προκειμένου να εντοπιστεί η ακριβής αιτία της σημαντικής αύξησης των παραπομπών ασθενών που καταγράφεται σε συνεχή βάση τα τελευταία χρόνια.
Σχετικά έχουν ήδη λάβει ενημέρωση γιατροί δέκα διαφορετικών ιατρικών ειδικοτήτων (αιματολογία, γαστρεντερολογία, γυναικολογία-μαιευτική, ενδοκρινολογία, καρδιολογία, νευρολογία, νεφρολογία, παθολογική ογκολογία, παθολογία και ρευματολογία), και από το κόσκινο του Οργανισμού θα περάσουν τα παραπεμπτικά για εργαστηριακές εξετάσεις που θα καταχωρηθούν μέχρι και το τέλος Ιουνίου.
Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση/ενημέρωση των γιατρών από τον ΟΑΥ, «το σκεπτικό για την εισαγωγή του δείκτη απόδοσης, βασίζεται στο γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των εργαστηριακών εξετάσεων παρουσιάζει διαρκή αύξηση, η οποία δεν φαίνεται να δικαιολογείται αναλύοντας την επιδημιολογική εικόνα του πληθυσμού και έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο συνολικός όγκος εργαστηριακών εξετάσεων, και, κατ’ επέκταση, να επιβαρύνεται ο προϋπολογισμός του Συστήματος». Στόχος, αναφέρει ο Οργανισμός «είναι ο εξορθολογισμός των αιτημάτων για εργαστηριακές εξετάσεις».
Στην πράξη, ο δείκτης απόδοσης θα βασίζεται στον αριθμό των εργαστηριακών μονάδων που προκύπτουν από τα παραπεμπτικά του κάθε γιατρού, σε σχέση με τον συνολικό αριθμό επισκέψεων από ασθενείς που δέχεται ο συγκεκριμένος γιατρός με στόχο βεβαίως την καταγραφή της «έντασης» της χρήσης των εξετάσεων στην καθημερινή κλινική πρακτική. Η αξιολόγηση θα γίνεται ανά τρίμηνο και για κάθε ειδικότητα καθορίζεται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της, ένα σημείο αναφοράς, (ανώτατο) το οποίο υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο και την τυπική πρακτική της συγκεκριμένης ειδικότητας κάθε μήνα. Οι γιατροί που βρίσκονται κάτω από το σημείο αναφοράς θα θεωρείται ότι επιτυγχάνουν τον δείκτη, ενώ όσοι παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις θα εντοπίζονται για περαιτέρω αξιολόγηση.
Σημαντικό στοιχείο στη νέα διαδικασία είναι ότι η πιλοτική εφαρμογή δεν θα συνδέεται με οικονομικές επιπτώσεις ή τις αποζημιώσεις των γιατρών. Αντίθετα, ο ΟΑΥ ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ένα εργαλείο παρακολούθησης και ανατροφοδότησης, που αποσκοπεί κυρίως στην ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των ίδιων των γιατρών που θα λαμβάνουν τα σχετικά δεδομένα μέσω της μηνιαίας «Κατάστασης Χρήσης Υπηρεσιών ΓεΣΥ», όπου θα παρουσιάζεται τόσο το σημείο αναφοράς της ειδικότητάς τους, όσο και η προσωπική τους επίδοση. Η πρώτη ενημέρωση αναμένεται εντός του Ιουνίου 2026. Το μέτρο, αναφέρει ο ΟΑΥ, «δεν αποσκοπεί στην παρέμβαση στην ιατρική κρίση ούτε στον περιορισμό της επαγγελματικής αυτονομίας των γιατρών».
Ο δείκτης, «εφαρμόζεται ανά ειδικότητα και η σύγκριση πραγματοποιείται αποκλειστικά μεταξύ ιατρών της ίδιας ειδικότητας, διασφαλίζοντας τη συγκρισιμότητα και την αντικειμενική αξιολόγηση των δεδομένων». Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι «ο Οργανισμός σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύει ή περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την έκδοση εργαστηριακών εξετάσεων εκεί και όπου κρίνεται ιατρικά αναγκαίο».
Ο δείκτης απόδοσης «θα τεθεί σε πιλοτική εφαρμογή για την περίοδο Απριλίου – Ιουνίου 2026, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση με την αποζημίωση των ειδικών γιατρών». Η πιλοτική φάση, σύμφωνα με τον ΟΑΥ, «αποσκοπεί στην εξοικείωση των ιατρών με το εργαλείο, στην παρακολούθηση της λειτουργικότητάς του στην πράξη και στη συλλογή δεδομένων που θα επιτρέψουν την περαιτέρω αξιολόγησή του». Κατά τη διάρκεια της πιλοτικής φάσης, ο Οργανισμός «θα συνεχίσει, σε συνεργασία με τις επιστημονικές εταιρείες, να παρακολουθεί και να αξιολογεί τα αποτελέσματα της κάθε ειδικότητας και, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, να προβαίνει σε προσαρμογές και διορθωτικές ενέργειες».