Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του εγχώριου πληθωρισμού κατά τη διάρκεια του 2025, η ακρίβεια φαίνεται να αποκτά μονιμότητα και το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει, επηρεάζοντας την μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και ιδιαίτερα των ευάλωτων.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα μετά τις πρόσφατες αυξήσεις στα καύσιμα κίνησης και ηλεκτροπαραγωγής, που αναπόφευκτα θα μεταφερθούν στο κόστος πολλών άλλων προϊόντων και υπηρεσιών.

Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο blog της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με τίτλο «Ακρίβεια και πληθωρισμός στην Κύπρο: πρόσφατες τάσεις και δυναμικές», την οποία υπογράφουν οι Δημήτρης Καπάταης, Μαρία Μίθηλλου και Μαρία Παπαγεωργίου, καταδεικνύεται ότι, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης του εγχώριου πληθωρισμού κατά τη διάρκεια του 2025 και την επιστροφή του σε επίπεδα χαμηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% της ΕΚΤ (0,8% στην Κύπρο, σε αντίθεση με 2,1% στην ευρωζώνη), το πρόβλημα της ακρίβειας στην Κύπρο και κατ’ επέκταση της μείωσης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών -και ιδιαίτερα των ευάλωτων- συνεχίζει να υφίσταται. «Το γεγονός αυτό οφείλεται, όπως και στη ζώνη του ευρώ, στη σωρευτική αύξηση των εγχώριων τιμών κατά την τελευταία πενταετία, κυρίως λόγω εξωγενών παραγόντων/κραδασμών (αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας και των γεωπολιτικών εντάσεων).

Η εξέλιξη αυτή έχει αντισταθμιστεί μόνο σε κάποιο βαθμό από τις αυξήσεις στους μισθούς και τα κρατικά αντισταθμιστικά μέτρα κατά την υπό ανασκόπηση περίοδο», σημειώνεται στην έκθεση.
Από τη μελέτη προκύπτει ότι η πραγματική οικονομική πίεση που βιώνουν τα νοικοκυριά δεν εξαρτάται μόνο από την εξέλιξη των τιμών, αλλά και από τη δυναμική των εισοδημάτων τους.

Την περίοδο 2021-2024 ο πληθωρισμός (με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στην Κύπρο, όπως και στη ζώνη του ευρώ), αυξήθηκε σημαντικά και κατέγραψε σωρευτική αύξηση της τάξης του 16,5%, ενώ στη ζώνη του ευρώ ήταν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, φθάνοντας το 18,8%!
Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται, σε μεγάλο βαθμό, όπως και για τη ζώνη του ευρώ, στις έντονες πληθωριστικές πιέσεις που επήλθαν σε αγαθά και υπηρεσίες, κυρίως ως αποτέλεσμα εξωγενών κραδασμών, όπως οι επιπτώσεις της πανδημίας και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

Στη συνέχεια, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Κύπρο υποχώρησε αισθητά, καταγράφοντας ρυθμό αύξησης 0,8% το 2025, ποσοστό κατά πολύ χαμηλότερο από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ενώ ο αντίστοιχος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 2,1%).

Ωστόσο, σημειώνουν οι μελετητές, η σημαντική επιβράδυνση του εγχώριου πληθωρισμού κατά το 2025 δεν συνεπάγεται και την εξάλειψη του προβλήματος της ακρίβειας στην Κύπρο, αφού το επίπεδο των τιμών έφτασε ήδη σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με το 2019, λόγω του σωρευτικού υψηλού πληθωρισμού που προηγήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

Ποιος είναι ο ρόλος της αύξησης των μισθών για την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, επιχειρεί να απαντήσει επίσης η μελέτη. Επισημαίνεται ότι η διαχρονική στατιστική ανάλυση καταδεικνύει ότι η μισθολογική εξέλιξη συσχετίζεται με τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα. «Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται και από τα ιστορικά στοιχεία (1997 – 2010». Συγκεκριμένα, την περίοδο 1997–2010 οι μισθοί σημείωσαν αύξηση, εξέλιξη που συνάδει τόσο με τον πληθωρισμό όσο και με την αύξηση της παραγωγικότητας, που διαχρονικά κυμαίνεται κοντά στο 1,5%.

Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο του 2%, γεγονός που οφειλόταν κυρίως στις αυξήσεις του ΦΠΑ στο πλαίσιο της εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο».
Ωστόσο, υποδεικνύεται στη μελέτη ότι «κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο (2012-2015), η σχέση μισθών και πληθωρισμού άλλαξε, αφού όχι μόνο δεν δόθηκαν αυξήσεις αλλά έγιναν περικοπές στους μισθούς, καθώς επίσης δεν δόθηκε ούτε η ΑΤΑ λόγω αρνητικής οικονομικής ανάπτυξης (2012-2014) ή/και αρνητικού πληθωρισμού (2014-2015). Αντίθετα, την περίοδο 2020 – 2024 οι μισθοί αυξάνονταν περίπου 2,9% τον χρόνο ή σωρευτικά 14,5%, ενώ ο πληθωρισμός την ίδια περίοδο έφθασε, κατά μέσο όρο, στο 3,1% ή σωρευτικά 15,4%».

Επισημαίνεται ότι η ακρίβεια γίνεται ακόμα πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη ότι οι τιμές των προϊόντων με μεγαλύτερη βαρύτητα στις δαπάνες των νοικοκυριών, και ιδιαίτερα των ευάλωτων, καταγράφουν μεγαλύτερη αύξηση από τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή.

Ο συνολικός δείκτης του ΕνΔΤΚ κατέγραψε αύξηση 17,1% το 2025 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του 2019. Η μεγάλη αυτή άνοδος αντανακλά σημαντικές διψήφιες μεταβολές σχεδόν σε όλες τις βασικές κατηγορίες δεικτών του ΕνΔΤΚ, και ειδικότερα στις τιμές της ενέργειας, των τροφίμων και των υπηρεσιών που έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο καλάθι του μέσου καταναλωτή.