Αμετάβλητα διατήρησε τα βασικά επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για έβδομη διαδοχική συνεδρίαση, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
Η απόφαση έρχεται λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της Eurostat ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3% τον Απρίλιο, από 2,6% τον Μάρτιο και 1,9% τον Φεβρουάριο, πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν.
Η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με εντονότερους κινδύνους, καθώς η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις τροφοδοτούν τις τιμές, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνουν την ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το ΑΕΠ της ευρωζώνης και της ΕΕ αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,00%, το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,15% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,40%.
Στην ανακοίνωσή της, η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι εισερχόμενες πληροφορίες είναι γενικά συμβατές με την προηγούμενη αξιολόγηση για τις προοπτικές του πληθωρισμού, ωστόσο οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη έχουν ενταθεί.
Η Τράπεζα επαναλαμβάνει τη δέσμευσή της να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει απότομη αύξηση στις τιμές ενέργειας, επηρεάζοντας το οικονομικό κλίμα και ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση της ενεργειακής διαταραχής, καθώς και από τις έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία.
Το Διοικητικό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι θα συνεχίσει να λαμβάνει αποφάσεις από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, χωρίς να δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων.
Παράλληλα, τα χαρτοφυλάκια APP και PEPP συνεχίζουν να μειώνονται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά από τίτλους που λήγουν.
Η ΕΚΤ δηλώνει έτοιμη να προσαρμόσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της, ώστε να διαφυλάξει τη σταθερότητα των τιμών και την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.