Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑσύμφωνος προς το Σύνταγμα, αφού παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, είναι ο τροποποιητικός νόμος του περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, έκρινε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έπειτα από αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο νόμος καθιστούσε άκυρη οποιαδήποτε εν ισχύ εγγραφή δικαστικής απόφασης που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία οφειλέτη, η οποία βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές και επακόλουθα η απόφαση θα αποσυρόταν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο.
Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι ο νόμος παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος, για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, που περιλαμβάνει και την αποτελεσματική εκτέλεση δικαστικής απόφασης, το Άρθρο 23 του Συντάγματος (δικαίωμα στην περιουσία) και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού, όπως υποστηρίχτηκε, “η γενική και αυτοδίκαιη διαγραφή εννόμων συνεπειών που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις παραβιάζει την ως άνω αρχή αφού αποτελεί άμεση επέμβαση της Νομοθετικής στη Δικαστική εξουσία”.
Προβλήθηκαν, επίσης, θέσεις για παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Στον αντίποδα, ο δικηγόρος της Βουλής των Αντιπροσώπων υποστήριξε πως καμιά συνταγματική εκτροπή δεν παρατηρείται, τονίζοντας παράλληλα τον κοινωνικό σκοπό που έχει η επιχειρούμενη τροποποίηση.
Όπως εξηγείται στην απόφαση του ΑΣΔ, το Άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 με τίτλο «Εγγραφή δικαστικής απόφασης» αφορά τη δυνατότητα του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, «αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο», μ’ αυτό τον τρόπο «να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του …., εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους».
Το ΑΣΔ αναφέρει ότι αναμφίβολα η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή. Ωστόσο, η εξουσία αυτή δεν είναι απεριόριστη αφού πρέπει να ασκείται τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και στην προκειμένη περίπτωση με σεβασμό στα όρια της δικαστικής εξουσίας, όπως καθορίζεται και στο Άρθρο 152 του Συντάγματος.
Όπως υπογραμμίζεται, δεν υφίσταται δυνατότητα να χρησιμοποιείται με τρόπο που να οδηγεί σε ακύρωση ή παραμερισμό ή εξουδετέρωση εννόμων συνεπειών από την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης είναι μέτρο εκτέλεσης και συνεπώς διασφάλισης της «ολοκλήρωσης» ή της «πραγμάτωσης» προηγηθείσας δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το ΑΣΔ, Αυτό που επιχειρεί ο Νομοθέτης είναι να επέμβει – εκ των υστέρων – σε υφιστάμενα εν πολλοίς έννομα αποτελέσματα που έχουν δημιουργηθεί με έρεισμα την προηγηθείσα δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω, το ΑΣΔ προσθέτει ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δεν περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα των σχέσεων των διαδίκων, αλλά εγείρει ύψιστο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον άπτεται του κύρους και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών.
Συνεπώς, αναφέρει, τίθεται ευλόγως το ερώτημα: Η εκ των υστέρων ακύρωση εγγραφών δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων στις κατεχόμενες περιοχές, ως εν προκειμένω, δεν αποτελεί νομοθετική επέμβαση ώστε να εξαλειφθούν τα αποτελέσματα που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις;
“Κρίνουμε πως αυτό επιχειρείται με τον υπ’ Αναφορά Νόμο και ως εκ τούτου είναι η κατάληξη μας πως παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών”, σημειώνεται.
Εμμέσως σχετική με την πιο πάνω διαπίστωση παραβίασης είναι και η εισήγηση για παραβίαση του Άρθρου 30,1 το οποίο είναι το άρθρο που κατοχυρώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας και ταυτίζεται με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Είναι τα Δικαστήρια που είναι οι θεματοφύλακες του δικαιώματος κάθε πολίτη να έχει αποτελεσματική έννομη προστασία, σημειώνεται.
Όπως προστίθεται, δεν μπορεί να τύχει αμφισβήτησης πως η εγγραφή δικαστικής απόφασης, ως ένα νομοθετημένο μέσο εκτέλεσης, τυγχάνει δικαστικής προστασίας. Συνεπώς η εκ των υστέρων διαγραφή της εγγραφής αυτής – όπως επιχειρείται – πλήττει την ίδια την αποτελεσματικότητα της δικαστικής απόφασης, αφού της αφαιρεί τα έννομα αποτελέσματα της.
Ο υπ’ Αναφορά Νόμος δεν περιορίζει τις ρυθμίσεις του σε δικονομικά ζητήματα εκτέλεσης για το μέλλον αλλά προβλέπει γενικά πως εγγραφές δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων στις κατεχόμενες περιοχές καθίστανται άκυρες, επισημαίνει το ΑΣΔ, διαπιστώνοντας και παραβίαση του Άρθρου 30.
“Είναι λοιπόν η Γνωμάτευση μας πως ο υπ’ Αναφορά Νόμος αντίκειται και είναι ασύμφωνος προς το Σύνταγμα καθότι παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τα Άρθρα 30 και 179 του Συντάγματος”, αναφέρει καταληκτικά.
ΚΥΠΕ