Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ βία μεταξύ ανηλίκων παρουσιάζει αύξηση σε συγκεκριμένες μορφές της, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται μια γενικευμένη και καθολική έξαρση του φαινομένου. Την ίδια ώρα, η ταχύτατη διάδοση περιστατικών μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενισχύει τη δημόσια προβολή τους, δημιουργώντας σε αρκετές περιπτώσεις μια μεγεθυμένη εικόνα της πραγματικότητας.
Αυτό επισημαίνει, μιλώντας στον «Φ της Κυριακής», ο Καθηγητής στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Πανίκος Σταυρινίδης, ο οποίος αναλύει τους παράγοντες που οδηγούν τους νέους σε βίαιες και παραβατικές συμπεριφορές, εξηγεί γιατί ορισμένοι ανήλικοι παρακολουθούν περιστατικά ξυλοδαρμών χωρίς να παρεμβαίνουν και αναφέρεται στις αλλαγές που απαιτούνται για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου. Ο Καθηγητής τονίζει ότι η βίαιη συμπεριφορά δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μεμονωμένο ψυχολογικό παράγοντα, καθώς συνήθως προκύπτει από τη συνύπαρξη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του παιδιού με κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν την εκδήλωση της επιθετικότητας.
Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της καλλιέργειας της ενσυναίσθησης από μικρή ηλικία, υπογραμμίζοντας ότι η πρόληψη απαιτεί χρόνο, επιστημονική τεκμηρίωση και συνεχή προσαρμογή στις νέες προκλήσεις, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν συνεχώς νέες μορφές βίας.
Αύξηση της βίας, αλλά όχι σε όλες τις μορφές της
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσον τα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων αυξάνονται ή απλώς αποκτούν μεγαλύτερη δημοσιότητα, ο κ. Σταυρινίδης σημειώνει ότι ισχύουν και τα δύο. Όπως εξηγεί, η εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων και των κοινωνικών δικτύων επιτρέπει την αστραπιαία διάδοση πληροφοριών και εικόνων από περιστατικά βίας και βανδαλισμών. Ωστόσο, η μετάδοση δεν γίνεται πάντοτε με ακρίβεια, με αποτέλεσμα ορισμένα περιστατικά να παρουσιάζονται μεγεθυμένα.
Αυτό, διευκρινίζει, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πραγματική αύξηση της παραβατικότητας. «Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που επιβεβαιώνουν την αύξηση, αλλά σε συγκεκριμένες διαστάσεις της βίας και της παραβατικότητας. Δεν είναι μια γενική, επιστημονική και καθολική αύξηση σε όλα», επισημαίνει.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή, η χρονική περίοδος δεν είναι άσχετη με την εκδήλωση τέτοιων συμπεριφορών. Αναφέρει χαρακτηριστικά το διάστημα μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, την περίοδο πριν από τη λήξη της, καθώς και τις διακοπές και τις εορτές.
Μάλιστα, επικαλείται ως παράδειγμα παλαιότερα περιστατικά στη Νέα Υόρκη κατά το Halloween, όταν ομάδες νεαρών πετούσαν αυγά σε περαστικούς, για να καταδείξει πώς συγκεκριμένες περιστάσεις μπορούν να συνδέονται με εξάρσεις παραβατικής συμπεριφοράς.
Αναφερόμενος στα πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων εναντίον διανομέων φαγητού, επισημαίνει ότι παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ομαδοποίησης ανηλίκων και στοχοποίησης ευάλωτων ομάδων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να εμπεριέχουν και ρατσιστικά στοιχεία.
«Συνοπτικά μπορούμε να μιλήσουμε για περίοδο αυξημένης παραβατικότητας, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις εκδοχές της βίας και της παραβατικότητας, τις περιόδους και το χρονικό ή κοινωνικό πλαίσιο που μπορεί να ενισχύει την εμφάνιση τέτοιων συμπεριφορών», αναφέρει.
Το «κοκτέιλ» που οδηγεί ένα παιδί στη βία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του κ. Σταυρινίδη για τους λόγους που ωθούν έναν ανήλικο να ασκήσει βία. Όπως εξηγεί, η επιστημονική μελέτη της επιθετικότητας δείχνει ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο μια βίαιη συμπεριφορά να οφείλεται αποκλειστικά σε έναν ψυχολογικό παράγοντα.
Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων του και να παρουσιάζει έντονες αντιδράσεις ακόμη και για ασήμαντες αφορμές. Ωστόσο, αυτά τα χαρακτηριστικά συνήθως συνυπάρχουν με άλλες ψυχολογικές και κοινωνικές παραμέτρους.
Ο κ. Σταυρινίδης αναφέρεται σε παιδιά με πολύ χαμηλή ενσυναίσθηση, περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες, δυσκολία στη δημιουργία φιλικών σχέσεων και στην κατανόηση και τον σεβασμό των ορίων των άλλων. Σημαντικό χαρακτηριστικό μπορεί επίσης να αποτελεί η παρορμητικότητα, δηλαδή η δυσκολία του παιδιού να επεξεργάζεται όσα συμβαίνουν και να ελέγχει τη συμπεριφορά του. Σύμφωνα με τον Καθηγητή, η παρορμητικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως προγνωστικός παράγοντας συμπεριφορών που ενδέχεται να εμφανιστούν ακόμη και χρόνια αργότερα.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά δεν αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν την εκδήλωση βίας. «Βασική προϋπόθεση είναι να συναντηθούν μαζί και ταυτόχρονα με ένα κοινωνικό πλαίσιο που μπορεί να τα πυροδοτήσει. Αυτό είναι το κοκτέιλ της γενικής παραβατικής συμπεριφοράς και όχι ένας παράγοντας», εξηγεί.
Στο πλαίσιο αυτό, η οικογένεια, το σχολείο, η γειτονιά και οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να επηρεάσουν την εκδήλωση ή την αποτροπή βίαιων συμπεριφορών. Η πολυπαραγοντική αυτή προσέγγιση εξηγεί, σύμφωνα με τον ίδιο, και γιατί ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα λειτουργικό και υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να εμπλακεί σε σοβαρά περιστατικά παραβατικότητας. «Ενώ η οικογένεια είναι προστατευτικός παράγοντας, την ίδια στιγμή δρουν πολλά άλλα συστατικά που μπορεί να ακυρώσουν τα οφέλη μιας ακέραιης λειτουργικής οικογένειας», σημειώνει.
Οι τέσσερις κατηγορίες παιδιών που παρακολουθούν τη βία
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην ανάλυση του καθηγητή αποτελεί η συμπεριφορά των ανηλίκων που βρίσκονται μπροστά σε περιστατικά βίας, χωρίς απαραίτητα να συμμετέχουν άμεσα. Με βάση τις έρευνες για την ψυχολογία του εκφοβισμού, εξηγεί ότι οι παρευρισκόμενοι δεν αποτελούν μια ενιαία ομάδα, αλλά μπορούν να διακριθούν σε τέσσερις κατηγορίες, ανάλογα με τη στάση και τα κίνητρά τους.
>Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα παιδιά που λειτουργούν ως διευκολυντές της βίας. Μπορεί να κρατούν «τσίλιες», να χειροκροτούν, να φωνάζουν ή να ενθαρρύνουν με άλλους τρόπους τον δράστη. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συμπεριφορά αυτή συνδέεται κυρίως με την επιθυμία να εξασφαλίσουν την αποδοχή του δράστη και την ένταξή τους στην ομάδα του.
>Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι απαθείς παρατηρητές, οι οποίοι αντιλαμβάνονται το περιστατικό, αλλά θεωρούν ότι δεν τους αφορά άμεσα. Πρόκειται για παιδιά που δεν παρεμβαίνουν, επειδή δεν είναι τα ίδια τα θύματα και δεν αισθάνονται την ανάγκη να εμπλακούν.
>Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει εκείνους που παρακολουθούν ένα περιστατικό βίας αλλά φοβούνται να αντιδράσουν. Ανησυχούν ότι ενδεχόμενη παρέμβασή τους μπορεί να τους μετατρέψει στον επόμενο στόχο και προτιμούν να παραμείνουν απαρατήρητοι. Ο καθηγητής τονίζει ότι αυτή η στάση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δειλία. «Δεν είναι μια μορφή δειλίας. Ο καθένας μας μπορεί να το έχει νιώσει. Η αυτόματη αντίδραση του οργανισμού είναι να το αποφύγει», εξηγεί.
>Η τέταρτη κατηγορία είναι εκείνη που ο ίδιος αποκαλεί «ομάδα ενεργητικής ενσυναίσθησης». Πρόκειται για παιδιά που, βλέποντας ένα άλλο παιδί να δέχεται βία, αισθάνονται συμπόνια και ταύτιση με το θύμα και μετατρέπουν αυτά τα συναισθήματα σε πράξη. Παρότι αναγνωρίζουν ότι ενδέχεται να διατρέξουν και τα ίδια κίνδυνο, σε ορισμένες περιπτώσεις αποφασίζουν να παρέμβουν. «Έχει ως αφετηρία αυτή η ομάδα μια συναισθηματική κυρίως κατάσταση που, βλέποντας κάτι τέτοιο, νιώθει ταύτιση και συμπόνια για αυτό που γίνεται προς το θύμα και αυτή η αφετηρία οδηγεί στο ενεργητικό κομμάτι», επισημαίνει.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον κ. Σταυρινίδη, είναι η επιστημονική κατανόηση αυτών των διαφορετικών αντιδράσεων, ώστε να αναπτυχθούν τρόποι που θα ενθαρρύνουν τα παιδιά των τριών πρώτων κατηγοριών να περάσουν, με ασφάλεια, στην τέταρτη.
Η ενσυναίσθηση βασικό εργαλείο πρόληψης
Αναφορικά με τις παρεμβάσεις που απαιτούνται στην Κύπρο, ο καθηγητής αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει θετικά βήματα, επισημαίνει όμως ότι η αποτελεσματικότητά τους δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι, την ώρα που αναπτύσσονται μηχανισμοί αντιμετώπισης συγκεκριμένων μορφών παραβατικότητας, εμφανίζονται νέες προκλήσεις. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι χρειάζεται χρόνος για να ωριμάσουν οι πολιτικές και οι παρεμβάσεις, καθώς και για να αποτυπωθούν τα αποτελέσματά τους.
Στο επίκεντρο των προτάσεων του καθηγητή βρίσκεται η πρόληψη από μικρή ηλικία, μέσα από εκπαιδευτικές πολιτικές και δράσεις που ενισχύουν τις θετικές κοινωνικές συμπεριφορές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, την οποία θεωρεί σημαντικό στοιχείο της προσπάθειας περιορισμού της επιθετικότητας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς.
Όπως εξηγεί, η δική του επιστημονική ενασχόληση με την ενσυναίσθηση ξεκίνησε πριν από περίπου 16 με 17 χρόνια, σε μια περίοδο κατά την οποία η συγκεκριμένη έννοια δεν είχε τη σημερινή αναγνώριση στη δημόσια συζήτηση. Χρειάστηκε, όπως αναφέρει, να περάσουν χρόνια επιστημονικής έρευνας, τεκμηρίωσης και επαλήθευσης, ώστε να αναδειχθεί η χρησιμότητα τέτοιων προσεγγίσεων και να αρχίσουν να ενσωματώνονται ευρύτερα στην κοινωνία.
Η προσέγγιση του αναδεικνύει ότι η αντιμετώπιση της βίας μεταξύ ανηλίκων δεν περιορίζεται στην καταστολή των περιστατικών, αλλά απαιτεί την κατανόηση των ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων που τα προκαλούν, καθώς και τη συστηματική καλλιέργεια δεξιοτήτων που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά από τα πρώτα χρόνια της ζωής.
Ερνεστίνα Σισμάνη Παπακώστα: Αύξηση στη σοβαρότητα των περιστατικών

«Στο πλαίσιο της συστηματικής παρακολούθησης του φαινομένου από το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ), αξιοποιούνται δεδομένα που συλλέγονται από τις σχολικές μονάδες και τις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Παράλληλα, προβλέπεται η αξιοποίηση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας eΔΕΑ για την καταγραφή, συγκέντρωση, παρακολούθηση και ανάλυση των δεδομένων με στόχο την πληρέστερη αποτύπωση των περιστατικών και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων. Το φαινόμενο της σχολικής βίας είναι διαχρονικό και συνδεδεμένο με τις ευρύτερες μορφές βίας στην κοινότητα. Δεν υπάρχει σημαντική αύξηση στον αριθμό των περιστατικών που παραπέμπονται στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας (ΥΕΨ) αλλά εμπειρικά, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει αύξηση στη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα των περιστατικών που παρακολουθεί η Υπηρεσία.
Η έγκαιρη αναγνώριση βοηθά στην έγκαιρη παρέμβαση. Εκπαιδευτικοί και γονείς πρέπει να αντιλαμβάνονται τα σημεία που υποδηλώνουν ότι το παιδί μπορεί να δέχεται ή να ασκεί βία. Η βία στην παιδική και εφηβική ηλικία μπορεί να αποτελεί ένδειξη σοβαρών συναισθηματικών δυσκολιών, κατάθλιψης, σοβαρών κακοποιητικών συμπεριφορών και τραυματικών βιωμάτων. Γενικότερα, σοβαρές και ξαφνικές αλλαγές στη συμπεριφορά και τη συναισθηματική κατάσταση, όπως απομόνωση, ευερεθιστικότητα, εκρήξεις θυμού, μειωμένη αυτοπεποίθηση/αυτοεικόνα, αυξημένο άγχος και θλίψη, καθώς και σωματικές ενδείξεις όπως ανεξήγητοι τραυματισμοί, συχνοί πονοκέφαλοι, ή άλλες σωματικές διαταραχές χωρίς αιτία, διαταραχές ύπνου ή διατροφικές δυσκολίες, αποτελούν πιθανές προειδοποιήσεις. Σημειώνεται ότι μια συμπτωματολογία από μόνη της δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη για βία.»
Αστυνομία: Πρόληψη, συνεργασία και κοινή ευθύνη
«Η αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας αποτελεί σημαντική πρόκληση για την Αστυνομία, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο ζήτημα, το οποίο απαιτεί συντονισμένες ενέργειες, έγκαιρη παρέμβαση και ουσιαστική συνεργασία όλων των αρμόδιων φορέων.
Η Αστυνομία δραστηριοποιείται σε δύο βασικά επίπεδα: την καταστολή και την πρόληψη. Στο κατασταλτικό επίπεδο, προχωρεί στη διερεύνηση των υποθέσεων που καταγγέλλονται ή περιέρχονται σε γνώση της, με στόχο τον εντοπισμό των υπευθύνων και την προσαγωγή τους ενώπιον της Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό η Νομοθεσία για ανήλικους παραβάτες παρέχει εναλλακτικούς τρόπους και διαδικασίες εξωδικαστικής μεταχείρισης των παιδιών, αντί της ποινικής δίωξης. Δηλαδή ένα παιδί, με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα δύναται να τύχει εξωδικαστικής μεταχείρισης, χωρίς να προσαχθεί ενώπιον Δικαιοσύνης. Είναι το λεγόμενο «Πρόγραμμα Αποδικαστικοποίησης»
Η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες διερευνάται ποινική υπόθεση εναντίον παιδιού που διέπραξε ποινικό ή τροχαίο αδίκημα. Η κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται πάντα με επίκεντρο τις ιδιαίτερες περιστάσεις του παιδιού (ηλικία, οικογενειακό ιστορικό, φύση αδικήματος, επανάληψη ποινικών αδικημάτων).
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόληψη. Στο πλαίσιο αυτό, η Αστυνομία αναπτύσσει δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, με επαφές με τους νέους μέσω διαλέξεων και βιωματικών εργαστηρίων σε σχολεία και άλλους χώρους όπου δραστηριοποιούνται ή συχνάζουν. Οι δράσεις αυτές υλοποιούνται από εξειδικευμένο προσωπικό και αποσκοπούν στην καλλιέργεια της υπευθυνότητας, του σεβασμού προς τους άλλους και της επίγνωσης των συνεπειών παραβατικών συμπεριφορών.
Παράλληλα, η Αστυνομία συνεργάζεται με αρμόδιους κρατικούς και κοινωνικούς φορείς και συμμετέχει σε επιτροπές που ασχολούνται με τη νεανική παραβατικότητα και ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τους νέους. Επιπρόσθετα, έχει συσταθεί η Συντονιστική Επιτροπή Διαχείρισης Νεανικής Παραβατικότητας, στην οποία συμμετέχουν υπηρεσίες και τμήματα της Αστυνομίας, με στόχο τον καλύτερο συντονισμό των ενεργειών και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των σχετικών φαινομένων.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι η νεανική παραβατικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με αστυνομικά μέτρα. Η οικογένεια, το σχολείο, οι κοινωνικές υπηρεσίες και η ευρύτερη κοινωνία έχουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη, στην έγκαιρη αναγνώριση προβληματικών συμπεριφορών και στην παροχή στήριξης στους νέους.
Στόχος δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της παραβατικότητας, αλλά κυρίως η πρόληψή της, ώστε να δίνουμε στους νέους τις ευκαιρίες και τα εφόδια για να επιλέγουν έναν δρόμο υπευθυνότητας, σεβασμού και δημιουργικής συμμετοχής στην κοινωνία.»