Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑποτροπιασμό προκαλεί η υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης 10χρονης στη Λεμεσό, από τον μοναδικό άνθρωπο που φέρεται να εμπιστεύονταν οι γονείς της για να την προσέχει, όταν δεν υπήρχε κανένας άλλος εκεί. Ο γείτονας και φίλος του πατέρα της, καταχραζόμενος την εμπιστοσύνη που του είχε η 10χρονη την κακοποίησε σεξουαλικά μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Για την υπόθεση, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον άνδρα ποινές φυλάκισης επτά και τεσσάρων ετών, με τον Γενικό Εισαγγελέα να τις προσβάλει ως «έκδηλα ανεπαρκείς», ζητώντας την παρέμβαση του Εφετείου.
Σύμφωνα με τα γεγονότα υπόθεσης, το περιστατικό εκτυλίχθηκε το 2018, όταν η ανήλικη ζούσε με τους γονείς και τα δύο μεγαλύτερα της αδέλφια, σε μια μικρή υπόγεια κατοικία. Στο ίδιο κτίριο, πάνω από το σπίτι της οικογένειας, διέμενε ο καταδικασθείς για την υπόθεση με τη σύζυγο και τον γιο του.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο πατέρας της ανήλικης αντιμετώπιζε εξάρτηση από το αλκοόλ, ενώ η μητέρα της είχε ψυχιατρικές δυσκολίες. Στην οικογένεια μάλιστα είχαν σημειωθεί και περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας από τον πατέρα.
Η κατάσταση της δεκάχρονης περιγράφεται ως ένα παιδί το οποίο, «έμενε για αρκετές ώρες της ημέρας μόνη της επειδή τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας εργάζονταν και δεν φοίτησε σχεδόν καθόλου σε δημοτικό σχολείο». Παράλληλα, όπως κατέγραψε το Δικαστήριο, ήταν συναισθηματικά λιγότερο ώριμη από άλλα παιδιά της ηλικίας της, δυσκολευόταν να αντιληφθεί τον κίνδυνο και εμπιστευόταν ευκολότερα τους άλλους, «ενόψει των πιο πάνω είναι παιδί ιδιαίτερα ευάλωτο προς σεξουαλική κακοποίηση».
Όταν ο πατέρας της πήγαινε στην εργασία του και δεν υπήρχε κάποιος άλλος να την προσέχει, η δεκάχρονη μετέβαινε στην κατοικία του γείτονα για να την φροντίζει. Εκείνος βρισκόταν επίσης μόνος τις εν λόγω ώρες, αφού η σύζυγος και ο γιος του εργάζονταν. Ο καταδικασθείς όπως αναφέρεται στην απόφαση την πρόσεχε και τη φρόντιζε, με αποτέλεσμα η ανήλικη να τον θεωρεί καλό άνθρωπο, « δημιουργήθηκε δε, εν τοις πράγμασι, θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής του κατηγορουμένου επί της ανήλικης».
Έφυγε τρέχοντας και δεν είπε τίποτα στους γονείς της
Μία ημέρα καλοκαίρι του 2018, η δεκάχρονη όπως συχνά φέρεται να συνέβαινε, πήγε στο σπίτι του, επειδή δεν υπήρχε κανείς άλλος να την προσέχει. Σε κάποια στιγμή ο καταδικασθείς επιχείρησε να την κακοποιήσει σεξουαλικά χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει.
Η ανήλικη σε κατάσταση σοκ, επειδή «δεν γνώριζε τι ήταν αυτό που της συνέβαινε», χωρίς να του πει τίποτα, σήκωσε τα ρούχα της και έφυγε τρέχοντας, από την οικία επιστρέφοντας στο σπίτι της.
Εκεί βρισκόταν η μητέρα της, της οποίας δεν αποκάλυψε τι είχε συμβεί καθώς όπως αναφέρεται στην απόφαση η ανήλικη είχε φοβηθεί και δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσαν οι γονείς της.
Οι ενέργειες ωστόσο του καταδικασθέντα, δεν περιορίστηκαν στο περιστατικό, αλλά την ίδια περίπου περίοδο σε αρκετές περιπτώσεις, όταν η 10χρονη έπαιζε μόνη της, στη βεράντα και ενώ, εκείνος βρισκόταν μόνος στο μπαλκόνι του, της επιδείκνυε τα γεννητικά του όργανα, γνωρίζοντας ότι το παιδί τον έβλεπε.
«Έκδηλα ανεπαρκείς» οι ποινές, κατά την Εισαγγελία
Μετά από ακροαματική διαδικασία, ο άνδρας κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Του επιβλήθηκε φυλάκιση επτά ετών για τη συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω των 13 ετών και τεσσάρων ετών για την πρόκληση του παιδιού να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων.
Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις ποινές ως «έκδηλα ανεπαρκείς», υποστηρίζοντας ότι δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στις συνθήκες διάπραξής τους, στους επιβαρυντικούς παράγοντες και στην ανάγκη αποτροπής.
Η Εισαγγελία υποστήριξε επίσης ότι παραγνωρίστηκαν τα ψυχολογικά κατάλοιπα στην ανήλικη και η ψυχική ταλαιπωρία της, καθώς αναγκάστηκε να υποβληθεί σε αντεξέταση και να βιώσει ξανά όσα είχε υποστεί. Κατά τη θέση της Εισαγγελίας δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στα ελαφρυντικά και στις προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος.
Στο όριο της επιείκειας, αλλά χωρίς αύξηση της ποινής
Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την έφεση, κρίνοντας ότι το Κακουργιοδικείο είχε αναλύσει επαρκώς τις περιστάσεις της υπόθεσης, τους επιβαρυντικούς και τους ελαφρυντικούς παράγοντες, χωρίς να διαπιστώνεται σφάλμα αρχής ή απόκλιση από το πλαίσιο της νομολογίας.
Έκρινε, πάντως, ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν «ιδιαιτέρως επιεικής» και κυμαινόταν «στο όριο του επιτρεπτού πλαισίου». Παρά τη διαπίστωση αυτή, αποφάνθηκε ότι δεν υπερέβαινε τα όρια που θα δικαιολογούσαν παρέμβασή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.