Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η κάθοδος Ουκρανών, η αύξηση του πληθυσμού, καθώς και η εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων, εργαζομένων και οικογενειών τους από τρίτες χώρες, στο πλαίσιο της ενισχυμένης οικονομικής και επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά και άλλοι εξωγενείς παράγοντες, επιδείνωσαν το στεγαστικό πρόβλημα στην Κύπρο, ιδιαίτερα από το έτος 2022 και εντεύθεν.

Η αναφορά στα αίτια αύξησης των ενοικίων προέρχεται από τον υπουργό Εσωτερικών, Κωνσταντίνο Ιωάννου και δόθηκε στο πλαίσιο απάντησής του σε ερώτηση της βουλευτού του Άλματος, Λίτσας Δρουσιώτου.

Γίνεται αντιληπτό ότι οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών, στους οποίους γίνεται αναφορά, δραστηριοποιούνται σε εξειδικευμένες εταιρείες οι οποίες κατήλθαν στην Κύπρο ύστερα από την έγκριση σχετικής νομοθεσίας.

Η κ. Δρουσιώτου ζητούσε, ανάμεσα σε άλλα, απάντηση ως προς το πώς είναι δυνατόν να εκδίδονται χιλιάδες άδειες ανάπτυξης, να ανεγείρονται 8.692 νέες κατοικίες (μόνο το 2024) και την ίδια ώρα, τα ενοίκια να αυξάνονται περίπου κατά 56,5% (μεταξύ 2020-2025), καταγράφοντας επιπλέον αύξηση κατά 7,36% το 2026.

Πιο αναλυτικά, ο υπουργός Εσωτερικών στην απάντησή του καταγράφει τα ακόλουθα:

>> Το πρόβλημα στέγασης στην Κύπρο επιδεινώθηκε από το 2022 και έπειτα, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυπριακή οικονομία, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά εξωγενών προκλήσεων, οι οποίες επηρέασαν τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση κατοικίας.

>> Οι διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις, η αύξηση του κόστους ενέργειας, των πρώτων υλών και των κατασκευαστικών υλικών, επηρέασαν σημαντικά το κόστος κατασκευής και την οικοδομική δραστηριότητα.

>> Παράλληλα, καταγράφηκε σημαντική αύξηση της ζήτησης για κατοικία, η οποία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αύξηση του πληθυσμού, την άφιξη στην Κύπρο εκτοπισμένων από την Ουκρανία, καθώς και με την εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων, εργαζομένων και οικογενειών στο πλαίσιο της ενισχυμένης οικονομικής και επενδυτικής δραστηριότητας.

Αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου αναφέρει, επίσης, πως η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα αποτυπώνεται και στα ακόλουθα διαθέσιμα στοιχεία:

Κατά το 2025 εκδόθηκαν 8.159 άδειες οικοδομής, έναντι 6.827 το 2024, καταγράφοντας αύξηση 19,5%.

Από τους αριθμούς προκύπτει πως το έτος 2025 οι άδειες οικοδομής ήταν αυξημένες κατά 1.332.

Όσον αφορά τον αριθμό των οικιστικών μονάδων αδειών που προβλέπεται να ανεγερθούν, μέσω των πιο πάνω αδειών, αυξήθηκε κατά 42,7%. Όπως αναφέρει ο Υπουργός, η αυξητική τάση συνεχίζεται και το 2026.

Συγκεκριμένα, όπως καταγράφει στην απάντησή του, κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026 εκδόθηκαν 3.650 άδειες οικοδομής, έναντι 2.764 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 32,1%.  Με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα, οι άδειες του πρώτους πέντε μήνες του 2026 ήταν αυξημένες κατά 886, σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Κατά την ίδια περίοδο, ο αριθμός των οικιστικών μονάδων που προβλέπεται να ανεγερθούν αυξήθηκε κατά 63,7%, από 5.484 σε 8.978 μονάδες. Με άλλα λόγια, προβλέπεται να ανεγερθούν 4.494 οικιστικές μονάδες περισσότερες σε σχέση με αυτές που είχαν ανεγερθεί την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Στόχος της κυβέρνησης η αύξηση του οικιστικού αποθέματος

Ο υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, στην απαντητική του επιστολή προς τη βουλευτή του Άλματος, Λίτσα Δρουσιώτου, πως βασικός πυλώνας της πολιτικής της κυβέρνησης είναι η αύξηση του οικιστικού αποθέματος και, ιδιαίτερα, της προσφοράς προσιτής κατοικίας, σε συνδυασμό με μέτρα που διευκολύνουν την πρόσβαση των πολιτών σε στέγη.

Κάνει δε αναφορά στα Σχέδια Πολεοδομικών Κινήτρων και «Build to Rent», μέσω των οποίων παραχωρείται επιπρόσθετος συντελεστής δόμησης με στόχο την παραγωγή πρόσθετων οικιστικών μονάδων και, παράλληλα, μονάδων προσιτής κατοικίας. Με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, τα οποία επικαλείται ο κ. Ιωάννου, το ενδιαφέρον για αξιοποίηση των εν λόγω εργαλείων μεταφράζεται σε δυνατότητα παραγωγής πέραν των 4.000 οικιστικών μονάδων κατά την επόμενη διετία, εκ των οποίων περίπου 1.400 προορίζονται για την αγορά προσιτής κατοικίας.

Από την απάντηση γίνεται αντιληπτό, πως οι 4.000 οικιστικές μονάδες και κατά συνέπεια οι 1.400 της προσιτής κατοικίας (απόκτηση  μονάδων με έκπτωση) δεν θεωρούνται δεδομένες αλλά προκύπτουν με βάση τον αριθμό των αδειών που εξεδόθησαν. Οι αριθμοί θα ισχύουν, εάν και εφόσον, οι άδειες στα χαρτιά αποτυπωθούν και επί του εδάφους.

Παράλληλα, ο Υπουργός υποδεικνύει, πως μέσω της εξαγοράς συντελεστή δόμησης αναμένεται να καταβληθούν πέραν των €22 εκατ. στο Ειδικό Ταμείο Προσιτής Στέγης του Κυπριακού Οργανισμού Ανάπτυξης Γης, για τη δημιουργία πρόσθετων μονάδων προσιτής κατοικίας.

Και το ποσόν αυτό τελεί υπό την αίρεση της ανέγερσης των μονάδων που αντιστοιχούν στις άδειες που έχουν εκδοθεί.

Σχετικά με το ερώτημα κατά πόσον η ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη Σέγκεν ενδέχεται να αυξήσει την ελκυστικότητα του προγράμματος της «χρυσής βίζας» και κατ’ επέκταση τη σχετική ζήτηση για ακίνητα, ο υπουργός Εσωτερικών αναφέρει στην απάντησή του: «Ως προς το ενδεχόμενο ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ζώνη Σένγκεν, δεν είναι δυνατόν, στο παρόν στάδιο, να εκτιμηθεί με ασφάλεια κατά πόσον και σε ποιο βαθμό θα επηρεαστεί η ζήτηση για κατοικία και, κατ’ επέκταση, οι τιμές. Μια τέτοια εξέλιξη, αναφέρει, ενδεχομένως, να επηρεάσει τη ζήτηση, ιδιαίτερα εάν οδηγήσει σε αυξημένη κινητικότητα εργαζομένων, επιχειρήσεων ή επενδυτών».

Η κ. Δρουσιώτου είχε παρατηρήσει στην ερώτησή της, πως το γεγονός της συνεχιζόμενης αύξησης των ενοικίων, παρά την ολοκλήρωση χιλιάδων νέων κατοικιών, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσον η αύξηση του αριθμού των κατοικιών αρκεί από μόνη της για τη βελτίωση της στεγαστικής προσιτότητας, χωρίς προηγούμενη ποσοτικοποίηση του πραγματικού στεγαστικού ελλείμματος και των παραγόντων που διαμορφώνουν τη ζήτηση.

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου αναφέρει πως η αύξηση της προσφοράς κατοικιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταδιακή εξισορρόπηση της αγοράς και τον περιορισμό των πιέσεων στις τιμές και τα ενοίκια. Προσθέτει, επίσης, πως η εξέλιξη των τιμών δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των νέων κατοικιών που προστίθενται στην αγορά, αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η περιοχή στην οποία βρίσκονται και τα χαρακτηριστικά τους, το κόστος κατασκευής και χρηματοδότησης, καθώς και η εξέλιξη της ζήτησης. Για τοN λόγο αυτό, δεν μπορεί να εκτιμηθεί, εκ των προτέρων, με ακρίβεια, σε ποιοN βαθμό και σε ποιο χρονικό διάστημα η αύξηση της προσφοράς θα επηρεάσει τις τιμές αγοράς και τα ενοίκια.