Ο Χριστόδουλος Γ. Παχουλίδης γράφει: «Αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς…».
Συναγερμός μεγάλος στο στάδιο της Θεσσαλονίκης. Εκεί διεξάγονταν σκληροί αγώνες μονομάχων μέχρι θανάτου, για τέρψη του όχλου, που μακριά από τη χριστιανική θρησκεία της αγάπης και της ευσπλαχνίας, διψούσε για αίμα. Εκεί ένας ειδωλολάτρης γίγαντας μονομάχος, υβριστής και χλευαστής των ιερών και των οσίων των χριστιανών, ο Λυαίος, καλούσε τους χριστιανούς, αν τολμούν να αγωνιστούν μαζί του, και αν ο Θεός τους είναι αληθινός, ας τους προστατέψει.
Ένας νέος, σεμνός χριστιανός, αλλά συνάμα θαρραλέος και ενθουσιώδης υπερασπιστής της θρησκείας του ενανθρωπίσαντος Θεού, ο Νέστορας ήταν μεταξύ των άλλων χριστιανών, που άκουσαν τα υβριστικά λόγια του Λυαίου, κατά των χριστιανών και κυρίως κατά του ιδίου του Χριστού και δεν τα δέχτηκε με απάθεια. Αυτός ο Νέστορας ήταν ένας από τους μαθητές του γενναίου αξιωματικού του ρωμαϊκού στρατού Δημητρίου, που τότε, κατά διαταγή του σκληρού χριστιανομάχου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, βρισκόταν δέσμιος στις φυλακές της Θεσσαλονίκης, γιατί δεν θέλησε να αρνηθεί την προς τον Χριστό πίστη του και θυσιάσει στα είδωλα. Θέλησε λοιπόν ο Νέστορας να αποδείξει στον Λυαίο και στον υπόλοιπο όχλο των ειδωλολατρών, ότι ο Θεός των χριστιανών δύναται να βοηθήσει «τους πιστεύοντας εις Αυτόν». Πήγε λοιπόν στη φυλακή, συνάντησε τον έγκλειστο εκεί διδάσκαλό του Δημήτριο, του είπε τις σκέψεις του και τον παρακάλεσε να τον ευλογήσει, ώστε να αντιπαλέψει με τον υπερόπτη Λυαίο και ταπεινώσει την «επηρμένην οφρύν» του. Αφού πήρε την ευλογία του Δημητρίου, πορεύτηκε στο στάδιο και κάλεσε σε μονομαχία τον φοβερό γίγαντα Λυαίο. Ο Λυαίος, άλλο που δεν ήθελε, με θράσος και ειρωνεία δέχτηκε. Ο Νέστορας ρίχτηκε στον άνισο αγώνα με την ιαχή: «Θεέ Δημητρίου, βοήθει μοι». Νίκησε τον γίγαντα Λυαίο και τον έριξε νεκρό στο χώμα, προς γενική κατάπληξη όσων βρισκόταν στο στάδιο.
Ο Άγιος Δημήτριος υπήρξε έμβλημα και φορέας χριστιανικής ιδεολογίας και θερμής πίστεως προς τον Σωτήρα Χριστό. Πρόσφερε πολλά με τη γενναιότητά του, ως ανώτερος αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Όμως, πάνω από όλα υπήρξε και πιστός χριστιανός. Κανένα γήινο αγαθό, τίτλος ή αξίωμα, δεν μπορούσε να φθάσει το ύψος και το μέγεθος του τίτλου του πιστού και αταλάντευτου «άχρι θανάτου», χριστιανού. Για αυτή την πίστη, και για αυτό τον τίτλο ζούσε και αγωνιζόταν. Ουδέποτε δε, δέχτηκε να αποκλίνει «ιώτα εν ή κεραία μίαν» από τα χριστιανικά πιστεύω του, έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος. Για τη σταθερότητά του αυτή περιφρόνησε τα γήινα αξιώματα και τις πλούσιες υποσχέσεις του Διοκλητιανού και ήδη βρισκόταν δέσμιος στις φυλακές της Θεσσαλονίκης.
Ο όχλος των ειδωλολατρών που βρισκόταν στο στάδιο της Θεσσαλονίκης, κατά την έναρξη της μονομαχίας, μεταξύ του νεαρού χριστιανού Νέστορα και του γίγαντα ειδωλολάτρη Λυαίου, άκουσε την επίκληση του Νέστορα: «Θεέ Δημητρίου, βοήθει μοι». Όταν είδε ο όχλος αυτός την ανέλπιστη γι’ αυτόν νίκη του χριστιανού Νέστορα και τον θάνατο του ειδωλολάτρη Λυαίου, μάνιασε. Με ουρλιαχτά ζητούσε τον θάνατο αμφοτέρων, Δημητρίου και Νέστορος. Εφαρμόσθηκε τότε το του Κυρίου λόγιο: «Αποσυναγώγους ποιήσωσιν υμάς…».
Αποσυνάγωγος και απόβλητος ο νικητής Νέστορας. Αντί στεφάνι νίκης και επαίνου, δέχθηκε από αμαρτωλούς ανθρώπους, το μαρτύριο και τον θάνατον, αλλά έλαβε το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου και τον δίκαιο έπαινο παρά του «Παμβασιλέως Χριστού». Αποσυνάγωγος και ο κατηχήσας αυτόν και πολλούς άλλους νέους, ο ένδοξος αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού Δημήτριος. Από τις φυλακές ο Δημήτριος σύρεται στο στάδιο, ως ο έσχατος των κακούργων, όπου υφίσταται φρικτά και ανελέητα μαρτύρια. Λογχίζεται ανηλεώς στις πλευρές, υφίσταται μαρτυρικό θάνατο και λαμβάνει το στεφάνι του μαρτυρίου από Τον «επί του Σταυρού λογχισθέντα» Κύριο.
Καθήκον και χρέος όλων, όσων θέλουμε να φέρουμε το όνομα, «Χριστιανός Ορθόδοξος», να εμμένουμε σταθεροί στην πίστη μας μέχρι θανάτου, «ως καλοί στρατιώται Χριστού» (Β’ Τιμ. Β’ 13) και να μην αφιστάμεθα υπό οιωνδήποτε αντιξοοτήτων, απειλών, ακόμη και θανάτου.
Πολλοί, δήθεν κατά κόσμο ισχυροί, αλλά μακριά του Θεού ευρισκόμενοι, θα προσπαθήσουν να θέσουν στο περιθώριο τον κάθε πιστό χριστιανό. «Αποσυναγώγους ποιήσωσιν υμάς…». Θα προσπαθήσουν να τον θέσουν εκτός πάσης κοινωνικής προβολής και επιρροής. Εμείς όμως, «συν Θεώ», «μη εγκαταλείποντες την επισυναγωγήν εαυτών» (Εβρ. ι’ 25), και μη μετακινούμενοι από την πίστη μας προς τον εν Τριάδι Θεό, «αποσκοπούντες» με την σταθερότητά της προς Αυτόν πίστης, θα στεφανωθούμε «ως αγωνισταί εν Κυρίω και νικηταί».