To Top
10:55 Τρίτη
25 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Η οικογένεια που φιλοξένησε τον Μάρκο Δράκο
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ • Η οικογένεια που φιλοξένησε τον Μάρκο Δράκο
  19 Ιανουαρίου 2020, 5:46 πμ  
ΣΥΝΟΛΙΚΑ 29 ημέρες μετά τη θυσία του Μάρκου Δράκου, οι Άγγλοι επέδραμαν, νύχτα, στο σπίτι Σχίζα, συνοδευόμενοι από τον προδότη Γ.Ε. χωρίς μάσκα! Ήταν καμιά 50αριά στρατιώτες και ανακριτές, με… φτυάρια και κασμάδες, που φωτίζονταν από τα αναμμένα φώτα στρατιωτικού «Λαντ Ρόβερ», που τοποθέτησαν στον κήπο. Μέχρι τότε, ο στρατός είχε κάμει στο σπίτι έρευνες που κράτησαν εννιά ημέρες –με σμίλες, ανιχνευτικά μηχανήματα κ.λπ.– όμως δεν ανακάλυψε το κρησφύγετο, όπου κρυβόταν μόνος ο αντάρτης Τεύκρος Λοΐζου. 
 
Ο μεγάλος αριθμός των στρατιωτών φανέρωνε πως ήταν σίγουροι πως εκεί βρισκόταν όλη η ομάδα του πεσόντος Δράκου. Ατυχώς γι’ αυτούς όμως, οι Νεόφυτος Σοφοκλέους, Κώστας Λοΐζου και Σάββας Ταλιαδώρος είχαν φύγει για το χωριό Κάμπος, δυο μέρες μετά τον θάνατο του Μάρκου. Πήραν, μάλιστα, μαζί τους και το όπλο του Τεύκρου. 
 
Ήταν φανερό ότι οι έρευνες που έγιναν πριν ήταν με υπόδειξη του ίδιου προδότη, ο οποίος γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Ακόμα και την ακριβή θέση του υπόγειου κρησφυγέτου, αφού, κάποια μέρα, είχε πάει τυχαία εκεί, τις ημέρες κατασκευής του. Γνώριζε επίσης την ομάδα Δράκου, γιατί την είχε φιλοξενήσει προηγουμένως στο σπίτι του, αλλά, μια μέρα, είπε στους αντάρτες να φύγουν «γιατί φοβόταν». Και ήταν τότε, που οι αντάρτες μετακινήθηκαν στο σπίτι Σχίζα.
 
Καθοδηγούμενοι, λοιπόν, από τον προδότη, οι Άγγλοι μπήκαν στο σπίτι και άρχισαν έρευνες. Ο ίδιος ο προδότης τους υπέδειξε την ακριβή θέση του κρησφυγέτου, οπότε σήκωσαν το καλά καμουφλαρισμένο του κάλυμμα και άνοιξαν, για να βγει «ολοχώματος» έξω –προς πλήρη, όμως, απογοήτευσή τους– μόνο ο Τεύκρος. Υπολόγιζε ασφαλώς ο προδότης, ότι στο κρησφύγετο βρίσκονταν και οι τέσσερις σύντροφοι του Μάρκου, γι’ αυτό, με το που αφαίρεσαν το κάλυμμα, άρχισαν τους πανηγυρισμούς! Μικρός, όμως, ο «θησαυρός», αλλά, παρ’ όλον τούτο, έφτασαν στο σημείο να διασχίζουν με «Λαντ Ρόβερ» τα Κατύδατα, να κορνάρουν συνέχεια και να φωνάζουν με μεγάφωνο, ότι «ανακάλυψαν κρησφύγετο με αντάρτη στο σπίτι του Δημοσθένη Σχίζα»!...
   
Κράτηση σε σπίτι Τούρκων
 
Μετά την ανακάλυψη, ο Τ. Λοΐζου μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος στη Λευκωσία, ενώ συνελήφθησαν το ζεύγος Δημοσθένη Σχίζα και οι κόρες τους Λέλλα και Αγνή. Οι Άγγλοι άφησαν πίσω μόνο την εννιάχρονη Αίγλη, που έμεινε στη θεία της.
 
Ο πατέρας Δημοσθένης κρατήθηκε για μήνες στις Κεντρικές Φυλακές, ενώ οι τρεις γυναίκες παρέμειναν φρουρούμενες σε σπίτι Τούρκων στη Λεύκα. «Ήταν ένα ανδρόγυνο», τόνισε η Κοκκινίδου, «που μας συμπεριφέρθηκε πάρα πολύ καλά. Παρέμειναν εκεί 8 μέρες, για ν’ απολυθούν στη συνέχεια και να επιστρέψουν στα Κατύδατα. Αλλά τι να δουν; Το σπίτι τους ήταν ρημαδιό! Είχε σοκαριστεί τόσο πολύ η μητέρα Αντιγόνη από το αναπάντεχο θέαμα, που έπεσε λιπόθυμη από την πρώτη ματιά! Τίποτε δεν είχε μείνει στη θέση του. Το δάπεδο ήταν σπαρμένο από σπασμένα είδη κουζίνας, κούμνες, νταμιτζάνες, όπως και με προμήθειες, που βρίσκονταν στο σώσπιτο: Πατάτες, φασόλια, λουβιά, φακές, σιτάρι κ.λπ. Ακόμη και… 1200 οκάδες λάδι, που υπήρχε στο σπίτι και αποτελούσε τη σοδειά της χρονιάς, οι Άγγλοι τις έχυσαν στο διπλανό περιβόλι! Ως αποτέλεσμα, πολλά δέντρα ξεράθηκαν!...
 
Η απογοήτευση και αγανάκτηση της οικογένειας για τον…«βομβαρδισμό» του σπιτιού τους ήταν εκτός ορίων, αλλά το ηθικό τους παρέμενε ακμαίο. Έβλεπαν, οργίζονταν, έκλαιγαν, όμως ψιθύριζαν: «Χαλάλι για την πατρίδα. Εμείς κάναμε το καθήκον μας»...
 
Γριά και εννιάχρονη, οι φρουροί των ανταρτών
 
Η 9χρονη τότε Αίγλη Σχίζα, όπως και η γιαγιά της Ελένη – πρεσβυτέρα του Παπαγιώργη, που λειτουργούσε στην Πεντάγυια και πήγαινε στα Κατύδατα και κοινωνούσε τους αντάρτες– ήταν οι φρουροί του σπιτιού, που τους φιλοξενούσε. Η γριά Ελένη καθόταν συνέχεια, χειμώνα καιρό, στον κήπο μπροστά από το σπίτι και, οσάκις πλησίαζε κάποιος, φώναζε δυνατά στην οικοκυρά κόρη της Αντιγόνη ότι «έρχεται ο/η τάδε», για να ακούνε οι αντάρτες και να προφυλάσσονται. Το ίδιο και η μικρή Αίγλη, η οποία, τα απογεύματα κυρίως, παρέμενε με τις ώρες στην αυλή και έπαιζε και, σε κάθε περίπτωση, προειδοποιούσε έγκαιρα με φωνές την έλευση οποιουδήποτε. Τα βράδια, τη φρουρά αναλάμβαναν εκ περιτροπής οι αντάρτες.
 
«Την ημέρα που ήρθαν και μας συνέλαβαν όλους», θυμάται η κ. Κοκκινίδου, «η μητέρα μας ρώτησε με αγωνία τους Άγγλους "πού θ’ αφήσουμε ένα μωρό εννιά χρονών;". Η απάντηση που πήρε ήταν "όπου θέλεις άφησέ την"! Είπαμε τότε να την αφήσουμε δίπλα στη θεία μας, όπως και έγινε. Την ώρα που μας έβαζαν στα Λαντ Ρόβερ για να μας πάρουν στη Λεύκα, η Αίγλη, παρόλο που τρόμαξε από πυροβολισμό περίστροφου Άγγλου, εν τούτοις βρήκε τη δύναμη και μας φώναξε με λυγμό: "Στο καλό μάμμα, στο καλό παπά, στο καλό Αγνή μου, στο καλό Λέλλα μου!..." 
 
Στη συνέχεια, όταν εμείς είμαστε στο κρατητήριο και οι Άγγλοι φόρτωναν από το σπίτι μας ρουχισμό, έπιπλα, προίκες και ό,τι άλλο ήθελαν, η Αίγλη μπόρεσε και γλύτωσε αρκετά από αυτά, παίρνοντάς τα στο σπίτι που έμενε. "Εν δικά μας τούτα", φώναζε, "εν δικά μας"»!...
 
«Ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας»
 
«ΤΟΣΟΝ εγώ, όσο και τ’ αδέλφια μου, αισθανόμαστε ότι ήμαστε πολύ τυχεροί που ανήκαμε στη γενιά της ΕΟΚΑ. Ήταν χρόνια ανεπανάληπτα. Η νεολαία έφτασε τότε πολύ ψηλά, μεγαλούργησε.
 
ΚΑΙ δεν ήταν μόνο η βοήθειά της στον μαχητικό αγώνα, αλλά και η καθολική συμμετοχή στις διάφορες εθνικές εκδηλώσεις, όπως φεστιβάλ, πλέξιμο μάλλινων ειδών για τους αντάρτες, εκπροσώπηση σε μνημόσυνα, θεατρικές παραστάσεις και πολλά άλλα. Μόνο από τα Κατύδατα γεμίζαμε  δύο λεωφορεία στις διάφορες εξορμήσεις μας.  
 
ΤΟ λέω και το επαναλαμβάνω: Η περίοδος εκείνη αποτελεί την αρχοντιά μας, την περηφάνια μας. Ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας...» 
 
ΛΕΛΛΑ ΣΧΙΖΑ-ΚΟΚΚΙΝΙΔΟΥ
 
Έδενε και βιβλία ο Μάρκος Δράκος!
 
ΣΠΑΤΑΛΗΣΕ δυο μέρες ο Μάρκος Δράκος, για να ταξινομήσει και να δέσει τα πολλά περιοδικά που βρήκε στο σπίτι Σχίζα. Πρόχειρο το δέσιμο, βέβαια, με ό,τι έβρισκε: Σπάγγους, λωρίδες ρούχων, κλώστρους κ.λπ. Ήταν Αύγουστος του 1956, τις μέρες που οι Άγγλοι είχαν κρεμάσει τους ήρωες Ανδρέα Ζάκο, Χαρίλαο Μιχαήλ και Ιάκωβο Πατάτσο. Με τους δυο πρώτους να είναι συναγωνιστές του Μάρκου στη μάχη στο «Μερσινάκι», στην οποία σκοτώθηκε ο Χαράλαμπος Μούσκος και ο ίδιος ο Δράκος διέφυγε με τραύμα από σφαίρα στο κεφάλι. 
 
Ο ΜΑΡΚΟΣ είχε μείνει την περίοδο εκείνη στο σπίτι Σχίζα για 15 μέρες, μαζί με τον Νεόφυτο Σοφοκλέους, τον θαλαμηπόλο του σκληρού κυβερνήτη Τζον Χάρντινγκ, ο οποίος, ως ΕΟΚΑ, τοποθέτησε βόμβα στο κρεβάτι του για να τον ανατινάξει. Η ωρολογιακή βόμβα, όμως, για κάποιο λόγο δεν είχε εκραγεί στην ώρα της και ο Χάρντινγκ γλίτωσε, ενώ ο Σοφοκλέους κατέφυγε στα βουνά. Παρέμεινε ασύλληπτος μέχρι και τη λήξη του αγώνα.
 
ΞΑΝΑΠΗΓΕ στο σπίτι Σχίζα και λίγο αργότερα ο Μάρκος, μαζί με τον επίσης αντάρτη Νίκο Ιωάννου Ψωμά. Έμειναν μόνο δυο μέρες. Η τρίτη παραμονή ολόκληρης της ομάδας του μεγάλου ήρωα στο σπίτι, ήταν μετά τα Χριστούγεννα του 1956. Πολυήμερη παραμονή, που διακόπηκε άδοξα με τη θυσία του Μάρκου. 
 
Αντάρτες και ένοικοι, μια οικογένεια
 
Η ομάδα Δράκου ήταν σαν μια οικογένεια με τους ενοίκους. «Μέρα και νύχτα», αφηγείται η κ. Λέλλα, «καθόμαστε όλοι μαζί. Κουβεντιάζαμε, κάναμε αστεία, γελούσαμε, διαβάζαμε, τραγουδούσαμε, χορεύαμε…Η οικειότητα που υπήρχε μεταξύ μας, ήταν χωρίς προηγούμενο. Σχολίαζαν σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα που συνέβαιναν στην Κύπρο και ακούαμε από το ραδιόφωνο, μας έκαναν, όμως, και ιστορίες από τις οικογένειες και τα χωριά τους. 
 
»Το πειραχτήρι της παρέας ήταν ο αείμνηστος ήρωας Κώστας Λοΐζου. Πάντα κεφάτος και γελαστός, γι’ αυτό και τον φωνάζαμε «το γελαστό παιδί». Μια μέρα, ο πατέρας μου Δημοσθένης είπε πως ήθελε να περιφράξει το περιβόλι μας, οπότε ο Κώστας έστειλε τον αδελφό μας Ανδρέα στο σιδηρουργείο που διατηρούσε στη Λευκωσία, με έγγραφη εντολή στο συνέταιρό του Κώστα Σιαμαήλα, να ετοιμάσει τα κάγκελα, με βάση τα μέτρα που του είχαν σταλεί. Τούτο έγινε μέσα σε λίγες μέρες και τα κάγκελα μεταφέρθηκαν στα Κατύδατα. Τελικά, όμως, παρέμειναν αχρησιμοποίητα, ως αιώνιο ενθύμιο του ήρωα Κ. Λοΐζου. Ο οποίος, βέβαια, αρνήθηκε κατηγορηματικά να πληρωθεί για την κατασκευή».   
 
«Συγχαρητήρια, για τον λεβέντη σας!..»
 
ΚΑΙ οι τέσσερις κόρες του ζεύγους Δημοσθένη και Αντιγόνης Σχίζα –Αγνή, Λέλλα, Χλόη και Αίγλη– πήγαν την επομένη του ηρωικού θανάτου του Μάρκου Δράκου στο πατρικό του στη Λεύκα. Για να βρεθούν κοντά και να συλλυπηθούν τους δικούς του. Πήγαν περπατητές από τα Κατύδατα, με εθνικά τραγούδια και κλάμα καθ’ οδόν. Και με εντολή των γονιών τους, να πάνε να δουν, αλλά να μην αποκαλυφθούν, αφού το γεγονός της απόκρυψης της ανταρτικής ομάδας Δράκου στο σπίτι τους εξακολουθούσε ν’ αποτελεί μυστικό της ΕΟΚΑ. Στο σπίτι, άλλωστε, κρυβόταν ακόμη ο αντάρτης Τεύκρος Λοΐζου. 
 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Δράκου ήταν πολύ γνωστή στην ευρύτερη περιοχή Ξερού, Μόρφου, Μαραθάσας και Τηλλυρίας, γι’ αυτό και ο θάνατος του Μάρκου έφερε στο σπίτι τους χιλιάδες πρόσωπα κάθε ηλικίας. Όλοι συγκλονισμένοι για τον χαμό του, αφού, ακόμα και όσοι δεν έτυχε να γνωρίσουν προσωπικά τον ήρωα, ήξεραν ότι ήταν αντάρτης της ΕΟΚΑ, επικηρυγμένος, μάλιστα, από τους Άγγλους, με το τεράστιο για την εποχή ποσό των 5.000 λιρών. 
 
ΤΑ αυτοκίνητα –λεωφορεία, σαλούν, ταξί και φορτηγά– ήταν κυριολεκτικά «στοιβαγμένα» στην περιοχή του σπιτιού, ενώ κόσμος κατέβαινε συνεχώς από αυτά, με λουλούδια, στεφάνια, ελληνικές σημαίες και λάβαρα. Στη σκάλα προς το ανώι, όπου οι γονείς και οι δυο αδελφές του Δράκου, στριμώχνονταν συνεχώς δεκάδες πρόσωπα προσπαθώντας ν’ ανέβουν, ενώ στο ανώι επικρατούσε το αδιαχώρητο. Όλοι ήθελαν να σφίξουν το χέρι, ν’ αγκαλιάσουν τους δικούς του και να τους συλλυπηθούν. Στην προσπάθεια αυτή και οι τέσσερις αδελφές Σχίζα, που, μετά από πολλή ώρα, βρέθηκαν στο ανώι. Η μεγάλη αδελφή του ήρωα Μεγαλήνη υποδεχόταν έναν προς έναν τους επισκέπτες και δεχόταν τα συλλυπητήριά τους, ενώ η μικρή αδελφή, η 16χρονη τότε Μαρία, ήταν άρρωστη στο κρεβάτι. Κλινήρης επίσης, σε συνεχόμενο δωμάτιο, ο πατέρας τους Κυριάκος, με τη μητέρα Δέσποινα να κάθεται δίπλα του.   
 
ΟΤΑΝ, κάποια στιγμή, οι αδελφές Σχίζα μπόρεσαν να πλησιάσουν τους γονείς του ήρωα, από το στόμα τους, χαμηλόφωνα, δεν βγήκε η λέξη «συλλυπητήρια», αλλά «συγχαρητήρια για τον λεβέντη σας»!... Αυτή η φράση ξεπήγασε την ώρα εκείνη από την ψυχή τους, ενώ τα δάκρυά τους έπεφταν βροχή. Γιατί ήξεραν πολύ καλά, ότι ο αθάνατος Μάρκος ήταν λεβέντης σε όλα του, γι’ αυτό και τον θεωρούσαν, όπως και τους άλλους αντάρτες, αδελφούς και μέλη της οικογένειάς τους...
 
  Νίκος Παπαναστασίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...