Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 3 Ιουνίου ένα πακέτο μέτρων για την ενίσχυση της τεχνολογικής κυριαρχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.
Οι προτάσεις καλύπτουν το υπολογιστικό νέφος, την τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς και το λογισμικό ανοικτού κώδικα. Αντικατοπτρίζουν την ολοένα και ισχυρότερη πεποίθηση στις Βρυξέλλες ότι η εξάρτηση από λίγες, κυρίως αμερικανικές, τεχνολογικές εταιρείες δεν αποτελεί μόνο οικονομικό μειονέκτημα, αλλά και στρατηγική ευπάθεια.
Η ΕΕ δεν επιδιώκει να διακόψει τις σχέσεις της με τις διεθνείς τεχνολογικές εταιρείες. Στόχος της, όμως, είναι να μειώσει τη μονομερή εξάρτηση, ώστε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να διαθέτουν αξιόπιστες ευρωπαϊκές εναλλακτικές λύσεις σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Στο επίκεντρο του πακέτου βρίσκεται η προτεινόμενη Πράξη για την Ανάπτυξη του Cloud και της Τεχνητής Νοημοσύνης (Cloud and AI Development Act – CADA). Η πρόταση προβλέπει ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο τεχνολογικής κυριαρχίας, με το οποίο οι υπηρεσίες cloud θα ταξινομούνται ανάλογα με τον βαθμό ανεξαρτησίας τους από ξένη ιδιοκτησία και ξένη δικαιοδοσία.
Στις υψηλότερες βαθμίδες κυριαρχίας θα εντάσσονται μόνο πάροχοι που δεν ελέγχονται από κυβερνήσεις ή εταιρείες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, οι νέοι κανόνες για τις δημόσιες προμήθειες αναμένεται να δυσκολέψουν τη συμμετοχή μη ευρωπαϊκών παρόχων, όπως οι Amazon Web Services, Google Cloud και Microsoft Azure, σε διαγωνισμούς για ευαίσθητες συμβάσεις του δημόσιου τομέα.
Η Επιτροπή επιδιώκει να αξιοποιήσει την αγοραστική δύναμη του δημόσιου τομέα για να δημιουργήσει ζήτηση για ευρωπαϊκούς παρόχους cloud, οι οποίοι μέχρι σήμερα δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τους μεγάλους αμερικανικούς hyperscalers και τις σημαντικά μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας που διαθέτουν.
Παράλληλα, η Επιτροπή προτείνει μια δεύτερη εκδοχή του Ευρωπαϊκού Νόμου για τους Ημιαγωγούς (Chips Act), με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής μικροτσίπ. Η πρωτοβουλία επιδιώκει να διπλασιάσει το μερίδιο της ΕΕ στην παγκόσμια παραγωγή ημιαγωγών, στο 20%, να επιταχύνει τις εγκρίσεις επενδυτικών έργων ώστε να μην υπερβαίνουν τους δώδεκα μήνες και να ενισχύσει τη σύνδεση των ευρωπαίων κατασκευαστών μικροτσίπ με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που τα χρησιμοποιούν.
Το πακέτο αντιμετωπίζει επίσης το λογισμικό ανοικτού κώδικα ως στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι απλώς ως τρόπο ανάπτυξης ψηφιακών εφαρμογών. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η ευρύτερη υιοθέτησή του μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από ιδιόκτητο λογισμικό ξένων εταιρειών και να στηρίξει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών εναλλακτικών λύσεων στους τομείς του cloud και της τεχνητής νοημοσύνης.
Η στρατηγική συνδέει ακόμη την ψηφιακή κυριαρχία με την κλιματική πολιτική, προωθώντας τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων ψηφιακών τεχνολογιών στον ενεργειακό τομέα για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών και την απανθρακοποίηση.
Η στροφή αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενης αβεβαιότητας στις διατλαντικές σχέσεις. Η ταχεία εξάπλωση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης έχει ενισχύσει τη συγκέντρωση της υπολογιστικής ισχύος, των υποδομών cloud και των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης στα χέρια μιας μικρής ομάδας, κυρίως αμερικανικών, τεχνολογικών κολοσσών, μεταξύ των οποίων οι Microsoft, Amazon, Google και Meta.
Ταυτόχρονα, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ανησυχίες για τη δικαιοδοσία τρίτων χωρών επί των ευρωπαϊκών δεδομένων ενίσχυσαν τους φόβους ότι κρίσιμες ψηφιακές υποδομές βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προειδοποιούν επίσης ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας απορροφάται από τους ιδιοκτήτες ψηφιακών πλατφορμών και όχι από τις βιομηχανίες που βασίζονται σε αυτές. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώνεται στη μεταποίηση, την υγεία, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την ενέργεια και τη δημόσια διοίκηση, εντείνονται οι ανησυχίες ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα εξαρτηθούν από ξένους παρόχους για κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
«Παρότι το προτεινόμενο πολυεπίπεδο πλαίσιο κυριαρχίας προσφέρει στους αγοραστές σαφέστερα κριτήρια για την επιλογή ευρωπαϊκών παρόχων», δήλωσε στον Φιλελεύθερο ο Σάμιουελ Γκούτζερ, αναλυτής πολιτικής για την τεχνητή νοημοσύνη στο European Policy Centre, «η αποτελεσματικότητά του στην πράξη θα εξαρτηθεί από το πόσο αυστηρά θα εφαρμοστούν τα κριτήρια και από το κατά πόσο οι αναθέτουσες αρχές θα μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι προμηθευτές τα τηρούν».
Η πρόκληση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη θέσπιση κανόνων. Η Ευρώπη έχει ανακοινώσει αρκετές πρωτοβουλίες ψηφιακής βιομηχανικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια, όμως η μετατροπή τους σε απτά αποτελέσματα στην αγορά έχει αποδειχθεί δυσκολότερη.
Οι ευρωπαϊκοί πάροχοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά μειονεκτήματα κλίμακας απέναντι στους καθιερωμένους παγκόσμιους ανταγωνιστές, ενώ οι δημόσιες προμήθειες παραμένουν κατακερματισμένες μεταξύ των κρατών-μελών.
«Τα θεμέλια για την προτίμηση ευρωπαϊκών λύσεων στις δημόσιες προμήθειες αρχίζουν να διαμορφώνονται, όμως η χρηματοδότηση παραμένει περιορισμένη σε σχέση με το επίπεδο των φιλοδοξιών», σημειώνει ο Γκούτζερ. «Οι προσπάθειες των δημόσιων διοικήσεων να μεταφέρουν τις υποδομές cloud και το λογισμικό τους από αμερικανικούς hyperscalers σε ευρωπαϊκούς παρόχους και λύσεις ανοικτού κώδικα υπήρξαν αποσπασματικές. Η Γερμανία και η Γαλλία σημειώνουν πρόοδο, αλλά ο συντονισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει περιορισμένος και απουσιάζει ένα ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο αρκετά ισχυρό ώστε να μεταβάλει ουσιαστικά τα μερίδια αγοράς».
Η επιτυχία της στρατηγικής θα εξαρτηθεί τελικά λιγότερο από τις φιλοδοξίες που τη συνοδεύουν και περισσότερο από την εφαρμογή της. Για τις Βρυξέλλες, η μείωση της τεχνολογικής εξάρτησης απαιτεί πλέον κάτι περισσότερο από κανονιστικές παρεμβάσεις: απαιτεί τη δημιουργία μιας βιομηχανικής βάσης ικανής να ανταγωνιστεί τους παγκόσμιους ηγέτες της αγοράς.
Το νέο πακέτο δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ακόμη μία δέσμη ψηφιακών πολιτικών. Αποτελεί δοκιμασία για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει τη ρυθμιστική της επιρροή σε διαρκή τεχνολογική και βιομηχανική ισχύ.