Το πρώτο φως της ημέρας αποκαλύπτει ένα τοπίο ειδυλλιακό. Ο νότιος Λίβανος, όπως φαίνεται από τα ισραηλινά σύνορα, μια ανάσα πιο κάτω, εκτείνεται στον ορίζοντα και συναντά, μέσα στο έδαφος του Ισραήλ, την Άνω Γαλιλαία και τα Υψώματα Γκολάν.
Εδώ, λοιπόν, ήταν το σημείο συνάντησης μιας μικρής ομάδας ξένων δημοσιογράφων, από όπου θα ξεκινούσαμε, συνοδεία εφέδρων των ειδικών δυνάμεων του IDF -περισσότερων από εμάς-, για το παράτολμο ταξίδι στο διάσημο -μέσω των ειδήσεων και για τους λάθος λόγους-Κάστρο Μποφόρ, λίγο πριν από τη Ναμπατίγιε, την περιοχή-άντρο της Χεζμπολάχ, από την οποία η τρομοκρατική οργάνωση σφυροκοπούσε -με 400 πυραύλους και ρουκέτες, λέει το Ισραήλ- τη Μετούλα, τη βορειότερη πόλη του Ισραήλ, αλλά και ολόκληρο το βόρειο τμήμα της χώρας.
Υπό κανονικές συνθήκες, το ότι ήμασταν οι πρώτοι δημοσιογράφοι που έφτασαν στο Μποφόρ από το 1982 και την κατάληψή του από τον IDF —στην κατοχή του οποίου θα παρέμενε μέχρι και το 2000, για να επανακαταληφθεί προ πενηνταημέρου- θα προσέθετε στο όλον. Το γεγονός, όμως, ότι στην ευρύτερη περιοχή θεωρείται δεδομένο ότι υπάρχουν ακόμη τούνελ της Χεζμπολάχ και διενεργούνται επιθέσεις δεν άφηνε και πολύ χώρο για άλλα θέματα.
Η δε θέα του εγγράφου που υπογράψαμε – ότι πηγαίνουμε επί ιδίω κινδύνω και πως, αυτολεξεί, εάν σκοτωθούμε, η ευθύνη ανήκει σε εμάς- πεταγόταν σαν το διάλειμμα για διαφημίσεις στην τηλεόραση, την ώρα που προβαλλόταν μια σουρεάλ ταινία για ένα πανέμορφο μέρος, το οποίο κρύβει ένα σκοτεινό μυστικό δεκαετιών, μαζί με μια αίσθηση τρόμου, την ώρα που το τζιπ άρχισε να κατηφορίζει ένα μονοπάτι στο ανάγλυφο του βουνού, σχεδόν σε γωνία 90 μοιρών, μέχρι τον ποταμό Λιτάνι και, από εκεί, σε ένα αντίστοιχο απέναντι.

ΤΑ 5 ΧΛΜ
Ήταν φανερό ότι, για πολλά χρόνια, κανείς δεν ερχόταν εδώ. Αυτό, το κοντινότερο σημείο του ποταμού στα σύνορα, δεν υπήρχε λόγος να το φτάσει κανείς μέσω αυτής της διαδρομής των πέντε χιλιομέτρων, η οποία απαιτεί… μιάμιση ώρα.
Όταν φτάσει κανείς εκεί, αντιλαμβάνεται γιατί το χτισμένο από τους Σταυροφόρους κάστρο είναι τόσο σημαντικό. Σε ύψος περίπου 700 μέτρων, είναι φυσικό παρατηρητήριο, οχυρό και σημείο ελέγχου των δρόμων που συνδέουν τα σύνορα με το εσωτερικό του Λιβάνου. Η θέα, σχεδόν κυκλική, απαντά καλύτερα από οποιαδήποτε στρατιωτική παρουσίαση σε όλα τα «γιατί».
Προσφέρει άμεση ορατότητα σε μεγάλο τμήμα του νότιου Λιβάνου, αλλά και προς τη Μετούλα και τις κοινότητες της Άνω Γαλιλαίας. Όποιος ελέγχει το σημείο είναι ο κυρίαρχος σ’ όλο το νότιο μέρος αυτής της πολύπαθης χώρας και αυτής της ακόμα πιο ταλαιπωρημένης, λόγω της δράσης της Χεζμπολάχ ή, πιο σωστά, του Ιράν, που φροντίζει να συντηρεί αυτή την παρανοϊκή οργάνωση με χρήμα και όπλα. Μία παράπλευρη απώλεια ήταν, ας μην ξεχνάμε, και το Μαρί, την τραγική επέτειο του οποίου θα τιμούσαμε δύο ημέρες μετά.

Υπόγειο δίκτυο
Οι αξιωματικοί που μας συνόδευαν παρουσίασαν ένα εκτεταμένο υπόγειο δίκτυο, περίπου ένα χιλιόμετρο νοτίως του κάστρου, το οποίο, όπως είπαν, κατασκευάστηκε με άμεση ιρανική βοήθεια. Η διπλή αποστολή των σηράγγων, μας εξήγησε αξιωματικός της επίλεκτης μονάδας μηχανικού Γιαχαλόν, ήταν, αφενός μεν, η εκτόξευση ρουκετών και πυραύλων προς το Ισραήλ, η οποία ξεκίνησε την επομένη της 7ης Οκτωβρίου και συνεχίστηκε επί καθημερινής βάσεως για 14 μήνες και μετά, με μικρές ανάπαυλες, μέχρι την τελευταία εκεχειρία, και, αφετέρου, η άμυνα απέναντι σε ενδεχόμενη ισραηλινή χερσαία προέλαση.
Είδαμε τμήμα των εγκαταστάσεων και του υλικού που είχε συγκεντρωθεί, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, όπως μας εξηγήθηκε, μεταφέρθηκε στο Ισραήλ. Οι χώροι περιλάμβαναν επίσης καταλύματα, ντους, τουαλέτες, μικρές κουζίνες και ένα πλήρως εξοπλισμένο χειρουργείο, το οποίο οι αξιωματικοί περιέγραψαν ως αποστειρωμένο και ικανό να υποστηρίξει επεμβάσεις στο εσωτερικό της σήραγγας. Η ισραηλινή εκτίμηση είναι ότι η κατασκευή χρειάστηκε από δέκα έως δεκαπέντε χρόνια.
Μεγάλες ποσότητες οπλισμού
Σύμφωνα με τον IDF, εντοπίστηκαν μεγάλες ποσότητες οπλισμού, μεταξύ άλλων, αντιαεροπορικά συστήματα, ιρανικής κατασκευής νάρκες κατά ελικοπτέρων, όπλα που οι στρατιωτικοί χαρακτήρισαν σπάνια και ιδιαίτερης τεχνολογικής αξίας, ακόμα και βάση για drones σε άλλες υπόγειες εγκαταστάσεις, σε άλλα σημεία, ανατολικότερα.
Στην ευρύτερη περιοχή, απέναντι και νοτιοανατολικά του Μποφόρ, εξακολουθούν να υπάρχουν ιστορικές χριστιανικές, κάποιες ελληνορθόδοξες, κοινότητες, όπως το Μαργιούν, η Κλαΐα και το Ντέιρ Μίμας, παρότι ο πόλεμος έχει οδηγήσει πολλούς κατοίκους σε προσωρινή φυγή. Οι Χριστιανοί, σε αντίθεση με τους σιίτες, δεν έφυγαν μαζικά και υπολογίζεται ότι περίπου 2.500 από αυτούς παραμένουν σε παρακείμενες κοινότητες. Ο πόλεμος, όμως, δεν ξεχωρίζει τα θύματά του και οι Χριστιανοί γνωρίζουν πως η επόμενη μέρα θα είναι με τους σιίτες – και, συνεπώς, τη Χεζμπολάχ- σε μεγάλη πλειοψηφία γύρω τους. Όσο κι αν λένε πως ο πόλεμος Χεζμπολάχ-Ισραήλ δεν είναι δική τους υπόθεση -και δεν είναι-, ουδείς μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος.
Μοναδική ελπίδα: να πετύχει η συμφωνία της Βηρυτού με τα Ιεροσόλυμα και να μπορέσει να αναπτυχθεί εδώ ο λιβανικός στρατός, σ’ αυτό το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγεται, για να αποκοπεί μια και καλή το μακρύ πλοκάμι του Ιράν στην περιοχή. Το αν αυτό θα γίνει και το πόσο θα κρατήσει είναι μια ολότελα διαφορετική συζήτηση.

«Beaufort» – Όμορφο φρούριο
Το Κάστρο είναιχτισμένο σε υψόμετρο που επιτρέπει τον έλεγχο μεγάλου μέρους του νοτίου Λιβάνου και του βόρειου Ισραήλ. Για σχεδόν εννιά αιώνες είναι πεδίο συγκρούσεων. Στα αραβικά είναι γνωστό ως φρούριο Qalaat al-Chakif «Κάστρο στον Υψηλό Βράχο». Χτίστηκε γύρω στο 1137 από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ και θεωρείται ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μεσαιωνικά κάστρα της Εγγύς Ανατολής, σύμφωνα με την UNESCO.
Χτίστηκε στα μέσα του 12ου αιώνα (περίπου το 1139) από τους Σταυροφόρους, οι οποίοι το ονόμασαν «Beaufort» (όμορφο φρούριο). Η τοποθεσία του ήταν ιδανική για τον έλεγχο των διαδρομών μεταξύ της Σιδώνας και της κοιλάδας του Μπεκάα.
Το 1190, ο Σαλαντίν (ιδρυτής της δυναστείας των Αγιουβιδών) κατέλαβε το κάστρο έπειτα από μακρά πολιορκία. Στις αρχές του 17ου αιώνα, το κάστρο καταλήφθηκε από τον τοπικό ηγεμόνα Φαχρ αντ-Ντιν Β’, ο οποίος κατέστρεψε τα ανώτερα τμήματά του. Το 1837, ένας μεγάλος σεισμός προκάλεσε περαιτέρω καταστροφές, μετατρέποντας το ερειπωμένο φρούριο σε χώρο για βοσκή ζώων.
Λόγω της εξαιρετικής του θέσης, χρησιμοποιήθηκε στον 20ό αιώνα για στρατιωτικούς σκοπούς. Τη δεκαετία του 1970 χρησιμοποιήθηκε ως βάση από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), ενώ το 1982 καταλήφθηκε από τον ισραηλινό στρατό (IDF) και χρησίμευσε ως παρατηρητήριο μέχρι την αποχώρησή του το 2000.