Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ανταπόκριση από Βρυξέλλες

Η εξάρτηση της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έχει καταστήσει τις οικονομίες της ιδιαίτερα ευάλωτες στην απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Σύμφωνα με έκθεση του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από ό,τι αναμενόταν για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άλλα ορυκτά καύσιμα, εξαιτίας των αναταράξεων στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με το Euronews, μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο βρίσκονται ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 2026, η Ολλανδία επιβαρύνθηκε με επιπλέον κόστος ορυκτών καυσίμων που εκτιμάται στα 11,5 δισ. ευρώ, ενώ η Ιταλία κατέβαλε περίπου 12,7 δισ. ευρώ επιπλέον, η Γαλλία 10,8 δισ. και η Ισπανία 8,8 δισ. Συνολικά, οι τέσσερις αυτές χώρες επωμίστηκαν σχεδόν 41 δισ. ευρώ σε απρόβλεπτες πρόσθετες δαπάνες, χωρίς να εισάγουν μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας.

Η Ευρώπη στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε εναλλακτικούς προμηθευτές, προκειμένου να αντισταθμίσει τη μείωση των ενεργειακών ροών από τη Μέση Ανατολή. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νορβηγία αναδείχθηκαν στους μεγαλύτερους προμηθευτές της ΕΕ τόσο σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) όσο και σε πετρελαιοειδή. Ωστόσο, η αύξηση της τιμής του ντίζελ παραμένει ιδιαίτερα επιβαρυντική, καθώς οι ευρωπαϊκές μεταφορές, η γεωργία και η βιομηχανία εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο καύσιμο. Ως αποτέλεσμα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος μπορεί να μεταφερθεί σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα και να συμβάλει σε ευρύτερες αυξήσεις των τιμών για τους καταναλωτές.

Παράλληλα, η κρίση ανέδειξε την οικονομική και στρατηγική σημασία των επενδύσεων της Ευρώπης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το CREA εκτιμά ότι η δυναμικότητα καθαρής ενέργειας που εγκαταστάθηκε στην ΕΕ από το 2020 και μετά συνέβαλε στην αποφυγή αγορών ορυκτών καυσίμων αξίας περίπου 36 δισ. ευρώ κατά τους πρώτους πέντε μήνες της κρίσης. Αντικαθιστώντας ενέργεια που διαφορετικά θα παραγόταν με εισαγόμενο άνθρακα, πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές περιόρισαν τις ποσότητες καυσίμων που οι ευρωπαϊκές χώρες αναγκάστηκαν να αγοράσουν στις ιδιαίτερα αυξημένες τιμές της πολεμικής περιόδου.

Η έκθεση, επομένως, παρουσιάζει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τον εξηλεκτρισμό όχι μόνο ως μέσα περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και ως μηχανισμούς ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας. Οι χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας και εξαρτώνται λιγότερο από τα ορυκτά καύσιμα είναι γενικά λιγότερο εκτεθειμένες στις απότομες διακυμάνσεις των διεθνών ενεργειακών αγορών.

Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τόσο των πλεονεκτημάτων όσο και των περιορισμών αυτής της μετάβασης. Οι υποδομές ανανεώσιμης ενέργειας της χώρας συνέβαλαν στην εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων ευρώ από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη εξάρτηση από το πετρέλαιο στις μεταφορές, την αεροπορία και τη βιομηχανία είχε ως αποτέλεσμα η κρίση να προκαλέσει επιπλέον ακαθάριστο κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων που αντιστοιχεί σε περίπου 181 ευρώ ανά κάτοικο. Σύμφωνα με το CREA, αυτό καταδεικνύει την ανάγκη επέκτασης του εξηλεκτρισμού πέρα από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, περισσότερες από 100 ευρωπαϊκές και διεθνείς οργανώσεις κάλεσαν την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τον τερματισμό της εξάρτησης της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα. Σε επιστολή τους ενόψει της ομιλίας της για την Κατάσταση της Ένωσης (State of the Union) στις 16 Σεπτεμβρίου —της ετήσιας ομιλίας της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά την οποία παρουσιάζονται οι βασικές προτεραιότητες της Ένωσης για το επόμενο έτος— οι οργανώσεις κάλεσαν την Επιτροπή να αναθέσει την εκπόνηση μιας ανεξάρτητης και επιστημονικά τεκμηριωμένης έκθεσης. Στόχος της θα είναι να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα μπορέσει να καταστήσει τη σημερινή ενεργειακή κρίση ως την τελευταία μεγάλη κρίση που συνδέεται με τα ορυκτά καύσιμα.

Οι οργανώσεις, με επικεφαλής το Climate Action Network Europe, υποστηρίζουν ότι η εξάρτηση στα ορυκτά καύσιμα επιβάλλει ένα διπλό οικονομικό βάρος στην Ευρώπη: από τη μία πλευρά, οι χώρες καλούνται να απορροφήσουν τις έντονες διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας και, από την άλλη, να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο κόστος των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Θεωρούν επίσης ότι η συνεχιζόμενη εξάρτηση στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα αποδυναμώνει την οικονομική σταθερότητα της Ευρώπης και περιορίζει τη γεωπολιτική αυτονομία της ΕΕ, καθώς την καθιστά ευάλωτη σε συγκρούσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός των συνόρων της.

Η προτεινόμενη στρατηγική θα είχε παρόμοια κλίμακα και φιλοδοξία με την έκθεση Ντράγκι, αλλά θα επικεντρωνόταν ειδικά στη δημιουργία ενός οδικού χάρτη για την πλήρη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, με παράλληλη προστασία των καταναλωτών, των εργαζομένων και της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ενεργειακή αποδοτικότητα, τα ηλεκτρικά δίκτυα και η ευελιξία των συστημάτων καθαρής ενέργειας θα αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες αυτής της μετάβασης. Παράλληλα, οι οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι θα πρέπει να απομακρυνθούν από έργα που παρατείνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να κατευθυνθούν προς υποδομές καθαρής ενέργειας.

Τέλος, η πρόταση συνδέει την ενεργειακή ασφάλεια με την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική. Ζητά τη δημιουργία ισχυρότερων και ασφαλέστερων εφοδιαστικών αλυσίδων για τις κρίσιμες πρώτες ύλες που απαιτούνται από τις βιομηχανίες ανανεώσιμης ενέργειας και καθαρών τεχνολογιών. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ παρουσιάζεται όχι μόνο ως μια άμεση αναταραχή στις τιμές της ενέργειας, αλλά και ως ένδειξη μιας ευρύτερης διαρθρωτικής ευπάθειας: όσο η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, η γεωπολιτική αστάθεια σε άλλα μέρη του κόσμου μπορεί να μεταφράζεται γρήγορα σε υψηλότερο κόστος για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.