Παρά το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία στην Κύπρο ήταν πράγματι εντυπωσιακή, εάν αναλογιστεί κανείς ότι η χώρα βγήκε από μια κρίση η οποία απείλησε συθέμελα την χώρα, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά, εντούτοις η Κύπρος συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις σε μια σειρά από δείκτες οι οποίοι αφορούν τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και την ανταγωνιστικότητα.

Το Συμβούλιο Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας της Κύπρου (ΣΟΑΚ) ορθώς αναφέρει στα συμπεράσματά του σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας πως οι οποιεσδήποτε πολιτικές θα πρέπει να αξιολογούνται στη βάση της παραγωγικότητας και της μακροχρόνιας ευημερίας.

Ωστόσο, αυτό που προκύπτει μέσα από τα δύο αυτά σημεία είναι ότι η παραγωγικότητα και η μακροχρόνια ευημερία στην Κύπρο παρουσιάζουν διαχρονικά υποβάθμιση. Η παραγωγικότητα θεωρείται πολύ σημαντική στην οικονομία, αφού ενισχύει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μιας χώρας και διασφαλίζει επομένως τη μακροχρόνια κοινωνική ευημερία. Ωστόσο, η παραγωγικότητα δεν μπορεί να προσεγγίζεται μονοδιάστατα.

Η παραγωγικότητα εξαρτάται σε σύγχρονες οικονομίες με ηλικιακά γερασμένο εργατικό δυναμικό, όπως τις χώρες της Δύσης, τόσο από τις δεξιότητες των εργαζομένων (ειδικά σε σχέση με τις ψηφιακές δεξιότητες), όσο και με την κατάρτιση και επανακατάρτιση τους. Επομένως, για την αναβάθμιση της παραγωγικότητας χρειάζεται να εφαρμοστούν πρώτα πολιτικές οι οποίες ενισχύουν και αναβαθμίζουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις του εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό και με επενδύσεις από μέρους των επιχειρήσεων σε τεχνολογικές υποδομές χωρίς ασφαλώς να περιορίζεται ή να υποβαθμίζεται η ποιότητα των θέσεων εργασίας.

Δυστυχώς, εάν αναλύσει κάποιος τα στοιχεία της Eurostat σε ό,τι αφορά τις ψηφιακές δεξιότητες των εργαζομένων στην Κύπρο αλλά και τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου σε σχέση με τις επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στην κυπριακή οικονομία, θα διαπιστώσει πως η Κύπρος υστερεί έναντι των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ίδια ώρα, ούτε η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να προσεγγίζεται μονοδιάστατα και σε συνάρτηση με το εργατικό κόστος. Δηλαδή, μειωμένοι μισθοί δεν υποδηλώνουν ισχυρή ανταγωνιστικότητα για μια χώρα. Αυτό αποδείχτηκε και στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των μέτρων λιτότητας την περίοδο 2012 με 2016 αλλά και σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία εφάρμοσαν τέτοιες πολιτικές.

Κλειδί για την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας και της μακροχρόνιας ευημερίας είναι οι μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις όπως η επιτάχυνση στον χρόνο απονομής δικαιοσύνης μέσω ψηφιοποίησης των δικαστικών υπηρεσιών και γενικότερα της δημόσιας υπηρεσίας, η συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία ακριβώς θα προσδώσει και την ανάλογη μακροπρόθεσμη ευημερία στους συνταξιούχους (ένας στους τρείς σήμερα βιώνουν την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό), η ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους καταναλωτές, η εκπόνηση ή καλύτερα ο σχεδιασμός ενός μακροπρόθεσμου πλαισίου δράσης με σαφές χρονοδιάγραμμα επίτευξης στόχων σε ό,τι αφορά τις δαπάνες σε έρευνα και καινοτομία, όπως και η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε το πρόβλημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων και της υποαπασχόλησης να μειωθεί αισθητά, διασυνδέοντας το εκπαιδευτικό σύστημα με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και η δημιουργία οράματος, αποτελούν βασική προϋπόθεση για αποτροπή των αρνητικών επιδράσεων στους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις. Ο ρόλος του κράτους, των κοινωνικών εταίρων και των τεχνοκρατών είναι ιδιαίτερα σημαντικός, έτσι ώστε να μπορέσει η οικονομία να ανταποκριθεί στο ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον, με σεβασμό προς το κοινωνικό σύνολο και τους εργαζομένους.

* BSc Economics, University of Essex,

MSc Economic Policy, University of London