Ο νέος κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα προϊόντα χωρίς αποψίλωση δασών (EUDR) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, καθώς φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Αν και η βασική φιλοσοφία του παραμένει αμετάβλητη -να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά δεν συνδέονται με αποψίλωση- οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν μια ξεκάθαρη προσπάθεια προσαρμογής της εφαρμογής του κανονισμού στις πραγματικές δυνατότητες των επιχειρήσεων.
Ο κανονισμός καλύπτει μια σειρά από βασικά προϊόντα και πρώτες ύλες, όπως το κακάο, ο καφές, η σόγια, το φοινικέλαιο, το καουτσούκ, η ξυλεία και το βοδινό κρέας, καθώς και πλήθος παράγωγων προϊόντων. Η κεντρική απαίτηση είναι απλή στη σύλληψη αλλά εξαιρετικά απαιτητική στην πράξη: οι επιχειρήσεις καλούνται να αποδείξουν ότι τα προϊόντα τους δεν προέρχονται από γη που έχει αποψιλωθεί μετά το 2020 και ότι συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της χώρας παραγωγής.
Αρχικά, η εφαρμογή του κανονισμού είχε προκαλέσει σημαντικές ανησυχίες στον επιχειρηματικό κόσμο, ιδιαίτερα λόγω των αυστηρών απαιτήσεων ιχνηλασιμότητας και της ανάγκης συλλογής δεδομένων μέχρι και το επίπεδο του αγροτεμαχίου. Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αναθεώρηση της προσέγγισής της, με την πιο πρόσφατη τροποποίηση να μεταθέτει την πλήρη εφαρμογή για τις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις στις 30 Δεκεμβρίου 2026 και για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στα μέσα του 2027.
Η παράταση αυτή δεν σημαίνει χαλάρωση των στόχων, αλλά περισσότερο μια αναγνώριση των προκλήσεων που αντιμετώπισαν οι επιχειρήσεις στην αρχική φάση προετοιμασίας. Παράλληλα με τη χρονική αναβολή, εισήχθησαν σημαντικές απλοποιήσεις, οι οποίες αλλάζουν ουσιαστικά τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού.
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία είναι η μεταφορά της κύριας ευθύνης για τη δήλωση δέουσας επιμέλειας στον πρώτο φορέα που διαθέτει το προϊόν στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μειώνοντας έτσι την ανάγκη για επαναλαμβανόμενες διαδικασίες στους επόμενους κρίκους της αλυσίδας εφοδιασμού.
Επιπρόσθετα, εισάγονται νέες κατηγορίες επιχειρήσεων, όπως οι λεγόμενοι «κατάντη φορείς» (downstream operators), καθώς και ειδικές ρυθμίσεις για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες θα υπόκεινται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις.
Αυτές οι αλλαγές δεν αναιρούν τον πυρήνα του κανονισμού, αλλά στοχεύουν στη μείωση της γραφειοκρατικής επιβάρυνσης και στη δημιουργία σαφέστερου καταμερισμού ευθυνών.
Παρά τις διευκολύνσεις, η ουσία του EUDR παραμένει ιδιαίτερα απαιτητική. Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να καλούνται να αναπτύξουν ολοκληρωμένα συστήματα δέουσας επιμέλειας, να χαρτογραφήσουν την αλυσίδα εφοδιασμού τους, να αξιολογούν τον κίνδυνο αποψίλωσης και να τεκμηριώνουν με σαφήνεια τη συμμόρφωσή τους. Η συμμόρφωση δεν είναι απλώς μια κανονιστική υποχρέωση, αλλά προϋπόθεση για τη διατήρηση πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.
Για τις κυπριακές επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες, ο κανονισμός δημιουργεί τόσο προκλήσεις όσο και ευκαιρίες. Από τη μία πλευρά, απαιτεί επενδύσεις σε τεχνολογικά εργαλεία, διαδικασίες και ανθρώπινο δυναμικό, κάτι που μπορεί να είναι ιδιαίτερα απαιτητικό σε ένα ήδη πιεσμένο οικονομικό περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, η μετάβαση προς πιο διαφανείς και βιώσιμες αλυσίδες αξίας ανοίγει τον δρόμο για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και για πρόσβαση σε αγορές που δίνουν ολοένα μεγαλύτερη σημασία στη βιωσιμότητα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκαθαρίσει ότι, παρά τις αναβολές και τις απλοποιήσεις, δεν αναμένεται περαιτέρω καθυστέρηση στην εφαρμογή. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις έχουν ένα περιορισμένο αλλά κρίσιμο χρονικό παράθυρο για να προετοιμαστούν. Η προσαρμογή απαιτεί στρατηγική προσέγγιση: ενίσχυση της συνεργασίας με προμηθευτές, ψηφιοποίηση διαδικασιών και κατανόηση των απαιτήσεων σε βάθος.
Σε τελική ανάλυση, ο EUDR δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη κανονισμό. Αντιπροσωπεύει μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται το εμπόριο και τη βιωσιμότητα.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η προετοιμασία δεν μπορεί να αναβάλλεται: οι επιχειρήσεις καλούνται άμεσα να χαρτογραφήσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, να ενισχύσουν τη συνεργασία με τους προμηθευτές τους και να επενδύσουν σε αξιόπιστα συστήματα ιχνηλασιμότητας.
Όσες κινηθούν έγκαιρα θα διασφαλίσουν τη θέση τους στην ευρωπαϊκή αγορά, οι υπόλοιπες κινδυνεύουν να μείνουν εκτός. Για χώρες όπως η Κύπρος, με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και εξάρτηση από διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, η έγκαιρη προσαρμογή δεν είναι απλώς ζήτημα συμμόρφωσης, αλλά βασικός παράγοντας για τη διασφάλιση της μελλοντικής ανάπτυξης.
* Λειτουργός ΚΕΒΕ
Enterprise Europe Network Κύπρου
Τμήμα Υπηρεσιών, Εμπορίου και Ψηφιοποίησης