Η 1η Ιουλίου 2026 σηματοδοτεί τη συμπλήρωση δύο χρόνων από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μιας από τις σημαντικότερες θεσμικές αλλαγές που υλοποιήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η συνένωση δήμων, η δημιουργία των Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης και η μεταφορά ουσιαστικών αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση συνιστούν μια βαθιά μεταβολή στη φιλοσοφία της δημόσιας διοίκησης.
Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις, όμως, δεν κρίνονται ούτε από τις προθέσεις ούτε από τα νομοθετήματα που τις συνοδεύουν. Κρίνονται από την εφαρμογή τους και, κυρίως, από το αν αλλάζουν προς το καλύτερο την καθημερινότητα του πολίτη. Με αυτό το κριτήριο πρέπει να αξιολογηθεί και η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Από τη θεσμική αλλαγή στη διοικητική ωριμότητα
Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η μεταρρύθμιση άντεξε. Παρά τις εύλογες επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί πριν από την εφαρμογή της, το νέο σύστημα λειτούργησε χωρίς να δημιουργηθεί διοικητικό κενό ή θεσμική αστάθεια. Οι νέοι δήμοι και οι Επαρχιακοί Οργανισμοί ανέλαβαν τις ευθύνες τους, διατηρώντας τη συνέχεια των βασικών υπηρεσιών.
Η συνένωση οργανισμών με διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες, διαφορετικές διοικητικές πρακτικές και διαφορετική οργανωτική κουλτούρα αποτελούσε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν μεγαλύτεροι και διοικητικά ισχυρότεροι δήμοι, με δυνατότητα καλύτερου στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελεσματικότερης αξιοποίησης ανθρώπινων και οικονομικών πόρων και μεγαλύτερης διεκδίκησης ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Η φιλοσοφία των οικονομιών κλίμακας, που αποτέλεσε τον πυρήνα της μεταρρύθμισης, αρχίζει σταδιακά να αποδίδει.
Ωστόσο, εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και το σημαντικότερο δίδαγμα της διετίας. Η ψήφιση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου δεν αρκεί από μόνη της. Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται τελικά από τη διοικητική ικανότητα εφαρμογής του. Η δημόσια διοίκηση δεν αλλάζει μόνο με νόμους, αλλάζει με οργάνωση, ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογία και συνεχή αξιολόγηση.
Οι αδυναμίες που δεν πρέπει να αγνοηθούν
Οι δυσκολίες στην έκδοση πολεοδομικών και οικοδομικών αδειών ανέδειξαν ακριβώς αυτή την πραγματικότητα. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από την αντίστοιχη διοικητική ετοιμότητα. Ελλείψεις προσωπικού, ανομοιογένεια διαδικασιών και καθυστερήσεις στην πλήρη ψηφιοποίηση δημιούργησαν προβλήματα που επηρεάζουν την οικοδομική ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Παράλληλα, εξακολουθεί να υφίσταται σημαντική εξάρτηση των τοπικών αρχών από την κεντρική κυβέρνηση. Η πραγματική αποκέντρωση δεν σημαίνει μόνο μεταφορά αρμοδιοτήτων. Προϋποθέτει και οικονομική αυτοτέλεια, σαφή κατανομή ευθυνών και ουσιαστική λογοδοσία. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος οι τοπικές αρχές να αναλαμβάνουν αυξημένες υποχρεώσεις χωρίς τα αναγκαία μέσα για να τις εκπληρώσουν.
Από νομική και θεσμική άποψη, η μεταρρύθμιση αποτελεί σημαντική εξέλιξη, γιατί ενισχύει την αρχή της εγγύτητας, εκεί που οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στον πολίτη. Όμως η εγγύτητα χωρίς αποτελεσματικότητα δεν αρκεί. Η αποκέντρωση αποκτά αξία μόνο όταν συνοδεύεται από καλύτερες υπηρεσίες, διαφάνεια και ταχύτερη λήψη αποφάσεων.
Συγχρόνως, η πορεία της μεταρρύθμισης θα αξιολογηθεί και με γνώμονα τη συμμόρφωσή της προς τις αρχές του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος αναδεικνύει την επικουρικότητα, την τοπική αυτονομία, τη δημοκρατική συμμετοχή, τη λογοδοσία και το κράτος δικαίου ως θεμέλια της σύγχρονης ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.
Η επόμενη δοκιμασία
Η δεύτερη φάση της μεταρρύθμισης είναι ίσως πιο δύσκολη από την πρώτη. Δεν αφορά πλέον τη δημιουργία νέων θεσμών, αλλά τη βελτίωση της λειτουργίας τους. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην πλήρη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, στην επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, στην ενίσχυση της διοικητικής επάρκειας των νέων οργανισμών και στη διαμόρφωση ενός πιο σταθερού και δίκαιου συστήματος χρηματοδότησης.
Οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από τους νόμους οι οποίοι ψηφίζονται, αλλά από την εμπιστοσύνη που εμπνέουν στους πολίτες. Αν ο πολίτης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και σύγχυση αρμοδιοτήτων, τότε ακόμη και η πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση θα θεωρηθεί ελλιπής. Αντίθετα, αν η καθημερινή εξυπηρέτηση γίνει απλούστερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη, τότε η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα έχει δικαιώσει τον ιστορικό της χαρακτήρα.
Δύο χρόνια μετά, μπορούμε να πούμε ότι τα θεμέλια έχουν τεθεί. Το μεγάλο ζητούμενο, όμως, δεν είναι πλέον η αλλαγή του διοικητικού χάρτη της Κύπρου. Είναι η οικοδόμηση μιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης η οποία θα δικαιώνει καθημερινά την εμπιστοσύνη των πολιτών και θα αποδεικνύει ότι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν δικαιώνονται από το εύρος των αλλαγών που εισάγουν, αλλά από την ποιότητα της διακυβέρνησης την οποία παράγουν, την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν και την εμπιστοσύνη που εμπνέουν καθημερινά στους πολίτες.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα