Συχνά ακούγεται η απορία: Καλά, όλοι λένε πως δεν θέλει και πολύ να μείνουμε χωρίς ρεύμα, είτε με μια σοβαρή βλάβη μέσα σε συνθήκες καύσωνα ή ψύχους, είτε με την αποσύνδεση γεννητριών που η ΕΕ έκρινε ως επιβλαβείς για το περιβάλλον. Είναι πολύ επιβλαβείς και για την τσέπη μας, σημειώστε. Ε, ποιου είναι η ευθύνη, λέει η απορία, να προλάβει το κακό; Ποιος πρέπει να κτυπήσει την καμπάνα του κινδύνου και να τρέξει να καλύψει τη διαφορά μεταξύ ζήτησης ηλεκτρισμού και μέγιστης παραγωγής;
Θα πείτε: η Κυβέρνηση. Ναι, αλλά είναι πολύ γενική έννοια.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, που είναι πλήρως εναρμονισμένη με το ενωσιακό κεκτημένο, την ευθύνη την έχει η ΡΑΕΚ.
Ο περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμος, στο άρθρο 34, είναι εντελώς σαφής:
(1) Η ΡΑΕΚ διενεργεί σε συστηματική βάση αξιολόγηση της επάρκειας των πόρων της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρισμού και λαμβάνει έγκαιρα μέτρα για τη διασφάλιση της επάρκειας μέσω, μεταξύ άλλων- (α) της αυτοπαραγωγής, (β) της αποθήκευσης ενέργειας, (γ) της απόκρισης ζήτησης και της ενεργειακής απόδοσης, (δ) της εξάλειψης κάθε εντοπισμένης ρυθμιστικής στρέβλωσης, κλπ
(2) Σε περίπτωση που η αξιολόγηση της επάρκειας των πόρων καταδείξει ότι η υπάρχουσα εγκατεστημένη ισχύς παραγωγής ηλεκτρισμού δεν είναι επαρκής για τη διασφάλιση ικανοποιητικής παροχής ηλεκτρισμού στη Δημοκρατία και αυτό καθιστά αναγκαία τη λήψη μέτρων που σχετίζονται με μηχανισμούς ισχύος, η ΡΑΕΚ ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό Ενέργειας.
(3) Ο Υπουργός, αφού ενημερωθεί από τη ΡΑΕΚ και ύστερα από διαβούλευση με τη ΡΑΕΚ και τον ΔΣΜΚ (ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς), εκδίδει Διάταγμα, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής προσφορών, την αναγκαία παραγωγή, τον τρόπο και τους όρους διάθεσης της εν λόγω παραγωγής και η ΡΑΕΚ επιλαμβάνεται της διαδικασίας για την εξασφάλιση της απαιτούμενης νέας παραγωγής.
(4) Η ΡΑΕΚ καθορίζει με απόφασή της που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το ταχύτερο δυνατό μετά τη δημοσίευση του Διατάγματος του υπουργού, τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιούν οι αιτητές για τη διαδικασία υποβολής προσφορών.
– Ένας πολίτης δικαιολογείται να κάνει λάθος στην εκτίμηση αν η παραγωγή ηλεκτρισμού είναι αρκετή ή όχι. Η ΡΑΕΚ δεν δικαιολογείται. Ούτε κανένας αρμόδιος φορέας. Δεν νοείται να προσθέτεις την εγκατεστημένη ισχύ (το μάξιμουμ που μπορούν να παράξουν οι μηχανές της ΑΗΚ αν είναι καινούριες, στην εντέλεια, χρησιμοποιούν το εργοστασιακό καύσιμο και αξιοποιούνται στις βέλτιστες συνθήκες) και να λες είμαστε καλυμμένοι. Δεν είμαστε διότι ποτέ δεν παίρνουμε το μάξιμουμ της εγκατεστημένης ισχύος. Ούτε βέβαια το μάξιμουμ της εν δυνάμει μέγιστης παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά, ούτε καν όταν έχουμε ηλιοφάνεια ή όταν φυσά αρκετός αέρας. Και δεν έχουμε αποθήκευση. Και όταν θα αποκτήσουμε, θα βοηθά περιοδικά και εν μέρει, μόνο.
Και όταν στην εξίσωση εισέλθουν ο παράγοντας των βλαβών, ο παράγοντας της μεγάλης αυξομείωσης στη ζήτηση λόγω καιρικών συνθηκών και τουρισμού, αλλά και ο παράγοντας «απόσυρση γεννητριών από τη Δεκέλεια ή και το Βασιλικό», όπως δεσμευτήκαμε στην ΕΕ, τότε όλα τα βλέμματα στρέφονται στη ΡΑΕΚ και κατ’ επέκταση στον Υπουργό Ενέργειας: Η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 34 είναι ξεκάθαρη, ακούγεται απλή ΑΛΛΑ είναι χρονοβόρα. Μέχρι να καταλάβει η ΡΑΕΚ, να διαβουλευθεί με τον υπουργό, να καταλάβει ο υπουργός και να πείσει και τον Πρόεδρο και να καταλήξουν σε έκδοση διατάγματος, ώστε η ΡΑΕΚ να καθορίσει με ακρίβεια τις έκτακτες ανάγκες σε ρεύμα και να βγει σε προσφορές προς κάθε ενδιαφερόμενο για να βρει, να αγοράσει, να φέρει και να εγκαταστήσει άρον-άρον γεννήτριες, χρειάζεται πάρα πολύς χρόνος. Και ακόμα και αν φανούμε τυχεροί και το πρόβλημα δείξει τα δόντια του το 2029 και όχι ενωρίτερα, πάλι φτάνουμε – δεν φτάνουμε με τις διαδικασίες. Αν σπεύσουμε τώρα.