Η Οδηγία (ΕΕ) 2023/970 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2023 για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, μέσω της μισθολογικής διαφάνειας και μηχανισμών επιβολής (η «Οδηγία») συνιστά μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στον τομέα του Εργατικού Δικαίου, εισάγοντας ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο που στοχεύει στην ενίσχυση της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία ή εργασία ίσης αξίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Οδηγία στοχεύει στην ενίσχυση της διαφάνειας των πρακτικών αμοιβών μέσω της θέσπισης νέων υποχρεώσεων για τους εργοδότες καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης. Παρόλο που οι ειδικές απαιτήσεις εφαρμογής θα καθοριστούν μέσω της εθνικής νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, είναι ήδη σαφές ότι οι οργανισμοί θα κληθούν να επιδείξουν μεγαλύτερη διαφάνεια και συνέπεια στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις που αφορούν τις αποδοχές του προσωπικού.

Στην Κύπρο, η διαδικασία μεταφοράς της Οδηγίας στην Κυπριακή νομοθεσία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και το σχετικό νομοσχέδιο δεν έχει μέχρι σήμερα ψηφιστεί. Ωστόσο, οι εργοδότες δεν θα πρέπει να θεωρήσουν το γεγονός αυτό ως λόγο αναβολής της προετοιμασίας τους. Το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο παρέχει ήδη μια σαφή εικόνα των υποχρεώσεων που αναμένεται να κληθούν να τηρήσουν οι οργανισμοί μόλις τεθεί σε ισχύ το νέο καθεστώς στην Κύπρο.

Για πολλούς εργοδότες, η συμμόρφωση δεν θα περιοριστεί στην απλή αναθεώρηση υφιστάμενων πολιτικών και διαδικασιών. Θα απαιτήσει μια ευρύτερη και πιο ουσιαστική αξιολόγηση των πλαισίων αμοιβών, των δομών εταιρικής διακυβέρνησης και των διαδικασιών διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, ώστε οι αποφάσεις που σχετίζονται με τις αποδοχές να λαμβάνονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των εργαζομένων.
Οι νέες απαιτήσεις αναμένεται να επηρεάσουν τα πρώτα κιόλας στάδια της εργασιακής σχέσης. Οι εργοδότες θα πρέπει να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιούνται οι πληροφορίες σχετικά με τις αποδοχές κατά τη διαδικασία πρόσληψης και να αξιολογήσουν κατά πόσο οι υφιστάμενες πρακτικές στελέχωσης συνάδουν με τα ενισχυμένα πρότυπα διαφάνειας. Παράλληλα, η Οδηγία ενισχύει το δικαίωμα των εργαζομένων να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα αμοιβών και τις δυνατότητες μισθολογικής εξέλιξης, καθιστώντας ακόμη πιο σημαντική τη διατήρηση τεκμηριωμένων και αντικειμενικά δικαιολογημένων πρακτικών αμοιβών.

Επιπρόσθετα, η εισαγωγή υποχρεώσεων αναφοράς του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων αναμένεται να αυξήσει τη σημασία της ποιότητας, της διαθεσιμότητας και της ανάλυσης των δεδομένων του ανθρώπινου δυναμικού. Οι οργανισμοί θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν, να κατανοούν και να αντιμετωπίζουν τυχόν μισθολογικές αποκλίσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι διαδικασίες υποβολής στοιχείων στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα και αποτελεσματικούς εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου.

Στο πλαίσιο των νέων απαιτήσεων, οι εργοδότες καλούνται να αξιολογήσουν κατά πόσο διαθέτουν τις κατάλληλες βάσεις για τη στήριξη διαφανών και δίκαιων πρακτικών αμοιβών. Αυτό περιλαμβάνει μία σαφώς καθορισμένη αρχιτεκτονική θέσεων εργασίας και σύστημα διαβάθμισης θέσεων, δομές αμοιβών που βασίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα της αγοράς, καθώς και διαδικασίες διακυβέρνησης που διασφαλίζουν τη συνέπεια στις αποφάσεις περί αμοιβών σε ολόκληρο τον οργανισμό. Η αποτελεσματική εποπτεία, οι κατάλληλες εγκριτικές διαδικασίες και η συνεχής εκπαίδευση των επαγγελματιών ανθρώπινου δυναμικού και των διευθυντικών στελεχών θα διαδραματίσουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην ετοιμότητα για το νέο κανονιστικό περιβάλλον.

Εξίσου σημαντικός θα είναι και ο ρόλος της τεχνολογίας. Η πρόσβαση σε ακριβή δεδομένα ανθρώπινου δυναμικού, η αξιοποίηση ουσιαστικών αναλυτικών εργαλείων και η ύπαρξη αποτελεσματικών δυνατοτήτων αναφοράς θα επιτρέψουν στους οργανισμούς να παρακολουθούν τα αποτελέσματα των πολιτικών αμοιβών, να εντοπίζουν πιθανούς κινδύνους και να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις μελλοντικές υποχρεώσεις αναφοράς. Την ίδια στιγμή, η σαφής επικοινωνία των αρχών που διέπουν τις αμοιβές, των κριτηρίων μισθολογικής εξέλιξης και της συνολικής στρατηγικής αποζημίωσης και παροχών μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και τη δέσμευση των εργαζομένων.

Παρότι η Κύπρος δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την ενσωμάτωση της Οδηγίας, οι εργοδότες μπορούν να αξιοποιήσουν τη μεταβατική αυτή περίοδο για να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες πρακτικές τους και να εντοπίσουν τομείς που ενδεχομένως χρειάζονται βελτίωση. Η έγκαιρη προετοιμασία μπορεί να βοηθήσει τους οργανισμούς να προσαρμοστούν αποτελεσματικότερα στις επικείμενες αλλαγές και να διασφαλίσουν ομαλή μετάβαση στο νέο νομοθετικό πλαίσιο όταν αυτό τεθεί σε ισχύ. Παρότι η τελική μορφή της κυπριακής νομοθεσίας παραμένει υπό διαμόρφωση, οι βασικές αρχές που διέπουν την Οδηγία είναι ήδη σαφείς.
Οι οργανισμοί που θα ξεκινήσουν από σήμερα την αξιολόγηση των δομών αμοιβών, των μηχανισμών διακυβέρνησης και των δυνατοτήτων αναφοράς τους θα βρεθούν πιθανότατα σε πλεονεκτικότερη θέση για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις και να διαχειριστούν αποτελεσματικά την συμμόρφωση τους με τα όσα καθορίζονται στην Οδηγία.

Legal Senior Team Member
KPMG Law
Theodorides, Georgiou, Iacovou & CO LLC