Οι καταστροφές και κρίσεις των τελευταίων ετών σε Κύπρο και Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Μεσόγειο, Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, μας υπενθυμίζουν ότι βρισκόμαστε σε νέα εποχή. Η κλιματική αλλαγή είναι πλέον κλιματική κρίση με επακόλουθα ακραία φαινόμενα, ενώ οι γενικότερες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες οδηγούν ολοένα και συχνότερα σε ακραίες καταστάσεις. Όλες αυτές οι αλλαγές μας επιβάλουν να αλλάξουμε και πως αντιλαμβανόμαστε τις κρίσεις, πως προετοιμαζόμαστε και τελικά πως τις αντιμετωπίζουμε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Μεγαπυρκαγιές.

Η Ευρώπη κινητοποίησε φέτος περισσότερους πυροσβέστες, εναέρια μέσα και μηχανισμούς αμοιβαίας συνδρομής από ποτέ. Εντούτοις, υπήρξε η δημόσια παραδοχή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι με τους αριθμούς, την πολυπλοκότητα και τη γεωγραφική διασπορά των μεγαπυρκαγιών ακόμη και αυτή η κινητοποίηση και γενικότερα το ευρωπαϊκό σύστημα απόκρισης έφθασαν στα όρια των δυνατοτήτων τους. Το συμπέρασμα είναι απλό αλλά ουσιαστικό: έχουν αλλάξει οι προκλήσεις και οφείλουμε να αλλάξουμε και το οικοδόμημα της Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας.

Θεωρώ ότι αυτή η διαπίστωση αποτελεί ένδειξη θεσμικής ωριμότητας και αναγνώρισης ότι το περιβάλλον μας έχει αλλάξει και τα εργαλεία του χθες, όσο επιτυχημένα κι αν υπήρξαν, δεν αρκούν για τις νέες προκλήσεις. Τη σημασία αυτής της δημόσιας παραδοχής ανέδειξε εύστοχα και ο Laurent Alfonso, πολύπειρος επαγγελματίας της Γαλλικής Πολιτικής Προστασίας και της Ένωσης για τη Μεσόγειο, καθώς και Συνεργάτης στο Ευρωπαϊκό Έργο SEMEDFIRE (https://semedfire.eu/). Η επισήμανσή του υπογράμμισε τις εδώ και χρόνια προειδοποιήσεις σχετικών επιστημόνων και επαγγελματιών. Μεταξύ αυτών και ο έγκριτος Καθηγητής Guillermo Rein του Imperial College London, και επίσης Συνεργάτης στο SEMEDFIRE, ο οποίος εξηγεί ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει απλώς περισσότερες πυρκαγιές από πριν, αλλά ολοένα περισσότερες πυρκαγιές ακραίας συμπεριφοράς. Παρατεταμένοι καύσωνες, ξηρασία και συσσώρευση καύσιμης ύλης δημιουργούν συνθήκες όπου και μικρές αναφλέξεις μπορεί να εξελιχθούν ραγδαία σε φαινόμενα που υπερβαίνουν καταστροφικά τις δυνατότητες ακόμη και ιδιαίτερα ισχυρών πυροσβεστικών μηχανισμών. Και, δυστυχώς, όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, στην Ευρώπη χάθηκαν ζωές πολιτών, ενώ η Ελλάδα θρηνεί την απώλεια τριών πυροσβεστών που έχασαν τη ζωή τους επιχειρώντας να προστατεύσουν ανθρώπινες ζωές και περιουσίες… Ως άνθρωπος που υπηρετεί επί σειρά ετών την Πολιτική Προστασία και ταυτόχρονα ερευνά επιστημονικά την Ασφάλεια και Υγεία των Επαγγελματιών και Εθελοντών Ανταποκριτών, δεν μπορώ παρά να εκφράσω βαθιά θλίψη και απόλυτο σεβασμό προς τους Συναδέλφους αυτούς, τις Οικογένειές τους και όλο τον κόσμο της Πολιτικής Προστασίας. Η κάθε τέτοια απώλεια υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο, επιχειρησιακό σχέδιο και δημόσια συζήτηση βρίσκονται άνθρωποι που αντιμετωπίζουν κινδύνους για να μας προστατεύσουν.

Για πολλά χρόνια, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στα: «Πόσους πυροσβέστες έχουμε; Πόσα οχήματα; Πόσα εναέρια μέσα;». Εύλογα ερωτήματα μεν, ανεπαρκή πλέον δε. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη και πολλαπλάσια εναέρια και επίγεια μέσα να διαθέσουμε φαίνεται ότι δεν θα αρκούν και μάλλον θα… «κυνηγάμε πάλι το φαινόμενο», εάν δεν αλλάξει συνολικά ο τρόπος εκτίμησης – διαχείρισης κινδύνου. Νομίζω, λοιπόν, ότι η πραγματική απάντηση βρίσκεται σε έναν συνολικό επανασχεδιασμό των συστημάτων Πρόληψης, Ετοιμότητας και Απόκρισης. Έναν επανασχεδιασμό που θα είναι ολιστικός και ταυτόχρονα τεχνολογικός – οργανωτικός – κοινωνικός – εκπαιδευτικός – περιβαλλοντικός και πολιτικός.

Αυτή η φιλοσοφία αποτυπώνεται ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκώς χρηματοδοτημένες πρωτοβουλίες. Η Ολοκληρωμένη Διαχείριση Πυρκαγιών αναδεικνύεται μέσα από το SEMEDFIRE, όπου η έμφαση μετατοπίζεται από την καταστολή στην πρόληψη, τη διαχείριση της καύσιμης ύλης και την ανθεκτικότητα τοπίου, την επιστημονική παρακολούθηση κινδύνου και την εμπλοκή τοπικών κοινωνιών. Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας σύγχρονης Πολιτικής Προστασίας είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε μια πυρκαγιά να μην εξελιχθεί ποτέ σε μεγαπυρκαγιά, όπως έχει πει χαρακτηριστικά και ο Καθηγητής Γιώργος Μπούστρας – Συντονιστής του SEMEDFIRE. Το DARE (https://dare-europe.eu/) αναδεικνύει τη Διαλειτουργικότητα ως κοινή επίγνωση επιχειρησιακής εικόνας και κατάστασης, κοινές διαδικασίες, κοινά συστήματα επικοινωνιών/ πληροφοριών, κοινή εκπαίδευση και, κυρίως, κοινή κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ όλων των εμπλεκομένων: επαγγελματικών υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας και Σωμάτων Ασφαλείας, Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιστημονικών και ερευνητικών φορέων, διεθνών και εθελοντικών οργανώσεων, καθώς και πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, στο πλαίσιο της προσέγγισης “όλου του κράτους” και “ολόκληρης της κοινωνίας” (whole-of-government / whole-of-society) της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ετοιμότητας (Preparedness Union Strategy). Το SIMMER (https://www.interregnextmed.eu/projects/simmer/) υπενθυμίζει ότι η ανθεκτικότητα οικοδομείται, πριν την κρίση, με ενημερωμένους πολίτες, ενεργές τοπικές κοινωνίες και συμμετοχικές διαδικασίες. Το EU-DRIVE (https://www.eu-drive.eu/home) ολοκληρώνει αυτή τη νέα ευρωπαϊκή φιλοσοφία, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός οικοσυστήματος γνώσης, δεξιοτήτων και αριστείας για την Πολιτική Προστασία και τη Διαχείριση Καταστροφών, συνεχούς εκπαίδευσης, ανάπτυξης σύγχρονων προγραμμάτων κατάρτισης, micro-credentials και δια βίου μάθησης. Και αυτά αφορούν συνολικά επαγγελματίες, εθελοντές, φορείς και ολόκληρη την κοινωνία, ακριβώς διότι η ανθεκτικότητα έχει χαρακτηριστικά ολιστικότητας και διαρκούς μάθησης και προσαρμογής.

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα γράψει ότι η σημαντικότερη «πιστοποίηση» στην Πολιτική Προστασία είναι η Κουλτούρα Ασφάλειας. Για δεκαετίες, ιδιαίτερα στις μεσογειακές κοινωνίες, θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι ο ιδιοκτήτης, όπως και ο «αυθόμητος εθελοντής», οφείλει να παραμείνει για να προστατεύσει την περιουσία του και να «τρέξει να σώσει την κοινότητά του». Στην εποχή, όμως, των πυρκαγιών ακραίας συμπεριφοράς, αν και κατανοητές και ίσως συγκινητικές, αυτές οι αντιλήψεις και συμπεριφορές μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες. Πολίτες χωρίς εξειδικευμένη εκπαίδευση, μέσα ατομικής προστασίας και επιχειρησιακή ένταξη δεν μπορούν να ανακόψουν τέτοιες πυρκαγιές. Αντίθετα, κινδυνεύουν να γίνουν οι ίδιοι θύματα, αναγκάζοντας επιχειρησιακές δυνάμεις να αποσπάσουν πολύτιμους πόρους από την κύρια αποστολή τους. Η απειθαρχία στις οδηγίες των αρμοδίων και στις εντολές εκκένωσης δεν είναι «μαγκιά» ή «ηρωισμός». Αντίθετα, η Πειθαρχία, αποτελεί έκφραση εμπιστοσύνης σε ένα οργανωμένο σύστημα που έχει ως υπέρτατο σκοπό την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρώπη. Να μεταβεί από την κοινωνία της αντίδρασης στην Κοινωνία της Ετοιμότητας. Να επενδύσει στην πρόληψη όσο επενδύει στην καταστολή, στην εκπαίδευση όσο επενδύει στον εξοπλισμό και στην ανθεκτικότητα όσο επενδύει στην επιχειρησιακή απόκριση.

Αφιερώνω αυτές τις σκέψεις στη μνήμη όλων όσων έδωσαν τη ζωή τους εν ώρα Καθήκοντος και σε όλους τους Επαγγελματίες και Εθελοντές που επιχειρούν καθημερινά βιώνοντας το «Αποστολή Πρώτα – Ασφάλεια Πάντα»… Τους οφείλουμε μια νέα αρχιτεκτονική Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας που θα προστατεύει αποτελεσματικότερα τους ίδιους και την Κοινωνία. Διότι στις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα η Πολιτική Προστασία και Ασφάλεια θα κριθεί από το πόσο καλά έχουμε προετοιμάσει «όλο-το-Κράτος και ολόκληρη-την-Κοινωνία» να ενστερνιστεί και να βιώνει μια Κουλτούρα Γνώσης – Ψυχραιμίας – Πειθαρχίας – Ευθύνης – Ανθεκτικότητας… μια Νοοτροπία Ασφάλειας.