Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤα αποτελέσματα του διεθνούς Διαγωνισμού PISA 2025, που ανακοινώθηκαν επισήμως τη φετινή 8η Σεπτεμβρίου, επισύρουν εντονότερο τον προβληματισμό εν σχέσει με τα γνωστικά επίπεδα των δεκαπεντάχρονων συμπατριωτών μας και την αποδοτικότητα, συναφώς, του εκπαιδευτικού μας συστήματος, εφόσον δεν πρέπει να επιρρίπτονται μονομερείς ευθύνες σε εκπαιδευτικούς και αποκλειστικές αιτιάσεις σε μαθητές/τριες.
Ούτως ή άλλως το τοπίο περιγράφεται, δυστυχώς, ζοφερό για την Κύπρο, καθώς μαζί με την Ελλάδα και την Ισπανία συμπεριλαμβάνεται στα οκτώ κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σημείωσαν τις χαμηλότερες επιδόσεις και στα τρία εξεταστικά πεδία. Τα συγκεκριμένα ανησυχητικά ευρήματα εστιάζονται στη συγκέντρωση 411 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες, παρομοίως 411 στα Μαθηματικά και 379 στην Κατανόηση Κειμένου έναντι των αντίστοιχων 482, 463 και 461 Μέσων
Όρων του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης). Παρά την εκ των πραγμάτων αναμενόμενη ιστορική υποχώρηση των επιδόσεων παγκοσμίως, οι δικές μας προς τον πυθμένα αποκλίσεις ουδόλως μας επιτρέπουν τον εφησυχασμό, ιδίως η πτώση κατά 82 μονάδες στην αναγνωστική-αντιληπτική επάρκεια. Τραγικότερη δε η επισήμανση του ΥΠΑΝ ως προς τη σταθεροποίηση των αποτελεσμάτων, ήτοι την αμελητέα κάθοδο των 2 μονάδων από το 2022, χωρίς να ληφθούν, βεβαίως, υπ’ όψιν οι κραυγαλέες 70 μονάδες από τις 449 του 2012.
Αντί, δηλαδή, τη θεαματική μελλοντική βελτίωση κάθε παρελθόν και καλύτερο ή επί του παρόντος το μη χείρον βέλτιστον; Παρότι το ερευνητικό ενδιαφέρον και οι διαγωνιστικοί δείκτες της PISA δεν συνιστούν αφ’ εαυτών αξιολογικό κριτήριο ποιότητας στην εκπαίδευσή μας ούτε μιαν επί πλέον βαθμολογία διδασκόντων και διδασκομένων, εντούτοις, δεν μπορούμε να ολιγωρούμε οπισθοδρομώντας ενώπιον ενός Ευρωπαϊκού θεσμού και της ευρύτερης εμβέλειάς του, δεδομένης της συμμετοχής πέραν των 760.000 μαθητών και 91 χωρών και οικονομιών.
Απεναντίας, εκ παραλλήλου με την εθνική μας ιδιοπροσωπία η Ευρωπαϊκή μας ταυτότητα επιβάλλει την ανάλογη προσαρμογή ανταπόκρισης σε κανόνες και αιτήματα συλλογικού βεληνεκούς, εξ ου και τα σχολεία μας οφείλουν με συναμιλλώμενο γνώμονα να ασκούν τα παιδιά όχι απλώς στην ανάγνωση, τη μηχανική και στείρα αποστήθιση είτε την ακροθιγή νοηματική απόδοση στο πλαίσιο στερεότυπων ερωτήσεων, αλλά στην εμβάθυνση του κειμένου, επιστρατεύοντας τις κριτικές δεξιότητες της ανάλυσης και της σύνθεσης, της προβληματικής, της αμφισβήτησης, της διακειμενικής συνεξέτασης και της παραπομπής τους με όρους βιωματικής εμπειρίας στη ζώσα πραγματικότητα.
Πρωτίστης, συνεπώς, προτεραιότητας πρέπει να αποβεί η εις βάθος και πλάτος κειμενική πρόσληψη, που δεν αφορά μόνο στα φιλολογικά μαθήματα αλλά και σε όλα τα μαθησιακά αντικείμενα της διδακτέας ύλης. Οι εμπεριστατωμένες απαντήσεις και οι ορθολογικές λύσεις προϋποθέτουν τις καλλιεργημένες προσλαμβάνουσες επί παντός επιστητού στη σχολική πράξη έως αργότερα στις ανώτερες και πανεπιστημιακές σπουδές, την επαγγελματική σταδιοδρομία στην αγορά εργασίας και τη διά βίου ενεργό ένταξη στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Το εκάστοτε, ωστόσο, ζήτημα που τίθεται για μια λυσιτελή παιδεία εκσυγχρονιστικών προδιαγραφών σε συνάρτηση με την κοινωνικο-οικονομική αναγκαιότητα και την καλπάζουσα τεχνολογική εξέλιξη προοιωνίζεται το όραμα τής εκ των ων ουκ άνευ επαναστατικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης από το υπόβαθρο της προδημοτικής και δημοτικής βαθμίδας μέχρι τους αναβαθμούς της γυμνασιακής και λυκειακής εκπαίδευσης.
Καθότι επισημαίνεται ότι επιβάλλεται να επέλθουν άμεσες δραστικές αλλαγές, ούτως ώστε να αρθούν τα χρονίως κακώς έχοντα, να διορθωθούν αναποτελεσματικές πρακτικές και να εφαρμοστούν γόνιμες μεθοδικές προσεγγίσεις έως και ρηξικέλευθες παραγωγικές στοχεύσεις μέσα από την αλλαγή σχολικών εγχειριδίων, την εισαγωγή πρόσφορων μέσων διδασκαλίας και αναλυτικών προγραμμάτων, την επιμόρφωση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την υλικοτεχνική και δομική αναδιαμόρφωση των σχολικών μονάδων.
Καθώς δεν νοείται η δυσανάλογη δαπάνη δημοσίων πόρων προς τα πενιχρά και αντιπαραγωγικά αποτελέσματα όχι μόνο στον εν λόγω διαγωνισμό αλλά και στις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις, στις παγκύπριες και εισαγωγικές βαθμολογίες για εισδοχή στις πανεπιστημιακές σχολές με διαχρονική Αχίλλεια πτέρνα τα Νέα Ελληνικά. Υπενθυμίζουμε ότι η Κύπρος είναι μία εκ των χωρών της Ε.Ε., που επενδύουν στην Παιδεία σημαντικό ποσοστό του δημόσιου προϋπολογισμού τους σε συνάρτηση, βεβαίως, με τις δημογραφικές και μισθολογικές διαφορές, το κόστος λειτουργίας και τη δομή των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Το κονδύλιο που διατέθηκε για το ΥΠΑΝ το 2025 ανήλθε στα €1,55 δισεκατομμύρια, παρουσιάζοντας αύξηση 6% σε συσχέτιση με το προηγούμενο έτος. Εύγλωττοι οι χρηματικοί δείκτες της Κυπριακής Εκπαίδευσης, που υπερέχουν αισθητά των Ευρωπαϊκών μέσων όρων: Το 13,2% των συνολικών δαπανών για την παιδεία δεν συγκρίνεται με τον μέσο όρο στην Ε.Ε., που μόλις συμποσούται στο 9,7%. Οι δαπάνες για την ζωτικής σημασίας αυτή επένδυση της πολιτείας αγγίζουν το 5% του ΑΕΠ της χώρας, τοποθετώντας την Κύπρο σταθερά στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής καταναλωτικής κατάταξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το κόστος εκπαίδευσης στον τόπο μας ανά άτομο τοποθετείται στο 137,5% του Ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Δεν υποβαθμίζουμε τις υποσχόμενες επενέργειες και τις όποιες εποικοδομητικές πτυχές προοπτικής στην τωρινή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με τους πρώτους εν εξελίξει άξονες τόσο για την επικαιροποίηση των Αναλυτικών Προγραμμάτων, που ουσιωδώς άπτονται της μείωσης της ύλης και της εστίασης στις θεμελιώδεις κριτικές ικανότητες, την ολιστική διαμορφωτική αξιολόγηση του μαθητή και την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου όσο και το νευραλγικό εγχείρημα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού, που, σημειωτέον, εξακολουθεί να προσκρούει στις συνδικαλιστικές θέσεις, όπως και τις εξαγγελίες περί εκσυγχρονισμού των αιθουσών διδασκαλίας και της ασφαλούς θωράκισης των σχολικών χώρων.
Παρόλο που τονίζεται η προώθηση επιτελεστικών αλλαγών με τα απογοητευτικά αποτελέσματα της PISA να λειτουργούν ως επιταχυντής τροποποιήσεων, οι επιφυλάξεις όμως δεν παύουν και οι εύλογες απορίες παραμένουν. Θα κατορθώσει, άραγε, η μεγαλεπήβολη αυτή μεταρρύθμιση να διεισδύσει καθοριστικά στον πυρήνα της τάξης, βελτιστοποιώντας τις πραγματικές δυνάμεις και τις εξατομικευμένες δυνατότητες του μαθητή, τις πολυσχιδείς μαθησιακές ικανότητες και τις δημιουργικές του δεξιότητες σε ένα συμπεριληπτικό, δημοκρατικό και ανθρωποκεντρικό σχολείο, που θα τελεσφορεί στην εξισορροπητική σύζευξη μεταξύ των παραδοσιακών αρχών και των νέων ψηφιακών προκλήσεων;
Σε ένα εκπαιδευτήριο διαρκούς προοδευτικής αναβάθμισης και αξιοζήλευτων επιτευγμάτων, όπου η αξιολόγηση δεν καθίσταται αυτοσκοπός και γραφειοκρατικός μηχανισμός επίφοβης τιμωρίας, αντιθέτως ευπρόσδεκτη ανταμοιβή αυτοπραγμάτωσης για το σχολικό και πολιτειακό κοινωφελές καλό. Σε ένα εν τέλει δημόσιο σχολείο της πρωτοπορίας και όχι των εξιδανικευμένων, βραχυπρόθεσμων πειραματισμών, δυσλειτουργιών και μη υλοποιήσιμων επιδιώξεων, αλλά των σταθερών ερεισμάτων, της αυτοπειθαρχίας, της συνειδητής φιλομάθειας και των υψηλών επιδόσεων εντός ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου και απαιτητικού κόσμου;
Εν εναντία περιπτώσει, δεν χρειάζεται να προστεθεί ακόμη μια μεταρρύθμιση ανεδαφικών στρατηγικών σχεδιασμών και ανεπίτευκτων εγκυκλιακών εντολών, που θα επιτρέψει να υποβάλλεται το εσαεί αναπάντητο ερώτημα «πόσες μεταρρυθμίσεις ακόμη θα χρειαστούν για μιαν ολόπλευρη αποδοτική εκπαίδευση;». Ήδη η ιστορία των εκπαιδευτικών μας πολιτικών καταγράφει πλείστες όσες προσπάθειες αλλαγής και βαρυσήμαντους ευγενείς οραματισμούς, που συνοψίζουμε ως ακολούθως:
Το 1976-1980 επιχειρήθηκε μια σημαντική μεταρρυθμιστική τομή με νέα αναλυτικά προγράμματα, καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας και μεγαλύτερη έμφαση στις ανάγκες του μαθητή. Μια σειρά καινοτόμων προτάσεων και ανανεωτικών μέτρων δημοφιλούς διαπαιδαγώγησης υπόσχονταν ένα άλλο καλύτερο σχολείο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως το οραματιζόταν ο τότε αείμνηστος υπουργός Παιδείας και όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο του «Βασικά Θέματα Εκπαιδευτικής Πολιτικής» (1977), όπου, μεταξύ άλλων αξιοσημείωτων ιδεών, τόνιζε εμφατικά: «Μέσα στα πλαίσια της εκδημοκρατικοποίησης η ευθύνη της αγωγής είναι η έμφαση στη συναιτεριστική προσπάθεια. Έτσι, δάσκαλος και μαθητής συνεργάζονται, καθορίζουν μαζί το θέμα, θέτουν μαζί στόχους, προγραμματίζουν μαζί δραστηριότητες και μέσα και μαζί εισηγούνται και καταρτίζουν πρόγραμμα αξιολόγησης της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό οι γνώσεις που αποκτούνται είναι ζωντανές και μόνιμες, οι δεξιότητες ασκούνται με φυσικό και αβίαστο τρόπο και οι στάσεις που αναπτύσσονται είναι οι αρμόζουσες.
Το παιδί αυτόβουλα ή και με την παρώθηση του δασκάλου ερευνά, ανακαλύπτει, αποκτά γνώσεις, αναπτύσσει τον συναισθηματικό του κόσμο μέσα από ένα σύνολο βιωμάτων, υιοθετεί τις κατάλληλες στάσεις κι εξελίσσει τις ικανότητές του.» (σελ. 23). Το 1997, η μελέτη της UNESCO έθεσε στο προσκήνιο ζητήματα, που σήμερα επανέρχονται συστηματικά: ποιότητα, αξιολόγηση, αποτελέσματα, δείκτες και αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Την περίοδο 2000-2002 επιχειρήθηκε νέα μεταρρύθμιση στη Μέση Εκπαίδευση, με έμφαση στη διεύρυνση των οριζόντων των μαθητών και στην καλλιέργεια δεξιοτήτων.
Το 2003 συστάθηκε Επιτροπή για τη συνολική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και το 2004 υποβλήθηκε η σχετική έκθεση. Υπήρξε από τους πλέον ολοκληρωμένους μεταρρυθμιστικούς αγώνες, που γνώρισε η Κυπριακή Δημοκρατία. Την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε και η δωρεάν υποχρεωτική προδημοτική εκπαίδευση για ένα έτος. Το 2007 ακολούθησε στρατηγικός σχεδιασμός για την εκπαίδευση. Και έπειτα ήρθαν τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα. Από το 2008-2009 εκκίνησε η διαδικασία της αναμόρφωσής τους, ενώ από το 2011-2013 άρχισε η σταδιακή τους εφαρμογή και ακολούθησε η νέα αξιολογική αναδόμηση.
Το 2013-2015 είχαμε μια περαιτέρω προσπάθεια εκσυγχρονισμού με μελετημένες εισηγήσεις για ένα τροποποιητικό σύστημα διορισμών, αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου, καθώς και μια πολιτική λειτουργικής επιμόρφωσης. Το 2015 εγκρίθηκε νέο Ωρολόγιο Πρόγραμμα και συνεχίστηκε η αναδιάρθρωση και ο εμπλουτισμός των Αναλυτικών Προγραμμάτων.
Το ίδιο έτος ψηφίστηκε, επίσης, το Νέο Σύστημα Διορισμών, με έναρξη εφαρμογής από το σχολικό έτος 2018-2019. Το 2022-2023 προστέθηκε η Ενιαία Γραπτή Αξιολόγηση και όσα εντεύθεν εκπαιδευτικά τεκταινόμενα μέλλουν εμπράκτως να δοκιμαστούν εν ονόματι της σημερινής πολυεπίπεδης μεταρρύθμισης.
Το μήνυμα συνοδεύουν τα επίμονα ερωτήματα: Αρκούν οι ειδικές αίθουσες διδασκαλίας με εξοπλισμούς διαδραστικών πινάκων, ηλεκτρονικών οθονών και άλλων τεχνολογικών εκπαιδευτικών μέσων, αντίστοιχων της σύγχρονης ψηφιακής επανάστασης, αλλά με αδιάφορους μαθητές και ανέμπνευστους χειραγωγούμενους δασκάλους; Χρειαζόμαστε μιαν επί πλέον αλλαγή ή απαιτούμε την αναγκαία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που με προμελετημένους στόχους και μετρήσιμες λύσεις θα αξιοποιεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό τους ανθρώπινους πόρους; Πρωτευόντως να αποσκοπεί στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας και στη δημιουργική γνώση όχι της τεχνητής νοημοσύνης αλλά της νοήμονος παιδαγωγίας σε ένα ισχυρότερο δημόσιο σχολείο.