Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΒρισκόμαστε στην καρδιά των καλοκαιρινών διακοπών και η πορεία της τουριστικής βιομηχανίας είναι καίριο θέμα. Ειδικά φέτος, που λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας στην περιοχή μας, η τουριστική κίνηση προς τη χώρα μας παρουσίασε αρκετές ανατροπές και σειρά από δυσκολίες.
Με βάση τις ενδείξεις και τα στοιχεία που ανακοινώνονται, η χρονιά δεν θα πάει χαμένη, όπως αρχικά έδειχναν οι εξελίξεις και όπως ίσως πίστευαν οι περισσότεροι. Το τελευταίο διάστημα υπήρξε μια σημαντική θετική ανατροπή στις κρατήσεις (έστω της τελευταίας στιγμής) και οι ξένοι τουρίστες ενδιαφέρθηκαν ξανά για την Κύπρο.
Ήδη, οι ίδιοι οι ξενοδόχοι μιλούν για πληρότητα της τάξης του 85-90% τον Αύγουστο, ενώ σχετικά ενθαρρυντικά είναι τα μηνύματα και για τον Σεπτέμβριο και ίσως τον Οκτώβριο. Αυτό για να είμαστε δίκαιοι οφείλεται και στις μεγάλες προσπάθειες που ανέλαβε το Υφυπουργείο Τουρισμού, αλλά και οι εμπλεκόμενοι με την τουριστική βιομηχανία της χώρας μας.
Πίσω τώρα απ’ όλο αυτό το σκηνικό που βιώσαμε, υπάρχουν κάποιες παράμετροι που πρέπει να μελετηθούν σε βάθος, ώστε να μην ξαναβρεθούμε σ’αυτή τη δύσκολη θέση. Είναι οι αδυναμίες που μας έδειξε η κρίση.
Το πρώτο που πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι η Κύπρος πάντα θα είναι ευάλωτη σε διεθνείς αναταράξεις, είτε στη γειτονιά μας, είτε στην κοντινή μας περιφέρεια. Η γεωγραφική μας θέση και το μοντέλο ανάπτυξης μας είναι τέτοια που δεν μπορούμε να αποφύγουμε επιπτώσεις, είτε στον τουρισμό, είτε στην οικονομία. Όταν συνειδητοποιήσουμε αυτή την πραγματικότητα, θα μπορέσουμε να προωθούμε πολιτικές και σχέδια που θα περιορίζουν τις επιπτώσεις από απρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις.
Φέτος, με τα γεγονότα που έγιναν, φάνηκε ότι δεν είχαμε προδιαγεγραμμένα σχέδια και μάλλον τρέχαμε πίσω από τις εξελίξεις για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι τα φετινά γεγονότα ήταν πρωτοφανή και δεν θα μπορούσαν από κανένα να προβλεφθούν. Αυτό είναι σωστό, όμως και πάλι φάνηκαν οι αδυναμίες μας.
Το δεύτερο είναι η έλλειψη εκ μέρους μας εναλλακτικών έκτακτων επιλογών όταν ξεσπά μια κρίση. Και μ’ αυτό εννοούμε ότι οι επιχειρήσεις του τουριστικού τομέα θα πρέπει να μπορούν ανά πάσαν στιγμή να αναθεωρούν τις τιμές και τις προσφορές τους, ώστε να συνεχίζουν να προσελκύουν ξένους τουρίστες. Φέτος, όπως και άλλες φορές στο παρελθόν, οι επιχειρήσεις μας, αντί να δράσουν αυτοβούλως και να προσφέρουν καλύτερα και φθηνότερα πακέτα στους τουρίστες, έστρεψαν τα βλέμματα τους στο κράτος, αναμένοντας κρατική στήριξη. Με αυτή την προσέγγιση, όμως, δεν αντιμετωπίζουμε μια έκτακτη κρίση στον τουρισμό.
Το τρίτο, που είναι πάγιο και ευρύτερο θέμα, είναι η ανταγωνιστικότητα του τουρισμού μας. Δυστυχώς, θέλουμε δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, η Κύπρος είναι ακριβός προορισμός, όχι μόνο για τους τουρίστες, αλλά και για τους Κύπριους. Οι τιμές που υπάρχουν για διαμονή στα ξενοδοχεία μας, για διατροφή στα εστιατόρια μας και γενικά για τις τουριστικές υπηρεσίες είναι υψηλές σε σχέση με ομοειδείς αγορές. Για παράδειγμα, η Ρόδος και η Κρήτη, που προσελκύουν περισσότερους τουρίστες κάθε χρόνο από την Κύπρο, έχουν πολύ χαμηλότερες τιμές από τη χώρα μας, ενώ οι υπηρεσίες που προσφέρουν είναι οι ίδιες ή και καλύτερες από την Κύπρο. Γι’αυτό και πάρα πολλοί κύπριοι προτιμούν και πηγαίνουν στα νησιά της Ελλάδας για τις καλοκαιρινές διακοπές τους.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουμε στους τουρίστες. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο ποσοστό του εργατικού προσωπικού που καλείται να εξυπηρετήσει τον τουρισμό μας δεν είναι σωστά εκπαιδευμένο, στερείται επαγγελματικών γνώσεων και προσόντων, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και γενικά δεν παρουσιάζει την εικόνα που πρέπει για ένα τουριστικό προορισμό υψηλών απαιτήσεων, όπως η χώρα μας.
Σ’ αυτά, μπορούν να προστεθούν και η μονοθεματική εμμονή μας σε συγκεκριμένες αγορές (π.χ. της Βρετανίας), η έλλειψη ποιοτικών έργων διασκέδασης και ψυχαγωγίας, ο μη σωστός εμπλουτισμός με νέες υποδομές του τουριστικού προϊόντος μας, τα ακριβά αεροπορικά εισιτήρια και άλλα.
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη, θεωρούμε ότι ο τουριστικός τομέας χρειάζεται σοβαρές αναβαθμίσεις. Όλες οι δομές και πολιτικές μας, παρά τη μέχρι σήμερα συνεισφορά τους, χρήζουν αναθεώρησης, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο νέων κρίσεων και της ανάγκης να ξεκολλήσουμε από το όριο των 4 εκατομμυρίων τουριστών. Είμαστε σίγουροι ότι ο Υφυπουργός Τουρισμού θα προχωρήσει σ’ αυτές τις τομές.