Η ενεργειακή κρίση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και κυρίως οι ανθρώπινες δεξιότητες

Το 2022 η Κύπρος επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την ανθεκτικότητά της, ωστόσο, είναι βέβαιο ότι το 2023 θα είναι μια δύσκολη χρονιά

Στην αρχή της χρονιάς, με την πανδημία να παραμένει σε έξαρση, τις τιμές της ενέργειας να εκτοξεύονται, σε συνδυασμό με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, μια βαθιά οικονομική ύφεση φαινόταν αναπόφευκτη. Αυτό όμως, δεν συνέβη. Η Κύπρος επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την ανθεκτικότητά της, με την οικονομία μας να αναμένεται να αναπτυχθεί κατά τουλάχιστον 5,5%, πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ο δυναμικός ιδιωτικός τομέας, με ατμομηχανή τον τουρισμό, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, την ενέργεια, τη ναυτιλία και την εκπαίδευση θα συνεχίσει να οδηγεί την ανάπτυξη.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι το 2023 θα είναι μια δύσκολη χρονιά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αναμένεται να τερματιστεί σύντομα, η Ευρώπη φαίνεται να αδυνατεί να συμφωνήσει σε μια πολιτική αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, τα επιτόκια αυξάνονται, η οικονομία της ΕΕ επιβραδύνεται, ενώ στο μίγμα αυτό προστίθεται και η αβεβαιότητα για την κινεζική οικονομία. Ως εκ τούτου, η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές του Φεβρουαρίου, αλλά και η κυπριακή κοινωνία στο σύνολό της, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από προκλήσεις. Όντας αισιόδοξος από τη φύση μου, προτιμώ να βλέπω αυτές τις προκλήσεις κυρίως ως ευκαιρίες.

Πιστεύω ότι τρία θέματα πρέπει να μας απασχολήσουν κατά προτεραιότητα:

Η ενεργειακή κρίση θα είναι μαζί μας για αρκετό καιρό. Όμως, ακόμη κι αν η Ρωσία ξαναρχίσει τον εφοδιασμό της Ευρώπης με φυσικό αέριο αύριο το πρωί, είναι πλέον σαφές ότι πρέπει επειγόντως να διαφοροποιήσουμε τις πηγές εφοδιασμού μας, αλλά και να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα. Αυτή είναι μια ευκαιρία για την Κύπρο, δεδομένων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εκτρέψει από τον κύριο στόχο μας, που είναι η αύξηση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ένα από τα κύρια ευρήματα της φετινής έρευνας ΕΥ Attractiveness Survey Cyprus 2022 είναι ότι οι επιχειρήσεις κατατάσσουν την πολιτική προσέγγιση μιας χώρας για την κλιματική αλλαγή και τη βιωσιμότητα ως τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα για τις επενδύσεις – από προτελευταίο πέρσι. Οι επιχειρήσεις, σήμερα, επιδιώκουν να μετακινηθούν σε χώρες όπου το ρυθμιστικό πλαίσιο υποστηρίζει πρακτικές βιωσιμότητας, όπου υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση για αντίστοιχες πρωτοβουλίες και όπου μπορούν να βρουν τις κατάλληλες δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, αλλά και την ευαισθητοποίηση των καταναλωτών που απαιτούνται για τη διευκόλυνση έργων βιωσιμότητας. Η Κύπρος, συνεπώς, πρέπει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της πράσινης μετάβασης.

Μια δεύτερη βασική προτεραιότητα είναι ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Η ψηφιοποίηση έχει γίνει ο ανταγωνιστικός παράγοντας διαφοροποίησης μεταξύ των επιχειρήσεων και των χωρών. Μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη, να προσελκύσει επενδύσεις, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Η ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών θα καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία, θα απλοποιήσει τις επιχειρηματικές διαδικασίες, θα βελτιώσει την εμπειρία των πολιτών και, τελικά, θα ενισχύσει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη. Η εφαρμογή της Ψηφιακής Στρατηγικής για την Κύπρο (2020-2030) παραμένει το κλειδί, εάν θέλουμε να οικοδομήσουμε ισχυρές ψηφιακές υποδομές, να αυξήσουμε τις επενδύσεις σε ψηφιακές δεξιότητες και μια ευρύτερη ψηφιακή κουλτούρα και να ενισχύσουμε την υιοθέτηση της ψηφιακής τεχνολογίας από τον γενικό πληθυσμό. Φυσικά, ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν είναι επιτακτική ανάγκη μόνο για τον δημόσιο τομέα. Οι επικεφαλής των ιδιωτικών επιχειρήσεων πρέπει επίσης να θέσουν την ψηφιοποίηση στο επίκεντρο της στρατηγικής τους, για να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Σε αυτό το πλαίσιο, το RRP, με το 23% των κεφαλαίων του (280 εκατ. ευρώ) να κατευθύνεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό αποτελεί μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε.

Η τρίτη, και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση, είναι οι ανθρώπινες δεξιότητες. Εάν θέλουμε να μετασχηματίσουμε την οικονομία μας, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι το εργατικό δυναμικό μας διαθέτει τις δεξιότητες που είναι κρίσιμες για τους πιο δυναμικούς τομείς της οικονομίας. Η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτουν σήμερα οι εργαζόμενοι και εκείνων που χρειάζονται για το αύριο είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που οδηγεί σε σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού και υποσκάπτει την ανάπτυξη. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε εστιάζοντας στην επανακατάρτιση, την επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της επιχειρηματικής και της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και προσελκύοντας εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο από άλλες αγορές, προσαρμόζοντας ανάλογα τη μεταναστευτική μας πολιτική. Οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού επιδεινώνονται από το φαινόμενο της «μεγάλης παραίτησης», καθώς οι εργαζόμενοι, μαζί με καλύτερες αμοιβές, αναζητούν μεγαλύτερη ευελιξία, καλύτερες ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης και μεγαλύτερη έμφαση στην ευημερία τους. Οι εταιρείες, επομένως, πρέπει να υιοθετήσουν μια πιο ανθρωποκεντρική στρατηγική ανθρώπινου δυναμικού, που θα επιτρέπει στους εργαζομένους να αναπτυχθούν επαγγελματικά, διασφαλίζοντας παράλληλα μια ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Το 2023 θα είναι μια δύσκολη χρονιά. Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι, εάν η Κύπρος αντιμετωπίσει αυτές και άλλες μεγάλες προκλήσεις, ο απολογισμός στο τέλος της χρονιάς θα είναι και πάλι θετικός.

Ronald A. AttardΔιευθύνων Σύμβουλος της EY Κύπρου