Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Η επίκληση της αρχής του δεδικασμένου εμποδίζει ένα διάδικο να εγείρει νέα αγωγή όταν έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ιδίων διαδίκων για τα ίδια επίδικα θέματα. Η τελεσιδικία μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και κανένας δεν μπορεί να ενάγεται δύο φορές για το ίδιο θέμα. Είναι κοινωνικά δίκαιο και επιβεβλημένο διαφορές μεταξύ διαδίκων, όταν τα επίδικα θέματα ταυτίζονται, να μην εκδικάζονται τμηματικά και να διαιωνίζονται, αλλά να υπάρχει τελεσιδικία. Ένας διάδικος οφείλει στο δικόγραφό του να καλύψει όλες τις βάσεις αγωγής που θα μπορούσε με λογική επιμέλεια να συμπεριλάβει και αν παραλείψει να θέσει ένα θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε δεν θα του επιτραπεί να εγείρει νέα αγωγή μετά την εκδίκαση της πρώτης. Η νομολογία αναφέρει ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Όταν εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, εξετάζεται και εφόσον ευσταθεί, το Δικαστήριο απαλλάσσεται από την υποχρέωση να διερευνήσει περαιτέρω τα επίδικα θέματα και δεν αποφαίνεται επί αυτών, θέτοντας τέρμα στη διαδικασία.

Η ανωτέρω νομολογιακή αρχή που δημιουργείται από την ύπαρξη προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης αναλύεται στην απόφαση που εξέδωσε ο ανώτερος δικαστής κ. Κ. Κωνσταντίνου ημερ. 3.4.2019, σε υπόθεση που, όπως αναφέρει, αποτελούσε κλασσική περίπτωση ύπαρξης δεδικασμένου. Είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής για ειδική εκτέλεση πωλητηρίου εγγράφου προς όφελος αγοραστή, ο οποίος όμως παρέλειψε να προχωρήσει με την ειδική εκτέλεση εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας. Ο αγοραστής δεν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο με αίτημα τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του και το δικαίωμά του για ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης έπαυσε να ισχύει. Στη συνέχεια, έκανε χρήση της διαδικασίας που προνοείται για την προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση ΑΕΑ για εγγραφή του ακινήτου στο όνομά του. Ο πωλητής ήγειρε ένσταση ότι το τίμημα πώλησης δεν είχε πληρωθεί, αλλά ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, κατόπιν προσκόμισης από τον αγοραστή αποδεικτικών στοιχείων ότι το τίμημα είχε εξοφληθεί πλήρως, τον πληροφόρησε ότι θα προχωρούσε με τη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή, εκτός εάν ο πωλητής του προσκόμιζε διάταγμα που να τον διατάζει διαφορετικά εντός 30 ημερών. 

Ο πωλητής υπέβαλε έφεση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή αξιώνοντας διάταγμα που να την ακυρώνει και να αναστέλλει τη διαδικασία μεταβίβασης. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αγοραστής ήγειρε ένσταση, ισχυριζόμενος ότι πλήρωσε το τίμημα και ήγειρε θέμα δεδικασμένου, επικαλούμενος την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε μερικά χρόνια πριν μεταξύ του και του πωλητή αναφορικά με την ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου του. Το Δικαστήριο, αναλύοντας τον κανόνα του δεδικασμένου, παρέπεμψε στη νομολογία, κρίνοντας ότι ήταν πρόδηλα ξεκάθαρο ότι ο πωλητής κωλύεται από του να προχωρήσει με την έφεση και να επικαλείται θέματα τα οποία καλύπτονται από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η εν λόγω απόφαση και το περιεχόμενό της εμποδίζουν λόγω δεδικασμένου τον πωλητή να ισχυρίζεται ότι δεν έχει καταβληθεί το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Τόνισε ότι ενώ η θέση αυτή του πωλητή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση υπεράσπισης στην εναντίον του αγωγή, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει βάση είτε αυτοτελούς αγωγής εναντίον του αγοραστή είτε ανταπαίτησης. Προφανώς ούτε το ένα ούτε το άλλο έγινε και ενώ ο πωλητής επικαλείται αυτή τη βάση ετεροχρονισμένα ως λόγο ακύρωσης της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή, το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος συμφώνησε να συμβεί αυτό πολλά χρόνια προηγουμένως στα πλαίσια της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή. 

Δεδομένου ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ήγειρε και θέμα ότι η έφεση ήταν καταχρηστική λόγω της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώρηση της έφεσης από μέρους του πωλητή με την οποία επιδίωκε την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή, ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που είχαν συμφωνήσει να γίνει δυνάμει της δικαστικής απόφασης, συνιστούσε κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Στα πλαίσια της άσκησης της σύμφυτης δικαιοδοσίας του, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεώρησε ότι έπρεπε να δοθεί τέλος στη διαδικασία της έφεσης και διέταξε την απόρριψή της. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα.