Στις αγορές αναμένεται να βγει εντός της ημέρας το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω επανέκδοσης του 10ετούς ομολόγου, δύο ημέρες πριν από την αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Όπως ανακοίνωσε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το Ελληνικό Δημόσιο έδωσε εντολή στις Alpha Bank, Barclays, Citi, Commerzbank, Nomura και Societe Generale να προχωρήσουν στην επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου, με λήξη στις 16 Ιουνίου 2036.
Η κίνηση εντάσσεται στο πρόγραμμα δανεισμού για το πρώτο εξάμηνο του 2026, το οποίο είχε δημοσιοποιήσει ο ΟΔΔΗΧ και προέβλεπε επανέκδοση ομολόγου στις 17 Ιουνίου. Οι προγραμματισμένες έξοδοι του Δημοσίου στις αγορές δεν αποσκοπούν κυρίως στην άντληση πρόσθετης ρευστότητας, αλλά στην ενίσχυση της καμπύλης των ελληνικών τίτλων και στην τόνωση της δευτερογενούς αγοράς.
Παρά την πίεση που ασκείται στις αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης, λόγω της διαφαινόμενης πρόθεσης της ΕΚΤ να αυξήσει την Πέμπτη 11 Ιουνίου τα επιτόκια κατά 0,25%, η ελληνική αγορά εμφανίζει ανθεκτικότητα. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου στη δευτερογενή αγορά κινείται στο 3,77%, μόλις 0,78 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από την απόδοση του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου, η οποία διαμορφώνεται στο 3,07%.
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat δείχνουν ότι το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη.
Συγκεκριμένα, το κόστος εξυπηρέτησης υποχώρησε οριακά το 2025 στο 2,18%, από 2,27% το 2024, εξέλιξη που αντανακλά τη μεγάλη διάρκεια και την ιδιαίτερη δομή του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο τέλος Μαρτίου 2026 διαμορφωνόταν στο 1,38% σε ταμειακή βάση, συμπεριλαμβανομένων των swaps, και στο 1,84% με τα swaps και τους αναβαλλόμενους τόκους των δανείων του EFSF.
Στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, το εμφανές κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους αυξήθηκε ελαφρώς ή παρέμεινε σταθερό μεταξύ 2024 και 2025. Το υψηλότερο κόστος καταγράφηκε στη Ρουμανία, με 5,2%, και ακολούθησαν η Πολωνία με 4,5%, η Τσεχία με 3,1% και η Ιταλία με 3,0%.
Στον αντίποδα, το χαμηλότερο εμφανές κόστος χρέους σημειώθηκε στην Ιρλανδία, με 1,4%, και ακολούθησαν το Λουξεμβούργο με 1,5%, η Ολλανδία με 1,7%, η Γερμανία με 1,8%, καθώς και η Γαλλία, η Φινλανδία και η Σουηδία, με 1,9%.
Υπενθυμίζεται ότι από τα περίπου 400 δισ. ευρώ του δημοσίου χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης, το 73%, δηλαδή περίπου 292 δισ. ευρώ, είναι μη διαπραγματεύσιμο. Το ποσό αυτό αφορά δάνεια που έχει λάβει η Ελλάδα από άλλα κράτη της ΕΕ ή χρηματοδοτικούς φορείς, όπως ο ESM και ο EFSF, στο πλαίσιο των μνημονίων.
Την προηγούμενη εβδομάδα, ο ESM και ο EFSF έδωσαν το πράσινο φως στην κυβέρνηση για πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility, ύψους 6,94 δισ. ευρώ, τα οποία αρχικά λήγουν την περίοδο 2029-2035. Η αποπληρωμή θα γίνει με χρήση των ταμειακών διαθεσίμων του λεγόμενου «σκληρού μαξιλαριού».
Το GLF αποτέλεσε μέρος του πρώτου πακέτου στήριξης προς την Ελλάδα το 2010 και περιλάμβανε διμερή δάνεια από 14 χώρες της Ευρωζώνης, συνολικού ύψους 52,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 26,3 δισ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη αποπληρωμή θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη πρόωρη αποπληρωμή GLF μέχρι σήμερα, μετά από αντίστοιχη κίνηση το 2025.
Capital.gr