H φορολογική μεταρρύθμιση του 2026 αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα και μειώνει τον φόρο εισοδήματος, όμως τα μεγαλύτερα οφέλη κατευθύνονται προς τα υψηλότερα εισοδήματα. Παράλληλα, μειώνεται ο αριθμός των πολιτών που καταβάλλουν φόρο εισοδήματος, περιορίζεται ελαφρώς η αναδιανεμητική λειτουργία του φορολογικού συστήματος και δημιουργείται ένα σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, καταγράφει το working paper με θέμα «Assessing the Distributional and Fiscal Impacts of Cyprus’s Personal Income Tax Reform» των Άρη Αυγουστή, Χαράλαμπου Μιχαήλ και Γεωργιάνας Φωτιάδου, το οποίο δημοσιεύθηκε στη σειρά δοκιμίων εργασίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
Η μελέτη εξηγεί ότι, παρότι η φορολογική πολιτική αποτελεί αρμοδιότητα της κυβέρνησης και όχι της κεντρικής τράπεζας, οι αλλαγές στη φορολογία επηρεάζουν την οικονομία μέσω της μεταβολής του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Όταν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αποκτούν μεγαλύτερο εισόδημα, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουν, αποταμιεύουν ή αποπληρώνουν τα δάνειά τους. Οι μεταβολές αυτές επηρεάζουν τη ζήτηση στην οικονομία, τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδιαίτερα όταν συνδέονται με το επίπεδο του ιδιωτικού χρέους. Η ανάλυση καταλήγει ότι, παρά τη συνολική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, η μεταρρύθμιση εξυπηρετεί σε περιορισμένο βαθμό τον διακηρυγμένο στόχο για δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος, καθώς οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες αποκομίζουν ελάχιστα οφέλη.
Η μελέτη βασίστηκε σε μικροπροσομοιώσεις του ευρωπαϊκού μοντέλου EUROMOD, αξιοποιώντας εμπιστευτικά στοιχεία από τις έρευνες EU-SILC και την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών. Εξετάστηκαν τρεις βασικές παρεμβάσεις: η αναμόρφωση των φορολογικών κλιμακίων, η εισαγωγή εισοδηματικών φοροαπαλλαγών για εξαρτώμενα παιδιά και φοιτητές, καθώς και η φορολογική έκπτωση για τόκους στεγαστικών δανείων ή ενοίκιο πρώτης κατοικίας. Δεν συμπεριλήφθηκε η φορολογική έκπτωση για «πράσινες» επενδύσεις, λόγω έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων.
Η μελέτη εκτιμά ότι το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων που αναλύονται ανέρχεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που βρίσκεται πολύ κοντά στις επίσημες κυβερνητικές προβλέψεις. Παρότι το κόστος χαρακτηρίζεται διαχειρίσιμο υπό τις σημερινές συνθήκες δημοσιονομικών πλεονασμάτων, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι κάθε φορολογική ελάφρυνση συνεπάγεται και κόστος ευκαιρίας. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι πόροι θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί για άλλες δημόσιες πολιτικές, όπως επενδύσεις στην εκπαίδευση, στην καινοτομία, στις υποδομές ή στην ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας. Η μελέτη δεν επιχειρεί να υπολογίσει τις συνολικές μακροοικονομικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης. Υπό ορισμένες όμως παραδοχές, εκτιμά ότι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος θα οδηγήσει σε ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα μικρή αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και άλλους φόρους κατανάλωσης. Η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ εκτιμάται ως θετική αλλά περιορισμένη, καθώς μεγάλο μέρος της ιδιωτικής κατανάλωσης αφορά εισαγόμενα προϊόντα, μειώνοντας τον πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη σύνθεση των φορολογουμένων. Με βάση στοιχεία του Τμήματος Φορολογίας για το 2022, το 43% των φορολογουμένων δήλωσε φορολογητέο εισόδημα κάτω από το τότε αφορολόγητο όριο των 19.500 ευρώ. Με απλά λόγια, σχεδόν ένας στους δύο φορολογουμένους δεν κατέβαλλε ήδη φόρο εισοδήματος και επομένως η αύξηση του αφορολόγητου στις 22.000 ευρώ δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τη φορολογική του επιβάρυνση. Αυτό εξηγεί γιατί τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν σχεδόν μηδενικά άμεσα οφέλη από τη μεταρρύθμιση.
Πέρα από την αξιολόγηση της μεταρρύθμισης, η μελέτη ανοίγει τη συζήτηση για τον τρόπο αξιοποίησης του δημοσιονομικού χώρου που δημιουργούν τα συνεχή κρατικά πλεονάσματα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μέρος των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις, στη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών και στη στήριξη της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, ενισχύοντας τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι οι νέες φορολογικές εκπτώσεις, οι οποίες βασίζονται στο συνολικό οικογενειακό εισόδημα, διαφοροποιούν τη φιλοσοφία του φορολογικού συστήματος. Αν και η στόχευση των δικαιούχων βελτιώνεται, η διαδικασία γίνεται πιο σύνθετη, καθώς απαιτείται έλεγχος του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος και των σχετικών δικαιολογητικών. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, αντίστοιχα αποτελέσματα μπορούν συχνά να επιτευχθούν με μεγαλύτερη διαφάνεια μέσω άμεσων κοινωνικών μεταβιβάσεων, οι οποίες θεωρούνται ευκολότερες στη διαχείριση και αποτελεσματικότερες στην ενίσχυση των νοικοκυριών που έχουν πραγματική ανάγκη.
Ένα ακόμη αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης είναι ότι περιορίζεται ο αριθμός των πολιτών που θα καταβάλλουν φόρο εισοδήματος. Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι οι φορολογούμενοι με θετική φορολογική υποχρέωση μειώνονται κατά περίπου 22%. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη φορολογική βάση και ενδέχεται να αυξήσει ακόμη περισσότερο την εξάρτηση των εσόδων του κράτους από ένα σχετικά μικρό ποσοστό υψηλόμισθων φορολογουμένων. Με βάση τα εισοδήματα του 2024, οι φορολογούμενοι με υποχρέωση πληρωμής φόρου εισοδήματος περιορίζονται από 245.199 σε 190.631. Πρόκειται για μείωση κατά 54.568 πρόσωπα ή 22,3%, ενώ όπως επισημαίνεται με την αναπροσαρμογή στα εισοδήματα που προβλέπονται για το 2026, η αντίστοιχη μείωση υπολογίζεται σε 21,6%. Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η αναδιάρθρωση των φορολογικών κλιμακίων.
Το αφορολόγητο αυξάνεται από 19.500 σε 22.000 ευρώ, ενώ μετακινούνται προς τα πάνω όλα τα όρια των φορολογικών συντελεστών. Η σημαντικότερη παρέμβαση αφορά το τέταρτο φορολογικό κλιμάκιο, το οποίο διευρύνεται από το εύρος 36.301–60.000 ευρώ στο εύρος 42.001–72.000 ευρώ. Η αρχική κυβερνητική πρόταση προέβλεπε ακόμη μεγαλύτερη διεύρυνση, έως τις 80.000 ευρώ, ωστόσο κατά τη συζήτηση στη Βουλή το εύρος περιορίστηκε. Παρά την αλλαγή αυτή, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι ακόμη μικρότερη διεύρυνση του συγκεκριμένου κλιμακίου θα περιόριζε τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τα υψηλά εισοδήματα και θα μείωνε σημαντικά το δημοσιονομικό κόστος.
Στον αντίποδα, τα υψηλότερα εισοδήματα επωφελούνται σημαντικά περισσότερο. Η μέση ετήσια αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ανέρχεται σε μόλις 5 ευρώ για το χαμηλότερο εισοδηματικό δεκατημόριο, ενώ φθάνει τα 1.057 ευρώ για το υψηλότερο. Ακόμη και ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος, οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται στα ανώτερα στρώματα. Το ένατο εισοδηματικό δεκατημόριο εμφανίζει μέση αύξηση 2,9%, ενώ στο υψηλότερο δεκατημόριο η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώνεται στο 2%. Αντίθετα, τα νοικοκυριά που βρίσκονται περίπου στο μέσο της εισοδηματικής κατανομής λαμβάνουν συγκριτικά μικρότερες ελαφρύνσεις.