Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ένα παιδί και ένας/μια ενήλικας κοιτάζουν ένα σύννεφο.

«Γιατί κινείται;»
«Πού πηγαίνει;»
«Είναι βαρύ;»
«Γιατί δεν πέφτει;»
«Είναι το ίδιο σύννεφο που είδαμε χθες;»

Ο/Η ενήλικας ίσως γνωρίζει κάποιες από τις απαντήσεις. Ίσως να γνωρίζει ότι τα σύννεφα σχηματίζονται και μεταμορφώνονται αδιάκοπα, περιέχουν νερό που είναι σχεδόν 800 φορές βαρύτερο από τον αέρα, εκατομμύρια τόνοι νερού. Το παιδί, όμως, έχει κάτι εξίσου σημαντικό: τις ερωτήσεις.

Γιατί, άραγε, κάποια στιγμή σταματάμε να κοιτάζουμε τα σύννεφα; Ο Ιάπωνας δημιουργός Katsumi Komagata μοιάζει να μας επιστρέφει σε αυτή ακριβώς την ερώτηση μέσα από το βιβλίο του Το Σύννεφο (Komagata, 2008). Ο ίδιος γράφει πως, όταν ήταν παιδί, αναρωτιόταν γιατί τα σύννεφα κινούνται στον ουρανό. Τον προ(σ)καλούσαν να κάνει μια ευχή, του έφερναν ανθρώπους στο μυαλό ή τον έκαναν να αναρωτιέται τι καιρό θα έκανε. Ως ενήλικας, όμως, παραδέχεται: «Μερικές φορές ξεχνώ να κοιτάξω τον ουρανό, επειδή είμαι πολύ απασχολημένος».

Το να ξεφυλλίζεις ένα βιβλίο του Komagata είναι μια μικρή άσκηση έκπληξης. Δεν βιάζεσαι να φτάσεις στην επόμενη σελίδα. Θέλεις να αγγίξεις το χαρτί, να ακολουθήσεις μια καμπύλη, να κοιτάξεις μέσα από ένα άνοιγμα, να ανακαλύψεις τι αλλάζει όταν μια επιφάνεια καλύπτει μια άλλη. Χρώματα, γραμμές, κοψίματα, κενά φως και σκιά συγκροτούν έναν ολόκληρο κόσμο από χαρτί. Ο Komagata δεν χρειάζεται να βασιστεί στις λέξεις για να μας καθοδηγήσει. Γνωρίζει πότε να προσθέσει κάτι, αλλά ίσως ακόμη σημαντικότερο, γνωρίζει πότε να σταματήσει. Τίποτε περιττό.

Το κενό είναι πρό(σ)κληση, αφήνεται στη φαντασία του αναγνώστη για να το συμπληρώσει. Η κομμένη επιφάνεια προ(σ)καλεί το χέρι να την αγγίξει. Η σελίδα που αλλάζει δημιουργεί την επιθυμία να επιστρέψεις στην προηγούμενη. Αυτό που βλέπεις προκαλεί αυτό που αισθάνεσαι και αυτό που αγγίζεις αλλάζει αυτό που βλέπεις. Έτσι το βιβλίο παύει να είναι απλώς φορέας μιας ιστορίας. Γίνεται το ίδιο μια εμπειρία. Ο αναγνώστης δεν παραμένει θεατής. Χρειάζεται να συμμετάσχει για να ολοκληρωθεί αυτό που ο Komagata σκόπιμα άφησε ανολοκλήρωτο.Ίσως αυτός να είναι και ένας διαφορετικός τρόπος να σκεφτούμε τη μάθηση στην πρώιμη παιδική ηλικία. Τι θα γινόταν αν δεν βιαζόμασταν να συμπληρώσουμε το κενό;

Τα μικρά παιδιά συναντούν τον κόσμο με μια αξιοθαύμαστη ετοιμότητα να απορούν. Γιατί το φεγγάρι μάς ακολουθεί; Πού πηγαίνει το νερό από μια λακκούβα όταν εξαφανίζεται; Μπορεί ένα δέντρο να αισθάνεται; Πού τελειώνει ο ουρανός; Γιατί η σκιά μου γίνεται μεγαλύτερη; Πού πηγαίνουν τα μυρμήγκια όταν μπαίνουν μέσα στην τρύπα; Οι ερωτήσεις αυτές μπορεί να κάνουν έναν ενήλικα να χαμογελάσει. Για έναν/μία νηπιαγωγό, όμως, αποτελούν πολύτιμα παράθυρα στη σκέψη του παιδιού. Κάθε «γιατί;» αποκαλύπτει ότι το παιδί παρατήρησε κάτι, αναγνώρισε ένα κενό σε όσα γνωρίζει, συνέδεσε εμπειρίες, διατύπωσε μια υπόθεση. Με άλλα λόγια, έχει ήδη αρχίσει να μαθαίνει πριν ακόμη ο/η ενήλικας αρχίσει να διδάσκει.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνουμε με αυτή τη στιγμή. Μπορούμε να προσφέρουμε γρήγορα τη σωστή απάντηση. Ή μπορούμε να πούμε: «Εσύ τι νομίζεις;» Και τότε η ερώτηση δεν κλείνει. Ανοίγει. Μπορεί να οδηγήσει σε παρατήρηση, σε μια ζωγραφιά, σε ένα πείραμα, σε ένα εικονογραφημένο βιβλίο, σε μια κατασκευή, σε μια συζήτηση ανάμεσα στα παιδιά, σε έναν περίπατο στην αυλή ή σε μια καινούργια ερώτηση που κανείς δεν είχε προβλέψει. Ακριβώς όπως συμβαίνει στις σελίδες του Komagata, δεν χρειάζεται να συμπληρώσουμε εμείς όλα τα κενά.

Μερικές φορές η πιο ισχυρή παιδαγωγική πράξη είναι να αφήσουμε αρκετό χώρο ώστε το παιδί να απορήσει. Η Προδημοτική Εκπαίδευση συχνά περιγράφεται ως «προετοιμασία» για το Δημοτικό. Η λέξη, όμως, αδικεί όσα πραγματικά συμβαίνουν στα πρώτα χρόνια. Το παιδί δεν προετοιμάζεται απλώς να διαβάσει, να γράψει και να υπολογίσει. Διαμορφώνει τη σχέση του με τη γνώση. Μαθαίνει αν οι ερωτήσεις του έχουν αξία. Αν οι ιδέες του ακούγονται. Αν το λάθος είναι κάτι που πρέπει να φοβάται ή κάτι που μπορεί να διερευνήσει. Αν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να δει ένα πρόβλημα. Αν η διαφορετική άποψη του άλλου απειλεί τη δική του ή μπορεί να τη διευρύνει. Αυτό κάνει το έργο όσων εκπαιδεύουν παιδιά στην πρώιμη παιδική ηλικία πολύ πιο σύνθετο από όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε. Δεν αρκεί να «αγαπά τα παιδιά». Χρειάζεται να γνωρίζει πώς αναπτύσσονται και πώς σκέφτονται. Να παρατηρεί προσεκτικά. Να αναγνωρίζει πίσω από το παιχνίδι γνωστικές και κοινωνικές διεργασίες. Να δημιουργεί συμπεριληπτικά μαθησιακά περιβάλλοντα. Να γνωρίζει πότε να υποστηρίξει, πότε να προκαλέσει και πότε να περιμένει. Να σχεδιάζει εμπειρίες που δημιουργούν ερωτήματα αντί να προσφέρουν μόνο προκαθορισμένες απαντήσεις. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, να είναι και ο/η ίδιος/α περίεργος/η για τον κόσμο.

Σε μια εποχή γεμάτη απαντήσεις, ποιος θα προστατεύσει τις ερωτήσεις; Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα. Τα παιδιά που βρίσκονται τώρα στο νηπιαγωγείο μεγαλώνουν σε μια εποχή στην οποία μια μηχανή μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να παράγει απαντήσεις σε σχεδόν οποιοδήποτε ερώτημα. Ίσως η εκπαίδευση δεν χρειάζεται να ανταγωνίζεται τις μηχανές στην ταχύτητα των απαντήσεων. Χρειάζεται να επενδύσει σε κάτι βαθύτερα ανθρώπινο: στην ικανότητα να παρατηρούμε, να απορούμε, να αμφισβητούμε το αυτονόητο, να ανεχόμαστε για λίγο το «δεν ξέρω», να φανταζόμαστε αυτό που δεν υπάρχει ακόμη και να διατυπώνουμε ερωτήματα που αξίζει να διερευνηθούν. Και αυτές οι ικανότητες δεν εμφανίζονται ξαφνικά στο πανεπιστήμιο ή στην ενήλικη ζωή. Καλλιεργούνται από πολύ νωρίς. Από εκείνο το παιδί που ρώτησε γιατί κινείται το σύννεφο και από τον/την εκπαιδευτικό που θεώρησε την ερώτηση αρκετά σημαντική ώστε να σταματήσει.

Πώς μαθαίνουμε να κοιτάζουμε ξανά; Αυτό επιδιώκει να καλλιεργήσει το πρόγραμμα της Προδημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας: έναν/μια επαγγελματία που συνδέει την επιστημονική γνώση με την παρατήρηση και την πράξη, την εκπαιδευτική ψυχολογία με τη δημιουργικότητα, τις τέχνες με τη διερεύνηση, το παιχνίδι με τη μάθηση. Έναν/μία εκπαιδευτικό που δεν σχεδιάζει μόνο δραστηριότητες, αλλά δημιουργεί συνθήκες για να συμβεί κάτι που δεν είχε ίσως προβλέψει. Που δεν αναρωτιέται μόνο: «Τι θα διδάξω στα παιδιά σήμερα;» αλλά και: «Τι παρατήρησαν τα παιδιά σήμερα που εγώ δεν είχα προσέξει;» Ίσως τελικά εδώ βρίσκεται κάτι από τη μαγεία της Προδημοτικής Εκπαίδευσης. Ο/η ενήλικας προσφέρει στο παιδί γνώσεις και εμπειρίες για να γνωρίσει τον κόσμο. Το παιδί, όμως, μπορεί να προσφέρει κάτι πίσω: την ευκαιρία στον/στην ενήλικα να τον κοιτάξει ξανά.

Στο βιβλίο Το Σύννεφο (Komagata, 2008), δημιουργείται ένα ολόκληρο σύμπαν με ελάχιστα μέσα. Χαρτί. Επιφάνειες. Κενά. Φως. Σκιές. Ένα σύννεφο. Ο Komagata μας υπενθυμίζει ότι για να γεννηθεί η απορία δεν χρειάζεται πάντα κάτι περισσότερο. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς περισσότερη προσοχή. Ένα παιδί που κοιτάζει ψηλά. Έναν/μία εκπαιδευτικό που σταματά δίπλα του. Και αντί να βιαστεί να του πει τι είναι το σύννεφο, έχει την παιδαγωγική ευαισθησία να ρωτήσει: «Εσύ τι βλέπεις;» Γιατί ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά δεν είναι όλες οι απαντήσεις για τον κόσμο. Είναι να τα βοηθήσουμε να μη χάσουν ποτέ την επιθυμία να τον κοιτάζουν με απορία.

Βιβλιογραφία

Komagata, K. (2007). A cloud. One Stroke.

Αγνή Στυλιανού Γεωργίου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας

Πρόεδρος Τμήματος

Συντονίστρια Προγράμματος Προδημοτικής Εκπαίδευσης

Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών

Πανεπιστήμιο Λευκωσίας