Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Κυριάκου Αγγελίδη*

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η έναρξη της συζήτησης στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί της Ευθύνης λόγω Ελαττωματικών Προϊόντων Νόμος του 2026», μέσω του οποίου η Κύπρος καλείται να ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο που διευρύνει και εκσυγχρονίζει τους κανόνες ευθύνης των οικονομικών φορέων για ζημιές που προκαλούνται από ελαττωματικά προϊόντα.

Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η έννοια του «προϊόντος» προσαρμόζεται πλέον στην ψηφιακή εποχή. Λογισμικό, εφαρμογές και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εμπίπτουν στο νέο πλαίσιο, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και τα προϊόντα που εξαρτώνται από λογισμικό για τη λειτουργία και την ασφάλειά τους.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε τεχνικό πρόβλημα καθιστά αυτομάτως ένα προϊόν «ελαττωματικό». Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη παράγοντες που είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τα σύγχρονα ψηφιακά προϊόντα, όπως η διασύνδεσή τους με άλλα προϊόντα, οι απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας, η δυνατότητα ενός συστήματος να αποκτά νέα χαρακτηριστικά ή να μεταβάλλεται μετά τη διάθεσή του στην αγορά, καθώς και ο βαθμός ελέγχου που εξακολουθεί να ασκεί ο κατασκευαστής μετά την πώληση.

Ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις τεχνολογίας, αλλά και για τους κατασκευαστές «έξυπνων» προϊόντων έχει η αντιμετώπιση των ενημερώσεων (updates) και αναβαθμίσεων (upgrades) λογισμικού. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένας οικονομικός φορέας δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη όταν το ελάττωμα του προϊόντος συνδέεται με λογισμικό ή με ενημερώσεις και αναβαθμίσεις που παραμένουν υπό τον έλεγχο του κατασκευαστή.

Η ευθύνη, επομένως, δεν εξετάζεται αποκλειστικά με βάση την κατάσταση του προϊόντος τη στιγμή που αυτό διατέθηκε στην αγορά. Για προϊόντα που εξακολουθούν να εξαρτώνται από λογισμικό, updates ή υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας, η περίοδος μετά την πώληση αποκτά αυξημένη νομική σημασία.

Το νομοσχέδιο διευρύνει επίσης την αλυσίδα των οικονομικών φορέων από τους οποίους μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αναζητηθεί αποζημίωση. Πέρα από τον κατασκευαστή του προϊόντος, μπορεί να προκύψει ευθύνη και για τον κατασκευαστή ελαττωματικού συστατικού. Όταν ο κατασκευαστής βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο μπορεί να εμπίπτουν, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομοθεσία, ο εισαγωγέας, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψει ευθύνη και για τον διανομέα.

Παράλληλα, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πραγματοποιεί ουσιώδη τροποποίηση ενός προϊόντος εκτός του ελέγχου του αρχικού κατασκευαστή και στη συνέχεια το διαθέτει στην αγορά ή το θέτει σε λειτουργία μπορεί, για σκοπούς ευθύνης, να θεωρηθεί κατασκευαστής.

Ο βασικός κανόνας παραμένει ότι ο ενάγων πρέπει να αποδείξει τη ζημιά, ότι το προϊόν ήταν ελαττωματικό και ότι υπάρχει συνάφεια μεταξύ του ελαττώματος και της ζημιάς που υπέστη. Το νέο πλαίσιο, ωστόσο, εισάγει μηχανισμούς που μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να διευκολύνουν την απόδειξη των πιο πάνω στοιχείων, ιδιαίτερα σε υποθέσεις με αυξημένη τεχνική ή επιστημονική πολυπλοκότητα. Παράλληλα, το ύψος της αποζημίωσης συναρτάται με τη ζημιά που αποδεικνύεται στην εκάστοτε υπόθεση.

Το πεδίο εφαρμογής είναι πολύ ευρύτερο και μπορεί να επηρεάσει κατασκευαστές και εισαγωγείς ηλεκτρονικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, «έξυπνων» συσκευών, μηχανημάτων, οχημάτων και άλλων προϊόντων που βασίζονται σε λογισμικό, καθώς και επιχειρήσεις που ενσωματώνουν ψηφιακά στοιχεία στα προϊόντα τους. Για τις επιχειρήσεις, συνεπώς, η συμμόρφωση δεν θα περιορίζεται στην ασφάλεια του φυσικού προϊόντος κατά τη στιγμή της διάθεσής του στην αγορά. Μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η διαχείριση των ενημερώσεων λογισμικού, η κυβερνοασφάλεια, η τεχνική τεκμηρίωση, η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων, οι συμβατικές σχέσεις με προμηθευτές και developers, καθώς και η σαφής κατανομή ευθυνών κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων. Η σαφής κατανομή υποχρεώσεων και ευθυνών μεταξύ κατασκευαστών, προμηθευτών, developers, εισαγωγέων και άλλων οικονομικών φορέων αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ιδίως όταν διαφορετικές επιχειρήσεις συμμετέχουν στην ανάπτυξη, ενσωμάτωση, συντήρηση ή αναβάθμιση του ίδιου προϊόντος ή λογισμικού.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει ένα ευρύ φάσμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και όχι αποκλειστικά τον τομέα της τεχνολογίας. Για τον λόγο αυτό, η ΟΕΒ παρακολουθεί τη διαδικασία εξέτασης του νομοσχεδίου, με στόχο την έγκαιρη ενημέρωση των επιχειρήσεων και την ανάδειξη ζητημάτων που ενδέχεται να επηρεάσουν την ομαλή και πρακτικά εφαρμόσιμη υλοποίηση του νέου πλαισίου.

Με την ευρωπαϊκή προθεσμία μεταφοράς της νέας Οδηγίας να εκπνέει στις 9 Δεκεμβρίου 2026, η επικείμενη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ως εκ τούτου, η ΟΕΒ καλεί τις επιχειρήσεις που ενδέχεται να επηρεάζονται από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις να μελετήσουν το νομοσχέδιο και να εντοπίσουν τυχόν ζητήματα ή πρακτικές δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν από την εφαρμογή του. Τυχόν απόψεις, παρατηρήσεις ή εισηγήσεις μπορούν να υποβληθούν στην ΟΕΒ, ώστε να αξιολογηθούν και, όπου κρίνεται σκόπιμο, να τεθούν στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου στη Βουλή.

* Συντονιστής Επιχειρηματικών Συνδέσμων (ΟΕΒ)