Του Robert Rapier

Συνήθως η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνονται στα τσιπ, στα data centers, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και τη ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Ωστόσο, αρχίζει να αναδύεται ένα άλλο εμπόδιο, το οποίο ίσως και να έχει υποτιμηθεί έως τώρα. 

Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης χρειάζεται ηλεκτρολόγους. Χρειάζεται εργάτες, τεχνικούς υποσταθμών, μηχανικούς δικτύων, μηχανικούς εγκαταστάσεων, συγκολλητές και συνεργεία κατασκευών. Αυτές δεν είναι θέσεις εργασίας που μπορούν να καλυφθούν αμέσως με μια ενημέρωση λογισμικού ή έναν νέο γύρο χρηματοδότησης. Απαιτούν εκπαίδευση, εμπειρία και μια σταθερή ροή εργατικού δυναμικού που ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας δεν διαθέτει προς το παρόν σε μεγάλη κλίμακα.

Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι απλώς ένα “ψηφιακό story”. Υπάρχουν και οι φυσικές υποδομές… 

Στην πρώτη φάση ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην υπολογιστική ισχύ. Οι επενδυτές στράφηκαν στους ημιαγωγούς, στους παρόχους υπηρεσιών cloud και στις εταιρείες που κατασκευάζουν τεράστια data centers για την υποστήριξη του φόρτου εργασίας που απαιτεί η τεχνητή νοημοσύνη.

Κάθε μία από αυτές τις εγκαταστάσεις πρέπει να είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο. Πρέπει να διαθέτει μετασχηματιστές, υποσταθμούς, εφεδρική παραγωγή ενέργειας, συστήματα ψύξης, πρόσβαση στη μεταφορά και εργαζόμενους με τα κατάλληλα προσόντα για την κατασκευή και τη συντήρηση αυτής της υποδομής.

Και εκεί το πρόβλημα γίνεται περίπλοκο.

Πρόσφατα μετέδωσε το Reuters ότι η “βιασύνη” για την κατασκευή data centers επιδεινώνει την έλλειψη εργατικού δυναμικού στον τομέα της ηλεκτροδότησης και των δικτύων, ιδίως όσον αφορά ηλεκτρολόγους, μηχανικούς και επαγγέλματα που σχετίζονται με τις προμήθειες και τις κατασκευές. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυξάνεται η ζήτηση. Αλλά πως αυξάνεται ενώ μεγάλο ποσοστό των έμπειρων εργατών πλησιάζει σε ηλικία συνταξιοδότησης.

Η συνθήκη αυτή δημιουργεί ένα είδος περιορισμού που οι επενδυτές συχνά καλούνται να αναλογιστούν. Μια εταιρεία κοινής ωφέλειας μπορεί να αντλήσει κεφάλαια. Μια εταιρεία hyperscaler μπορεί να υπογράψει σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ένας κατασκευαστής μπορεί να παραγγείλει εξοπλισμό. Ωστόσο, αν δεν υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό, τα έργα μπορεί να καθυστερήσουν.

Η Goldman Sachs Research εκτιμά πως η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για τα data centers στις ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξηθεί από 31 γιγαβάτ το 2025 σε 41 γιγαβάτ το 2026 και 66 γιγαβάτ το 2027. Αυτό θα υπερδιπλασιάσει την εκτιμώμενη χωρητικότητα των data centers από τα τέλη του 2025 έως τα τέλη του 2027.

Η κάλυψη αυτής της ζήτησης θα απαιτήσει μαζική επέκταση των συστημάτων παραγωγής, μεταφοράς, διασύνδεσης και εφεδρείας. Η Goldman Sachs εκτιμά επίσης ότι ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ θα χρειαστεί επιπλέον περίπου 510.000 εργαζόμενους έως το 2030 για να ικανοποιήσει την αυξανόμενη ζήτηση, ενώ η Ευρώπη θα χρειαστεί επιπλέον 250.000.

Αυτά τα στοιχεία εξηγούν γιατί το ζήτημα του εργατικού δυναμικού ίσως να αποτελέσει περιοριστικό παράγοντα. Ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας δεν ανταγωνίζεται απλώς τον εαυτό του. Τα data centers, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, οι εταιρείες ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι κατασκευαστές, τα βιομηχανικά έργα και τα προγράμματα εκσυγχρονισμού του δικτύου ανταγωνίζονται για την πρόσληψη πολλών από τους ίδιους εξειδικευμένους εργαζομένους.

Η Υπηρεσία Στατιστικών Εργασίας (BLS) προβλέπει ότι η απασχόληση των ηλεκτρολόγων θα αυξηθεί κατά 9% από το 2024 έως το 2034, ρυθμός αυξημένος σε σύγκριση με τον μέσο όρο για όλα τα επαγγέλματα. Προβλέπει επίσης περίπου 81.000 κενές θέσεις ηλεκτρολόγων κάθε χρόνο, πολλές από τις οποίες συνδέονται με εργαζόμενους που εγκαταλείπουν το επάγγελμα ή συνταξιοδοτούνται.

Για τους επισκευαστές ηλεκτρολογικών γραμμών μεταφοράς, το BLS προβλέπει αύξηση της απασχόλησης κατά 7% την ίδια περίοδο, επίσης υψηλότερη από τον μέσο όρο, με περίπου 10.700 κενές θέσεις ετησίως.

Πρόκειται για καλές θέσεις εργασίας. Όμως, απαιτείται χρόνος για την εκπαίδευση ενός εξειδικευμένου ηλεκτρολόγου ή τεχνικού γραμμών μεταφοράς, και οι πιο έμπειροι εργαζόμενοι είναι περιζήτητοι για τα πιο σύνθετα έργα.

Κόστος, καθυστερήσεις και λογαριασμοί κοινής ωφέλειας

Η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη των δικτύων τεχνητής νοημοσύνης σταματά. Σημαίνει ότι η ανάπτυξη ενδέχεται να γίνει πιο δαπανηρή και άνιση.

Τα έργα-συνεργασίες με τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας πιθανότατα θα προχωρήσουν. Άλλα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους ή μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια για τη διασύνδεση. Η ίδια πίεση θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τις αναβαθμίσεις του δικτύου μεταφοράς, τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα εργοστάσια φυσικού αερίου και τις εργασίες ενίσχυσης του δικτύου.

Αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή πολιτική, στους πελάτες των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και στους επενδυτές.

Εάν οι εταιρείες κοινής ωφέλειας πρέπει να κατασκευάσουν περισσότερες υποδομές για να εξυπηρετήσουν τα μεγάλα data centers, κάποιος πρέπει να πληρώσει για αυτό. Οι ρυθμιστικές αρχές ήδη προβληματίζονται ως προς το αν οι δαπάνες πρέπει να βαρύνουν κυρίως τους μεγάλους πελάτες που “οδηγούν” τη ζήτηση ή να κατανεμηθούν  σε όλους τους καταναλωτές. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού προσθέτει μια επιπλέον διάσταση σε αυτήν τη συζήτηση, καθώς το μεγαλύτερο κατασκευαστικό κόστος τελικά αντανακλάται στην οικονομική βιωσιμότητα των έργων.

Γι’ αυτό η άνθηση των data centers δεν είναι πλέον μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Επηρεάζει πλέον τη ρύθμιση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, το εργατικό δυναμικό στον κατασκευαστικό τομέα, τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και την τοπική οικονομική ανάπτυξη.

Ποιοι ωφελούνται;

Για τους επενδυτές, το εμπόδιο θα είναι πιθανόν οι ηλεκτρολόγοι, οι κατασκευαστές δικτύων, οι προμηθευτές εξοπλισμού και οι εταιρείες υποδομών κοινής ωφέλειας.

Εταιρείες όπως η Quanta Services, η MYR Group, η MasTec, η EMCOR, η Eaton και η Vertiv βρίσκονται πολύ πιο κοντά στο “φυσικό” σκέλος των υποδομών από ό,τι οι περισσότερες εταιρείες λογισμικού. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού έχει διττό αντίκτυπο. Πρώτον, μπορεί να αυξήσει τις τιμές και να ενισχύσει το χαρτοφυλάκιο παραγγελιών, αλλά μπορεί επίσης να “κατεβάσει” την ταχύτητα ολοκλήρωσης των έργων. Δεύτερον, οι μετοχές των περισσότερων από αυτές τις εταιρείες έχουν σημειώσει μεγάλο ράλι το τελευταίο έτος.

Η μεγάλη εικόνα

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βρίσκεται στο cloud, αλλά το cloud πρέπει να κατασκευαστεί, να τροφοδοτηθεί, να συνδεθεί, να ψυχθεί και να συντηρηθεί. Ένα μοντέλο εκτελείται στο cloud. Ένα chatbot απαντά σε μια ερώτηση. Ένα αποτέλεσμα αναζήτησης εμφανίζεται αμέσως. Αλλά πίσω από αυτή την εμπειρία βρίσκεται μια αλυσίδα φυσικών περιουσιακών στοιχείων.

Μπορεί τα τσιπ να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής. Ωστόσο, καθώς αυξάνονται οι προβλέψεις για τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, όλο και περισσότερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και οι τουρμπίνες φυσικού αερίου. Ωστόσο, το εργατικό δυναμικό ενδέχεται να καταστεί ένας από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες.

Δεν πρόκειται για επιχείρημα υπέρ ή κατά της τεχνητής νοημοσύνης ή των data centers. Πρόκειται για ένα επιχείρημα κατανόησης του πώς λειτουργεί η εφοδιαστική αλυσίδα πίσω από όλα αυτά.

Οι εταιρείες που βρίσκονται στην καλύτερη θέση για την επόμενη φάση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μην είναι μόνο εκείνες που διαθέτουν τα καλύτερα τσιπ ή τα μεγαλύτερα data centers. Μπορεί να είναι οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, οι εργολάβοι, οι προμηθευτές εξοπλισμού και οι εταιρείες υποδομών που έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και την ικανότητα να εκτελούν μεγάλα έργα.

Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να είναι ψηφιακή στην επιφάνεια, αλλά από κάτω κρύβεται μια παραδοσιακή κατασκευαστική πρόκληση. Και σε αυτόν τον κόσμο, οι ηλεκτρολόγοι και οι εργάτες παραγωγής μπορεί να είναι εξίσου σημαντικοί με τους αλγόριθμους.

Forbes